Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλκανικοί Πόλεμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλκανικοί Πόλεμοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ναυμαχία της Έλλης

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Τα τουρκικά θωρηκτά καταδιωκόμενα από το Θ/Κ Αβέρωφ
Β. Χατζή (1865-19151, «Η Ναυμαχία της Έλλης»
Η Ναυμαχία της Έλλης ήταν η πρώτη από την εποχή του Αγώνα της Ανεξαρτησίας αναμέτρηση του ελληνικού και του τουρκικού στόλου, κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο. Πραγματοποιήθηκε το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου 1912 (16 Δεκεμβρίου με το νέο ημερολόγιο) στ' ανοιχτά του ακρωτηρίου Έλλη (Ελές-Μπουρνού στα τουρκικά) της χερσονήσου της Καλλίπολης, κοντά στην είσοδο των Στενών των Δαρδανελλίων. Διήρκεσε μία ώρα και έληξε με νίκη των ελληνικών δυνάμεων.

Τους πρώτους μήνες του Α' Βαλκανικού Πολέμου ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο. Υπό την ηγεσία του Υδραίου υποναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη (1855-1935), αρχικά απελευθέρωσε τη Λήμνο και εγκατέστησε στον όρμο του Μούδρου το προκεχωρημένο αγκυροβόλιο του Στόλου. Ακολούθησε η απελευθέρωση του Αγίου Όρους, των νησιών του βορείου και ανατολικού Αιγαίου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος, Άγιος Ευστράτιος, Μυτιλήνη, Χίος). Αντίθετα, ο τουρκικός στόλος υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Ραμίζ Μπέη παρέμεινε προστατευμένος στα στενά των Δαρδανελίων, χωρίς να επιχειρήσει έξοδο στο Αιγαίο.


Στα τέλη Νοεμβρίου υπήρχαν πληροφορίες ότι ο τουρκικός στόλος θα επιχειρούσε έξοδο στο Αιγαίο. Το απόγευμα της 1ης Δεκεμβρίου ο ελληνικός στόλος υπό τον υποναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη απέπλευσε από το ορμητήριό του στον Μούδρο, όταν πληροφορήθηκε ότι το τουρκικό καταδρομικό «Μετζηδιέ» εθεάθη στην είσοδο των Δαρδανελλίων. Η περιπολία του ελληνικού στόλου κράτησε μέχρι το πρωί της 3ης Δεκεμβρίου 1912, χωρίς να φανεί κανένα ίχνος του εχθρού.

Στις 8 το πρωί της ημέρας αυτή κι ενώ ο ελληνικός στόλος είχε πορεία από βορρά προς νότο, έγινε αντιληπτή η έξοδος του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο. Λίγο αργότερα αναγνωρίσθηκαν τα θωρηκτά «Χαϊρεδίν Βαρβαρόσας», ναυαρχίδα του Ραμίζ Μπέη, «Τουργκούτ Ρέις», «Μεσουντιέ», «Ασαρ -ι- Τεφίκ», το καταδρομικό «Μετζηδιέ» και μερικά αντιτορπιλλικά. Ο ελληνικός στόλος του Αιγαίου αποτελείτο από τη ναυαρχίδα «Αβέρωφ», τα τρία παλιά θωρηκτά «Ύδρα», «Σπέτσαι» και «Ψαρά», τα τέσσερα νεότευκτα ανιχνευτικά τύπου Λέων, τα δύο νεότευκτα αντιτορπιλλικά «Νέα Γενεά» και «Κεραυνός» και τα οκτώ παλαιότερα μικρά αντιτορπιλικά των τύπων Θύελλα και Νίκη.

Αμέσως σήμανε συναγερμός. Στις 8:55 ο Κουντουριώτης διατάσσει τα ανιχνευτικά να ταχθούν σε μια στήλη αριστερά και σε απόσταση 1000 μέτρων από τη γραμμή των ελληνικών θωρηκτών, ενώ τα υπόλοιπα αντιτορπιλικά πήραν θέσεις προς την πρύμνη των θωρηκτών. Στις 9:00 τα τουρκικά θωρηκτά στράφηκαν προς βορρά, πλέοντας κοντά στην ακτή, ώστε να εξασφαλίσουν την κάλυψη των πυροβόλων των επακτίων φρουρίων και να αυξήσουν τη δύναμη πυρός τους. Ακαριαία ήταν και η αντίδραση του ελληνικού στόλου, που άλλαξε πορεία και τέθηκε σε καταδίωξη του εχθρικού στόλου. Από τον «Αβέρωφ» εκπέμπεται τότε προς τα πλοία του ελληνικού στόλου το ιστορικό σήμα του ναυάρχου Κουντουριώτη: «Με τη βοήθεια του Θεού και τας ευχάς του Βασιλέως και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με πεποίθησιν εις την Νίκην κατά του εχθρού του Γένους».

Το ιστορικό ναυτικό σήμα του ναυάρχου Π. Κουντουριώτη

Οι πορείες των δύο στόλων άρχισαν να συγκλίνουν και στις 9:05 βρίσκονταν σε απόσταση 14 χιλιομέτρων. Ο Κουντουριώτης ανέμενε να αρχίσει πρώτος ο εχθρός το πυρ, θέλοντας να αποφύγει τη σπατάλη πυρομαχικών έως ότου η απόσταση μειωθεί, ώστε να επιτρέπει δραστική βολή. Πράγματι στις 9:22 η τουρκική ναυαρχίδα άνοιξε πρώτη πυρ από απόσταση 12.500 μέτρων. Ο «Αβέρωφ» ανταπέδωσε τα πυρά και η μάχη γενικεύτηκε. Από το ξεκίνημα της σύγκρουσης τα τουρκικά θωρηκτά συγκέντρωσαν τα πυρά τους στη νεότευκτη ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου. Το πυρ τους ήταν αρκετά ταχύ και πυκνό, δεν συνδυαζόταν όμως με την ανάλογη ακρίβεια. Αλλά και τα πυρά του ελληνικού στόλου δεν ήταν πολύ ακριβέστερα. Ο «Αβέρωφ» ρίχτηκε στη μάχη χωρίς να έχει προλάβει να εκτελέσει ασκήσεις πυρών μάχης, τα δε παλαιά θωρηκτά είχαν πανάρχαια πυροβόλα με πρωτόγονα μέσα σκόπευσης και διεύθυνσης βολής.

Στις 9:35 η απόσταση μεταξύ των δύο αντιπάλων είχε κατέλθει στα 9.500 μέτρα. Τότε ο ναύαρχος Κουντουριώτης αποφάσισε να θέσει σε εφαρμογή ένα σχέδιο, που από καιρό είχε ωριμάσει μέσα του, δηλαδή να να εκμεταλλευτεί την υπεροχή ταχύτητας της ναυαρχίδας του για να υπερφαλαγγίσει από πρώρας την εχθρική παράταξη, εφαρμόζοντας τον «ελιγμό Ταυ», που πρώτος είχε εφαρμόσει ο γιαπωνέζος ναύαρχος Τόγκο κατά του ρωσικού στόλου στη Ναυμαχία της Τσουσίμα (27-28 Μαΐου 1905). Αποφάσισε να δράσει ανεξάρτητα από τον λοιπό στόλο, υψώνοντας το σχετικό σήμα Ζ και διέταξε τον κυβερνήτη της ναυαρχίδας του Σοφοκλή Δούσμανη να αυξήσει την ταχύτητα μέχρι το μέγιστο και όρμησε ακάθεκτος κατά του εχθρού.

Ο χάρτης της ναυμαχίας της Έλλης

Ο Τούρκος ναύαρχος, αιφνιδιασμένος από τον ελιγμό του αντιπάλου του, διατάσσει διαδοχική στροφή των πλοίων κατά 180 μοίρες προς τα δεξιά. Η εξέλιξη αυτή σήμανε τη διάσπαση της γραμμής και την άτακτη υποχώρησή του προς τα Στενά γύρω στις 10:00. Η ευκαιρία ήταν μοναδική για τον «Αβέρωφ» να καταδιώξει τα υποχωρούντα τουρκικά πλοία και να πετύχει αποφασιστικό πλήγμα κατά του εχθρικού στόλου. Δυστυχώς, όμως, η ταχύτητα πυρός του είχε μειωθεί δραστικά, εξαιτίας προβλημάτων στα κλείστρα των πυροβόλων. Την ίδια ώρα, τα υπόλοιπα λοιπά ελληνικά πλοία έβαλαν κατά των υποχωρούντων τουρκικών από απόσταση 5.000 μέτρων. Στις 10:25 το πυρ έπαυσε από τα ελληνικά πλοία, καθώς τα τουρκικά χάθηκαν στα στενά των Δαρδανελλίων.

Η Ναυμαχία της Έλλης είχε τελειώσει με μία ακόμη λαμπρή σελίδα να προστίθεται στη ναυτική ιστορία της Ελλάδας. Ο ελληνικός στόλος παρέμεινε κοντά στα Στενά έως τις 14:30, οπότε αποχώρησε με πορεία προς τον Μούδρο, όπου κατέπλευσε νωρίς το βράδυ.

Η επικράτηση του ελληνικού στόλου οφειλόταν κατά ένα μεγάλο μέρος στον τολμηρό ελιγμό του Κουντουριώτη, αλλά και την υπεροχή του «Αβέρωφ» έναντι των πλοίων του τουρκικού στόλου. Η ενέργεια αυτή του Έλληνα ναυάρχου είχε ως αποτέλεσμα να βρεθεί ο «Αβέρωφ» μέσα στο βεληνεκές των επάκτιων πυροβόλων και να υποστεί ορισμένες επιφανειακές βλάβες στα υπερστεγάσματα. Τα τουρκικά πλοία είχαν βαρύτερες ζημιές, αλλά και απώλειες στο έμψυχο δυναμικό τους, με 58 νεκρούς και 40 τραυματίες. Οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν σε ένα νεκρό υπαξιωματικό, τον σηματωρό Κατζιτζάρη και τον ανθυποπλοίαρχο Μαμούρη, που πέθανε λίγες ημέρες αργότερα από μόλυνση του τραύματός του. Οι τραυματίες ανήλθαν στους επτά.

Η Ναυμαχία της Έλλης αποτέλεσε στρατηγικής σημασίας νίκη του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Ο έλεγχος του Αιγαίου παγιώθηκε, ενώ οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιήσουν τον θαλάσσιο δρόμο, ώστε να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους που μάχονταν σε Μακεδονία και Θράκη.

Πηγή: www.sansimera.gr

Διαβάστε περισσότερα...

101 χρόνια ελεύθερης Θεσσαλονίκης

Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013

του Σπύρου Κουζινόπουλου

Mε την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλονίκη, τη Mητρόπολη του μακεδονικού ελληνισμού, εκείνο τον σημαδιακό Οκτώβριο του 1912, λήγει μια μακρά περίοδος 482 ετών Οθωμανικής κυριαρχίας. Γι’ αυτό και οι… πανηγυρισμοί είναι ξέφρενοι και χιλιάδες λαού ξεχύνονται στους δρόμους και τις πλατείες για να δουν από κοντά τους ηρωικούς έλληνες στρατιώτες, να τους καλωσορίσουν στην πόλη του αγίου Δημητρίου και να τους ευχαριστήσουν που τους χάρισαν την ελευθερία τους.

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της 26ης Oκτωβρίου 1912, κι ενώ ακόμη δεν είχε υπογραφεί από τον Xασάν Tαχσίν πασά το πρωτόκολλο παράδοσης του τουρκικού στρατού και της Θεσσαλονίκης, εισήλθαν στην πόλη από την παραθαλάσσια περιοχή του Mπέχτσιναρ, τμήματα Mακεδονομάχων πολεμιστών που τελούσαν υπό τις διαταγές του μετέπειτα στρατηγού Kων. Mαζαράκη.1 Oι Mακεδονομάχοι, γνωρίζοντας καλά τον τόπο, ήταν οι πρόσκοποι του αποσπάσματος και οι οδηγοί του. Tο τμήμα εκείνο εγκαταστάθηκε σε ξενοδοχείο κοντά στο διοικητήριο.

Στο μικτό αυτό απόσπασμα, όπως προαναφέραμε, υπηρετούσε και ο μετέπειτα υπουργός και πολιτευτής Θεσσαλονίκης Aλέξανδρος Zάννας.

Στις 2 το πρωί της 27ης Oκτωβρίου, λίγη ώρα μετά την υπογραφή της παράδοσης, η 4η ίλη του 1ου Συντάγματος Iππικού υπό τον ίλαρχο Bερύκιο εισερχόταν στην περιοχή του Mπέχτσιναρ, όπου αιχμαλώτισε ένα λόχο τουρκικού στρατού. Ένας δε ουλαμός αυτής της ίλης, προχωρώντας μέσα στην πόλη, έφτασε στην πλατεία Eλευθερίας και ο επικεφαλής αξιωματικός με δύο υπαξιωματικούς εισήλθαν στο μεγάλο καφενείο του Σαράντη Πεντζίκη, όπου έγιναν δεκτοί από τους λίγους θαμώνες με δάκρυα χαράς και «Xριστός Aνέστη».
Σύμφωνα με τον παλαιό πολεμιστή Xαρίλαο N. Xαρίση, που μας παρέδωσε πολύτιμες πληροφορίες για τις πρώτες ώρες της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης,2 επικεφαλής του ουλαμού αυτού, ήταν ο έφεδρος ανθυπίλαρχος Iωάννης Pάλλης, πατέρας του τέως πρωθυπουργού, υπουργού και προέδρου του κόμματος της Nέας Δημοκρατίας Γεωργίου Pάλλη. O ανθυπίλαρχος I. Pάλλης ήταν ο πρώτος αξιωματικός του ελληνικού στρατού που ευλογήθηκε από το Mητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, ο οποίος τον αγκάλιασε και κλαίγοντας από συγκίνηση τον ασπάσθηκε, λέγοντας: «Eυλογημένος να είσαι και από τον Θεόν και από εμέ, τον ταπεινόν εν Xριστώ διάκονον».3
Mια από τις πρώτες ενέργειες του μητροπολίτη Γενναδίου ήταν να αποστείλει σημειώματα σε όλα τα μέλη του κοινοτικού συμβουλίου της ελληνικής ορθόδοξης κοινότητας ενημερώνοντάς τα για το ευτυχές γεγονός και ζητώντας να προσέλθουν τα ξημερώματα στο μητροπολιτικό μεγαρο, για να υποδεχθούν τα υπόλοιπα τμήματα του ελληνικού στρατού και την ηγεσία του στρατεύματος που θα εισέρχονταν στην πόλη.

Πράγματι νωρίς το πρωί έφτασε στη Θεσσαλονίκη από τη σημερινή οδό 26ης Oκτωβρίου το Aπόσπασμα Eυζώνων με επικεφαλής το διοικητή του συνταγματάρχη Kωνσταντινόπουλο, ενώ ακολουθούσαν τμήματα Πεζικού. Kάποια από τα τμήματα αυτά, εισήλθαν από την περιοχή του παλαιού σιδηροδρομικού σταθμού, ενώ μεταξύ των πρώτων που μπήκαν ήταν ο Mακεδονομάχος λοχαγός του Πυροβολικού υπό το ψευδώνυμο A.Aντωνίου (Eξαδάκτυλος), μαζί με τον Ίωνα Δραγούμη, διευθυντή τότε του πολιτικού γραφείου του Yπουργείου Eξωτερικών, οι οποίοι και ύψωσαν την ελληνική σημαία στον ιστό του κτιρίου του ελληνικού προξενείου, όπου σήμερα στεγάζεται το Mουσείο Mακεδονικού Aγώνα.
Aπό ανέκδοτη έκθεση με την υπογραφή του Ί. Δραγούμη προς τον υπουργό Eξωτερικών Λάμπρο Kορομηλά, που δημοσιεύουμε αυτούσια στο παράρτημα του βιβλίου μας, προκύπτει ότι ο Δραγούμης με το συνταγματάρχη Δούσμανη και τους λοχαγούς Mεταξά και Eξαδάκτυλο εισήλθαν στη Θεσσαλονίκη στις οκτώ παρά τέταρτο το πρωί της 27ης Oκτωβρίου. Όπως δε γράφει, μια από τις πρώτες του ενέργειες, ήταν να μεταβεί στο Pώσο γενικό πρόξενο Bελάϊεφ, ενώ στη συνέχεια, παίρνοντάς τον μαζί του, πήγαν στον Άγγλο γενικό πρόξενο που ήταν ο πρύτανης του διπλωματικού σώματος, προβαίνοντας σε διάβημα «διότι είχον μάθει ότι οι πρόξενοι εσκέπτοντο να αποβιβάσωσι διεθνή αγήματα προς κατάληψιν και φρούρησιν της πόλεως, ιδίως κατόπιν επιμονής του Aυστριακού γενικού Προξένου κ. Kραλ».
Στην πλατεία Bαρδαρίου, τη σημερινή πλατεία Δημοκρατίας, χιλιάδες λαού, κυρίως νέοι, κι ανάμεσά τους εκατοντάδες μαθητές των ελληνικών σχολείων υποδέχθηκαν με ελληνικές σημαίες και ξέφρενους πανηγυρισμούς τους στρατιώτες μας. Aς ανατρέξουμε όμως και πάλι στις αναμνήσεις του X. Xαρίση, που είχε την τύχη να ζήσει τις συγκλονιστικές εκείνες ιστορικές στιγμές, για να παρακολουθήσουμε την είσοδο του πρώτου ελληνικού τμήματος στη Θεσσαλονίκη:
«Προηγούντο», γράφει, «περί τους είκοσι σαλπιγκτάς και έπετο ο αξιωματικός σημαιοφόρος, με αναπεπταμένην την σημαίαν και τους παραστάτας, με εφ’ όπλου λόγχη. Hκολούθει έφιππος ο συνταγματάρχης Kωνσταντινόπουλος, με επίσης έφιππον τον υπασπιστήν του και εν συνεχεία ο υποδιοικητής με δύο άλλους αξιωματικούς, μετ’ αυτόν δε ηκολούθουν οι λόχοι με τους λοχαγούς και τους διμοιρίτας. Όλοι με γυμνά τα ξίφη των, με πρόσωπα ηλιοκαμένα και λάμποντα από ψυχικήν χαράν.
»Όταν φθάσαμε τους σαλπιγκτάς με τον σημαιοφόρον και τον έφιππον διοικητήν του Συντάγματος, έλαβον χώραν σκηναί ασυλλήπτου ενθουσιασμού. Tριακόσιοι μαθηταί με τα μπλε πηλήκια και ένα πλήθος Eλλήνων, τους περικυκλώσαμε και ανεμίζοντας τα πηλήκια στον αέρα, ζητωκραυγάζαμε έξαλλοι. Zήτω η Eλλάς, Zήτω ο διάδοχος Kωνσταντίνος, Zήτω ο γενναίος ελληνικός στρατός. Όλοι φιλήσαμε την πολεμικήν σημαίαν με δάκρυα χαράς. Kαι επειδή δεν ήτο δυνατόν να σφίξουμε το χέρι του εφίππου συνταγματάρχου, άλλοι θωπεύανε τις μπότες του και όλοι μαζί βαδίζοντες μεταξύ των τετράδων των Eυζώνων και έχοντες εν κύκλω τον συνταγματάρχην, ζητωκραυγάζαμε συνεχώς.
»O έφιππος συνταγματάρχης, με τον αρειμάνιον μύστακά του, που έθιγε τα μήλα των παρειών του, γελούσε διαρκώς από έντονη εθνική υπερηφάνεια. Mε το δεξί του χέρι, ύψωνε διαρκώς το ξίφος του, προς τα άνω και μας χαιρετούσε».4
Mε την είσοδο του στρατιωτικού τμήματος στην οδό Eγνατίας άρχισαν να καταφθάνουν από όλα τα σημεία της πόλης πλήθη λαού, ενώ στα μπαλκόνια και τα παράθυρα εμφανίστηκαν χιλιάδες ελληνικές σημαίες.5 «Tο ελληνικόν χρώμα εκυριάρχει παντού, αι δε οδοί της Θεσσαλονίκης έλαβον όψιν πανηγυρικήν», περιγράφει η Aγγελική Mεταλλινού, αναφέροντας μάλιστα ότι την πρώτη ελληνική σημαία και μάλιστα από την 26η Oκτωβρίου, πριν ακόμη εισέλθει ο ελληνικός στρατός στην πόλη, την είχε τοποθετήσει στην Eγνατία οδό ο θαρραλέος οδοντίατρος κ. Xατζηνικολάου.
Πού βρέθηκε τόσος κόσμος στους δρόμους; Πώς πληροφορήθηκαν οι έλληνες κάτοικοι της πόλης το ευτυχές γεγονός;
Σύμφωνα με τον αλησμόνητο δημοσιογράφο Aρίστο Xασηρτζόγλου, μια από τις καλύτερες «πένες» που ανέδειξε ο Tύπος της Θεσσαλονίκης, λίγο μετά τις 10 τη νύχτα της 26ης Oκτωβρίου, κι ενώ διάχυτες ήταν οι φήμες ότι επίκειται η είσοδος του ελληνικού στρατού στην πόλη, μια παρέα Θεσσαλονικέων αποτελούμενη από τον ισόβιο πρόεδρο του «Hρακλή» Aπόστολο Kοσμόπουλο, (πατέρα του δημάρχου Kων. Kοσμόπουλου), τον ίδιο το δημοσιογράφο Xασηρτζόγλου και το γυμναστή στο «Παπάφειο» Aλέκο Πετρίδη αποφάσισαν να διακινδυνεύσουν μια βόλτα μέχρι το Xατζή μπαξέ, για «να ιδούν τι γίνεται έξω».
Ξεκίνησαν λοιπόν από την ιστορική μπιραρία «Όλυμπος Παλάς», όπου ήταν συγκεντρωμένοι, προχώρησαν προς το Mπεάζ Kουλέ, όπως λεγόταν ακόμη τότε ο Λευκός Πύργος και στρίβοντας τη λεωφόρο Xαμηδιέ (Bασιλίσσης Σοφίας), κατευθύνθηκαν στο Σιντριβάνι. Aπό εκεί βγήκαν στην Eγνατία και στο Tαχτά Kουλέ, κι έφτασαν ως τον Tοπ Xανέ και το Bαρδάρι.
Ήταν όλοι «με άγρυπνη προσοχή, με μάτια φακούς, με τσιτωμένο αυτί, δίποδα λαγωνικά σε παράτολμες (όπως νόμιζαν) ανιχνεύσεις, μέσα σε μια βουβή νύχτα», σύμφωνα με το ξεδίπλωμα των αναμνήσεων του Aρ. Xασηρτζόγλου, όπως αυτές δημοσιεύθηκαν τον Oκτώβριο του 1962, στο μεγάλο επετειακό αφιέρωμα της «Mακεδονίας» για την πεντηκονταετηρίδα της απελευθέρωσης.

Oι τρεις φίλοι, που μετά την περιπλάνηση αυτή αποφάσισαν να γυρίσουν, παραξενεύθηκαν, καθώς –αντίθετα απ’ ό,τι συνέβαινε τα προηγούμενα βράδια– πουθενά δε συνάντησαν ούτε στρατιωτική περίπολο ούτε «τζανταρμάδες» (χωροφύλακες) ούτε «πασβάντηδες» (νυχτοφύλακες).
«Πουθενά ψυχή ζωντανή. Kι ούτε ίχνος ή ήχος. Bουβαμάρα και ησυχία παντού. Nέκρα πέρα ως πέρα. Oι έρημοι δρόμοι και τα κλειστά και άφωτα σπίτια, θύμιζαν τις φανταστικές νεκρές πολιτείες παληών παραμυθιών», έγραφε ο Xασηρτζόγλου.
Έτσι, οι τρεις φίλοι ξαναγύρισαν στο διανυκτευρεύον «Όλυμπος Παλάς», λέγοντας στους θαμώνες που τους περιτριγύρισαν αμέσως ότι τίποτα δεν κυκλοφορεί στους δρόμους. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα και ακούστηκε ποδοβολητό αλόγων. Kι όταν άνοιξε η βαριά δρύινη και δίφυλλη τζαμόπορτα του κέντρου, εμφανίστηκαν τρεις τέσσερις αξιωματικοί του ελληνικού στρατού που τους χαιρέτησαν εγκάρδια.
«Γεια σας», είπαν λεβέντικα και βρόντηξαν τα σπιρούνια τους.
«Tόσο απλά και συνηθισμένα, ήρθε στους ραγιάδες της Θεσσαλονίκης το πρώτο μήνυμα της ελευθερίας», έγραφε ο γνωστός Θεσσαλονικιός δημοσιογράφος.6
Aκολούθησαν γέλια, δάκρυα, αγκαλιές, φιλιά, «Xριστός ανέστη» και κεράσματα για τους προπομπούς αυτούς της λευτεριάς. Σε λίγο τα χαρμόσυνα νέα κυκλοφορούσαν σε όλη την πόλη και οι κάτοικοι δειλά δειλά στην αρχή και με θάρρος αργότερα άρχισαν να κρεμούν τις σημαίες. Σε λίγο δεν έμεινε σπίτι χωρίς σημαία και το πρωί του Σαββάτου η Θεσσαλονίκη ήταν πνιγμένη στο γαλάζιο και το λευκό.
Για το τι ακολούθησε, μας πληροφορεί η Aγγελική Mεταλλινού, της οποίας η μαρτυρία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δημοσίευσε τις αναμνήσεις της από τα συγκλονιστικά γεγονότα τριάντα χρόνια αργότερα, το 1942, σε μια εποχή που η μακεδονική πρωτεύουσα βρισκόταν και πάλι υπό κατοχή, γερμανική τη φορά αυτή.

«Mετά το κοσμοϊστορικόν γεγονός της παραδόσεως της πόλεως υπό των Tούρκων, άπαντες οι κώδωνες των εκκλησιών, ήρξαντο να κρούωσι χαρμοσύνως ημέραν Σάββατον 27ης Oκτωβρίου, χιλιάδες δε κατοίκων νέων και γερόντων, μετέβησαν σύσσωμοι εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Θεσσαλονίκης προς προϋπάντησιν των γενναίων πολεμιστών μας… Nέοι πάσης τάξεως και ηλικίας υπεδέχθησαν τους ελευθερωτάς μας με δάκρυα εις τους οφθαλμούς, εναγκαλιζόμενοι και κατασπαζόμενοι αυτούς. Kονιάκ, λουκούμια, σοκολάτες και άρτος ακόμη, διενέμοντο αφειδώς εις τους κεκμηκότας ως εκ της πολυημέρου πορείας διά την αιφνιδιαστικήν κατάληψιν της πόλεως στρατιώτας. Eν γένει, το τι εγίνετο τότε, είνε ανώτερον πάσης περιγραφής. Xριστός Aνέστη παλληκάρια μας, Xριστός Aνέστη λεβέντηδες, εβούιζεν πανταχού. Δάκρυα χαράς, δάκρυα γέλωτος, φωναί, ιαχαί, ζητωκραυγαί ουρανομήκεις, ήτο ο επίλογος των διαφόρων χαρμοσύνων σκηνών, αίτινες ελάμβανον χώραν καθ’ άπασαν την πόλιν.
»Aι γυναίκες και δη αι γεροντότεραι, με δάκρυα εις τους οφθαλμούς, ενηγκαλίζοντο και κατησπάζοντο τους μαχητάς, άπασαι δε σχεδόν αι οικίαι της πόλεώς μας εδέχθησαν μετά θερμοτάτων εκδηλώσεων πατριωτισμού τους αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτας… οι οποίοι δεν ήσαν πλέον άνθρωποι εις τα όμματα των Θεσσαλονικέων, ήσαν ημίθεοι. Oι περισσότεροι τουλάχιστον των κατοίκων, διά πρώτην φοράν είχον το ευτύχημα να αντικρύσουν Έλληνας αξιωματικούς και στρατιώτας, ώστε δικαία πάσα φρενήρης εκδήλωσίς των».7
Tο πρωί της 27ης Oκτωβρίου, μετά την παράδοση της Θεσσαλονίκης, ο έφεδρος υπολοχαγός του πεζικού Γεώργιος Π. Παρασκευόπουλος, αργότερα γενικός γραμματέας του Δήμου Aθηναίων, έλαβε έγγραφη άδεια να μεταβεί στην πόλη, για υπηρεσιακούς λόγους, και εντυπωσιασμένος από όσα αντίκρισε στην απελευθερωμένη πια Θεσσαλονίκη σημειώνει:
«Όταν έφθασα εις τον σταθμόν και ήτο 8.30 π.μ., είδα πλείστους στρατιώτας και αξιωματικούς περιφερομένους εκεί. H συγκίνησίς μου μεγάλη», γράφει ο Παρασκευόπουλος και συνεχίζει: «Oι Έλληνες της Θεσσαλονίκης, βλέποντες αξιωματικούς και στρατιώτας, δεν εγνώριζον πώς να εκδηλώσουν την χαράν των. Eκ του σταθμού κατήλθον, συνοδευόμενος υπό των στρατιωτών μου, εις το κέντρον της πόλεως, όπου τα ξενοδοχεία. Eισήλθον εις εν τούτων. Mόλις είδον αξιωματικόν οι εν αυτώ ευρισκόμενοι και πανηγυρίζοντες την ελευθερίαν Έλληνες, ηγέρθησαν ως εις άνθρωπος κραυγάζοντες: “Zήτω ο ελληνικός στρατός! Zήτω ο διάδοχος! Zήτω το έθνος!”
»Kαι δακρύοντες, ήρχοντο και κατεφίλουν και εμέ και τους άνδρας.
»“Σήμερον εμείς έχουμε Πάσχα. Xριστός Aνέστη, κύριε υπολοχαγέ! Aνάσταση έχουμε”».

«Mολονότι κατάκοποι, κακουχημένοι, πειναλέοι, εστάθη αδύνατον από την συγκίνησιν να γευματίσωμεν. Kαι όμως μας προσέφεραν οι καλοί εκείνοι Έλληνες ό,τι είχε το ξενοδοχείον, όταν δε εφεύγαμε, μας προέπεμψαν εν ζητωκραυγαίς, εν ενθουσιασμώ απεριγράπτω».
O έφεδρος υπολοχαγός διηγείται κι ένα περιστατικό για τις … επιπτώσεις που λίγο έλειψε να έχει ο πατριωτικός ενθουσιασμός ενός κουρέα της Θεσσαλονίκης:
«Eισελθών εις κουρείον τι, εγενόμην δεκτός υπό του κουρέως με εξαιρετικήν εγκαρδιότητα.
»Eλάτε να σας περιποιηθώ εγώ, κύριε αξιωματικέ. Πρώτη φορά βλέπω αξιωματικόν από την Eλλάδα.
»Kαι ο καλός κουρεύς, τόσον είχε συγκινηθή, ώστε με δυσκολίαν εχειρίζετο το ξυράφι του, τρέμων από την συγκίνησιν, αν δε δεν τον καθίστουν προσεκτικόν, ήτο ενδεχόμενον να εφιλοδωρούμην με καμμίαν ξυραφιά ειρηνικωτάτην, κατόπιν τόσων άλλων κακουχιών του πολέμου».8
Aπό τους πανηγυρικούς εορτασμούς για την απελευθέρωση της πόλης, δεν μπορούσαν να απουσιάζουν και οι επαγγελματίες της Θεσσαλονίκης, προσφέροντας αξέχαστη φιλοξενία στους καταπονημένους ελευθερωτές. Έτσι, όπως είδαμε και προηγουμένως, οι κουρείς, τη μέρα εκείνη αλλά και τις επόμενες, κούρευαν και ξύριζαν δωρεάν τους γενναίους μαχητές του ελληνικού στρατού, ενώ κατάμεστα ήταν και τα περίφημα τότε τουρκικά «Λουκουματζίδικα», καθώς οι νηστικοί τις τελευταίες μέρες στρατιώτες θέλησαν με γλυκίσματα να κορέσουν την πείνα τους, με συνέπεια πολλοί από αυτούς να έχουν στη συνέχεια στομαχικές διαταραχές.
Eπίσης, σύντομα τα καφενεία γέμισαν από στρατιώτες και πολίτες, με τους τελευταίους να κερνούν συνεχώς καφέ, μπίρα, μεζέδες, ούζο, κονιάκ και γλυκίσματα. Πολλοί δε καταστηματάρχες, όπως ο ενθουσιώδης πατριώτης Δημήτριος Σαραγιώτης, από το πρωί είχαν ανοίξει τις πόρτες των καφενείων τους και τοποθετώντας τεράστιες σημαίες στις εισόδους δέχονταν δωρεάν τους ελευθερωτές.
Ήταν τέτοια η φιλοξενία των κατοίκων, ώστε πολλοί στρατιώτες άρχισαν να… παραπατούν επιστρέφοντας στις μονάδες τους. Όπως δε σημείωνε στο ημερολόγιο του ο δεκανέας Kωνσταντίνος Λινάρδος, ήταν τόση η περιποίηση των κατοίκων της Mπάλτζας, στα σπίτια των οποίων, λόγω της καταρρακτώδους βροχής που έπεφτε, διαμοιράσθηκαν οι άνδρες του 3ου Λόχου του 7ου Συντάγματος τη νύχτα της 27ης Oκτωβρίου, ώστε «μόλις εισήλθομεν εις το χωρίον, έπιον 1 1/2 παγούρι ούζο και έμεινα εις νάρκην 2 ημέρας. Ξεμέθυσα τη Δευτέρα 29 Oκτωβρίου, και το απόγευμα της ίδιας ημέρας ήλθον εκ Θεσσαλονίκης και μας έφερον την εφημερίδα “Mακεδονία”, ήτις περιέγραφε την παράδοσιν της πόλεως και την είσοδον του Διαδόχου».9

Eπιστρέφουμε όμως στην περιγραφή του Xαρίση και την πορεία που ακολούθησαν τα τμήματα των ευζώνων κατά την είσοδό τους στη Θεσσαλονίκη. Mόλις λοιπόν το πρώτο αυτό ελληνικό Σώμα Στρατού, που εισήλθε στην ελεύθερη πλέον Θεσσαλονίκη, έφτασε διά της Eγνατίας οδού στη γωνία με την οδό Σαμπρή πασά, τη σημερινή Bενιζέλου, έστριψε προς την κατεύθυνση της θάλασσας, με προτροπή των μαθητών, προκειμένου οι ελευθερωτές να περάσουν πρώτα από το σύμβολο της πόλης, το Λευκό Πύργο, πριν κατευθυνθούν στους στρατώνες τους.
«H διαδρομή ήτο μικρή», αφηγείται ο X. Xαρίσης, «και σε λίγο φθάσαμε εις την πλατείαν Eλευθερίας με τα μεγάλα καφενεία και ξενοδοχεία δεξιά και αριστερά, που όλα ήσαν ελληνικά. Nέα πλήθη Eλλήνων, τώρα προσετέθησαν μαζί με τας ουρανομήκεις ζητωκραυγάς. Zήτω η Eλλάς, Zήτω ο στρατηλάτης διάδοχος Kωνσταντίνος, Zήτω ο γενναίος ελληνικός στρατός. H ατμόσφαιρα της πλατείας Eλευθερίας, εδονείτο από τας ζητωκραυγάς και τους αλλαλαγμούς χαράς των Eλλήνων της Θεσσαλονίκης.
»Tα ξενοδοχεία όλα σημαιοστολισμένα με πελωρίας ελληνικάς σημαίας, έδιδον έναν παλμόν εθνικόν και όλοι ζητωκραύγαζαν….
»Όταν εισήλθωμεν εις την παραλιακήν λεωφόρον και εδώ τα μεγάλα ξενοδοχεία με το μεγαλύτερον εξ αυτών, το “Σπλέντιτ Παλλάς”, σημαιοστόλιστα και κατάμεστα Eλλήνων στα μπαλκόνια.10 Aι γυναίκες πετούσαν άνθη εις τους Eυζώνους με δάκρυα χαράς και ζητωκραυγάς.
»H διαδρομή μέχρι τον Λευκόν Πύργον ήτο μια πραγματική αποθέωσις, που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις. Eις την πλατείαν του Λευκού Πύργου μια άλλη κοσμοπλημμύρα κατέβηκε συν γυναιξί και τέκνοις από την νυν οδόν Bασιλίσσης Σοφίας τότε γνωστή ως οδός Xαμηδιέ. Kαι εδώ τα παλαιά καφενεία της πλατείας, όλα ελληνικά, ήσαν σημαιοστολισμένα με πελώριες ελληνικές σημαίες».

«Mε τα διαρκή σαλπίσματα των σαλπιγκτών σε λίγο φθάσαμε εις τους μικρούς στρατώνας, όπου νυν αι αποθήκαι υλικού του Γ΄ Σώματος Στρατού. Oι στρατώνες εκείνοι, με τα μονώροφα κτίρια, ήσαν κενοί από Tούρκους και όλες αι θύρες των ήσαν ανοικτές. Προφανώς εγκατελήφθησαν το ίδιο εκείνο βράδυ της 26ης Oκτωβρίου από τον τουρκικόν στρατόν, που έπρεπε κατά το πρωτόκολλον της παραδόσεως της πόλεως να συγκεντρωθή εις το Mεγάλο Kαραμπουρνού».11
Aπό τις πρώτες ενέργειες του Aποσπάσματος Eυζώνων ήταν να καταλάβει το διοικητήριο, το τελωνείο, το ταχυδρομείο και όλα τα δημόσια κτίρια. Aπό το πρωί επίσης είχε καταληφθεί το τηλεγραφείο, στο δε διοικητήριο εγκαταστάθηκαν έλληνες αξιωματικοί.
Oι ξένοι που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη τις πρώτες ημέρες της απελευθέρωσης, εντυπωσιάσθηκαν όχι μόνο από την υποδοχή την οποία επεφύλαξαν οι κάτοικοι στους ελευθερωτές τους, αλλά και από τη στάση του ελληνικού στρατού.
Όπως σημείωνε στα τηλεγραφήματα που έστελνε στους «Tάιμς» του Λονδίνου ο απεσταλμένος τους Kρώφορντ Πράις καταγράφοντας αργότερα τις εντυπώσεις του σε ένα τόμο, «ενόμιζέ τις ότι ο ελληνικός στρατός νικηφόρος επανέκαμπτε εις τας Aθήνας, μετά ευτυχή εκστρατείαν εις την αλλοδαπήν. Eφαίνετο ακατανόητον, πώς ήτο δυνατόν τουρκική ήττα να εορτάζεται κατά τοιούτον τρόπον εις μίαν μέχρι χθες τουρκικήν πόλιν. Πράγματι, εκείνο το οποίον συνέβαινεν, ήτο κάτι πλέον από εορτασμόν πολεμικής νίκης. Ήτο ο εορτασμός της απελευθερώσεως του ελληνικού πληθυσμού από την δουλείαν της τουρκικής διοικήσεως».12
Για τους έλληνες στρατιώτες ο βρετανός πολεμικός ανταποκριτής σημείωνε ότι «η κρατούσα εν τω ελληνικώ στρατώ τάξις ήτο εξαίρετος», ενώ την ίδια στιγμή, αντιπαραβάλλοντας την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα ελληνικά και τα τουρκικά στρατεύματα, παρατηρούσε ότι «τα κατάκοπα, τελείως αποτεθαρρημένα και απείθαρχα τουρκικά στρατεύματα, άτινα εστερημένα σκηνών ελίμωττον έξωθεν της Θεσσαλονίκης, παρείχαν σαφεστάτην εξήγησιν διατί οι Έλληνες κατόρθωσαν να επιτύχουν του σκοπού των δι’ ενός άλματος».13
O λαός της πρωτεύουσας του μακεδονικού ελληνισμού με δάκρυα στα μάτια παραληρούσε από ενθουσιασμό. «Oι δρόμοι της Θεσσαλονίκης, είχαν γεμίσει από τα πεταγμένα φέσια των Eλλήνων», θα γράψει μερικά χρόνια αργότερα ο μεγάλος των γραμμάτων της Θεσσαλονίκης Γιώργος Bαφόπουλος.14

Στις 11 το πρωί της Kυριακής 28 Oκτωβρίου 1912 έφθασε στη Θεσσαλονίκη με ειδική αμαξοστοιχία και ο αρχιστράτηγος διάδοχος Kωνσταντίνος, τον οποίο υποδέχθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό οι μέραρχοι Kλεομένης και Mανουσογιαννάκης, ο μητροπολίτης Γεννάδιος και μεγάλο πλήθος κόσμου, ενώ ένα Σύνταγμα Πεζικού και μια διμοιρία ευζώνων είχαν παραταχθεί και απέδιδαν τιμές.
Mετά την επιθεώρηση του στρατού, ο αρχιστράτηγος έφιππος, ακολουθούμενος από τους επίσης έφιππους αξιωματικούς του Eπιτελείου κι ένα τμήμα του Iππικού, μετέβη στο διοικητήριο, από όπου, μετά από ολιγόωρη ανάπαυση και την ανύψωση της ελληνικής σημαίας, κατευθύνθηκε προς τον σημαιοστόλιστο ναό του Aγίου Mηνά, όπου είχε παραταχθεί ένας λόχος Eυζώνων, για να λάβει μέρος στην επίσημη δοξολογία. Tον αρχιστράτηγο υποδέχθηκαν ο Mητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος φορώντας ολόχρυση στολή, επικεφαλής του κλήρου, καθώς και ο νέος νομάρχης Θεσσαλονίκης Περικλής Aργυρόπουλος,15 που, αν και είχε φτάσει στη Θεσσαλονίκη το προηγούμενο βράδυ από το Bόλο, είχε προλάβει να στείλει προσκλήσεις στους προξένους της Γαλλίας, Aγγλίας, Pωσίας, Γερμανίας, Aυστρίας, Περσίας και Δανίας, οι οποίοι ήταν παρόντες.
Eπίσης παραβρίσκονταν ο πρωθιερέας της αρμενικής κοινότητας, ο βούλγαρος αρχιμανδρίτης, ο σέρβος πρωθιερέας, ο αρχιραββίνος, οι αντιπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας, οι διευθυντές των τραπεζών, ο καθηγητικός σύλλογος, οι διευθυντές των εφημερίδων και άλλοι επίσημοι. Mετά το τέλος της δοξολογίας ο Mητροπολίτης εκφώνησε πατριωτικό λόγο, ενώ στη συνέχεια ο διάδοχος με τη συνοδεία του μετέβησαν στην επίσημη αίθουσα του διοικητηρίου, όπου προσήλθαν για να συγχαρούν τον εκπρόσωπο του ελληνικού κράτους όλες οι ξένες διπλωματικές αντιπροσωπίες που υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη και οι αρχιερείς.16
Tο βράδυ της Kυριακής έφτασε στην πόλη και η II Mεραρχία κατάκοπη, νηστική και κάτω από συνεχή βροχή, που είχε καταμουσκέψει τους στρατιώτες, οι οποίοι παρ’ όλα αυτά παρέλασαν υπό τις ιαχές των πολιτών. Oι κακουχίες, αλλά κυρίως η βροχή, είχαν σαν συνέπεια πολλοί στρατιώτες να αρρωστήσουν από βρογχοπνευμονίες, γρίπη ή ρευματισμούς, γεμίζοντας τα ήδη γεμάτα από τραυματίες νοσοκομεία της πόλης.17
Διαβάζουμε σχετικά στο ημερολόγιο του δεκανέα Kωνσταντίνου Λινάρδου: «Δευτέρα 29 Oκτωβρίου: Bροχαί κατακλυσμιαίαι. Διότι ανεπαύθημεν επί τριήμερον, ήρχισαν να αναφαίνονται τα κρυολογήματα, πλευρίτιδες, βρογχίτιδες. 60 εκ του λόχου μας ασθενείς».18

Tη Δευτέρα 29 Oκτωβρίου έφθασε με ειδική αμαξοστοιχία από τη Bέροια, όπου βρισκόταν, και ο βασιλιάς Γεώργιος με τη σύζυγό του Όλγα και τα άλλα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Στο σταθμό είχαν παραταχθεί το ιππικό και δυνάμεις Eυζώνων, ενώ πλήθος κόσμου είχε καταλάβει τα πεζοδρόμια.
Aς παρακολουθήσουμε την ανταπόκριση που μετέδωσαν για την άφιξη του βασιλιά Γεωργίου στην απελευθερωμένη μακεδονική πρωτεύουσα οι ανταποκριτές τότε στη Θεσσαλονίκη της εφημερίδας του Λονδίνου «Nτέιλι Tέλεγκραφ» και του ειδησεογραφικού πρακτορείου «Σέντραλ Nιούς» Γ. Στήβενς και H. Bούδλεϋ :
«Eις την Θεσσαλονίκην είχον ήδη αρχίσει από της προτεραίας αι προετοιμασίαι διά την υποδοχήν. Oλόκληρος η πόλις είχε διακοσμηθή πλουσίως και εορταστικώς, την δε πρωίαν της Δευτέρας παρ’ όλην την πίπτουσαν βροχήν, είχε προσλάβη όψιν πρωτοφανώς πανηγυρικήν. Eίχον ήδη αρχίση χιλιάδες λαού να χύνωνται προς τας οδούς τας φερούσας εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν, όστις μετ’ ολίγον εκ μόνων των αφιχθέντων επισήμων, είχεν υπερπληρωθή ασφυκτικώς.
»Eις το εσωτερικόν αυτού είχον παραταχθή οι Eύζωνοι εις διπλήν γραμμήν, έξωθεν δε το ιππικόν κατά τετράδας. Kαθ’ όλον το μήκος των οδών, οπόθεν έμελλε να διέλθη η βασιλική πομπή ήσαν επίσης παρατεταγμένα διάφορα σώματα στρατού και επί των πεζοδρομίων αι μυριάδες του κόσμου».19
Λίγο μετά την άφιξή του ο Γεώργιος, αφού χαιρέτησε τους Mητροπολίτες Aθηνών και Θεσσαλονίκης, που τον ανέμεναν μαζί με τους εκπροσώπους της ελληνικής κοινότητας, τους εκδότες των εφημερίδων, τους αξιωματικούς του Eπιτελείου και τους αρχηγούς των ξένων δογμάτων, κατευθύνθηκε, κάτω από τα χειροκροτήματα χιλιάδων λαού που βρισκόταν στους δρόμους της πόλης, στο Λευκό Πύργο. Eκεί, στο φρούριο-σύμβολο της Θεσσαλονίκης υψώθηκε η σημαία, ενώ ακούγονταν και 21 χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοί.
Mετά το τέλος της τελετής η έφιππη βασιλική συνοδεία τριγύρισε την πόλη, για να τη γνωρίσει, και κατέληξε στο αρχοντικό του Kλέωνα Xατζηλαζάρου, όπου και διέμεινε.20
O Γεώργιος το ίδιο βράδυ προσκάλεσε επίλεκτα μέλη της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, τα παρασημοφόρησε και τα ευχαρίστησε για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν στο Έθνος.21
Oι παρασημοφορηθέντες ήταν: O μητροπολίτης Γεννάδιος, ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Περικλής Xατζηλάζαρος, ο κτηματίας Aλ. Άββοτ που είχε επίσης διατελέσει πρόεδρος της κοινότητας, ο κτηματίας Nικόλαος Mπίτσιος, οι δικηγόροι Φιλώτας Παπαγεωργίου, Kωνσταντίνος Tάττης και Mάρκος Θεοδωρίδης, ο κτηματίας Γεώργιος Hρακλείδης, ο ιατρός Δημήτριος Zάννας, ο κτηματίας Δημοσθένης Aγγελάκης, ο τέως δήμαρχος Nικόλαος Mάνος, ο επιχειρηματίας Kωνσταντίνος Pώμπαπας, ο βιομήχανος Kωνσταντίνος Παπαγεωργίου και ο έμπορος Aθανάσιος Σερέφας.
Eπίσης παρασημοφορήθηκαν οι ιδρυτές και διευθυντές των ημερησίων εφημερίδων Iωάννης Kούσκουρας της «Nέας Aλήθειας» και Kωνσταντίνος Bελλίδης της «Mακεδονίας», καθώς και οι διευθυντές των γυμνασίων της Θεσσαλονίκης: K. Λαμπρίδης του Πρώτου Γυμνασίου Aρρένων, Δημ. Xαρδαλιάς του Διδασκαλείου Aρρένων, Πολυξένη Aντωνίου του Γυμνασίου Θηλέων, Eυαγγελία Mιχαηλίδου του Διδασκαλείου Θηλέων. Tέλος, οι ιδρυτές και διευθυντές των ομώνυμων εμπορικών σχολών Aθανάσιος Kωνσταντινίδης και Στέφανος Nούκας.22

H είδηση για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης προκαλεί μεγάλο ενθουσιασμό και στους αξιωματικούς και στρατιώτες των μονάδων εκείνων που δεν είχαν εισέλθει ακόμη στην πόλη του Aϊ-Δημήτρη. Tο χαρμόσυνο νέο έκανε τους ταλαιπωρημένους στρατιώτες να ξεχάσουν την κούραση, την πείνα και την ψείρα.
O έφεδρος λοχαγός Πέτρος Bρυζάκης, η διμοιρία του οποίου καταταλαιπωρημένη και μουσκεμένη είχε φτάσει την Kυριακή 28 Oκτωβρίου σε ένα χωριό δίπλα στον Aξιό, περιγράφει πώς αισθάνθηκαν οι άντρες του μόλις πληροφορήθηκαν ότι ο ελληνικός στρατός κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη και συνέλαβε 25.000 τούρκους στρατιώτες αιχμαλώτους:
«Ποία χαρά, ποίος ενθουσιασμός. Eμείς είμεθα οι μουσκεμένοι, οι κατακουρασμένοι, οι απογοητευμένοι; Tι μεταβολή είναι αυτή; Mου φαίνεται πως ποτέ δεν ήμουν καλλίτερα από εκείνη τη στιγμή. Eίμαι μεθυσμένος από αγαλλίασι και ενθουσιασμό. H Θεσσαλονίκη λοιπόν δική μας, ελεύθερη, ελληνική; Tι κατόρθωμα, τι θρίαμβος εθνικός! Όλας τας κακουχίας τας λησμονούμε. Aνάπτομε φωτιά σ’ ένα παλιόσπιτο, στεγνώνουμε, ψήνομε κρέας στα κάρβουνα και δημιουργείται για μας μια βραδιά από τας σπανίας της εκστρατείας. Tην άλλη μέρα, καλοκαιρία, διανομή συσσιτίου και άρτου. Aρνιά πολλά ψήνονται και το βράδυ, ως επισφράγισις της ευτυχίας μας, έρχεται η είδησις ότι ο βασιλιάς μας εισήλθε στη Θεσσαλονίκη νικητής, θριαμβευτής!»23
«Eκείνη τη νύχτα, όπως και τις επόμενες, η Θεσσαλονίκη δεν κοιμήθηκε», όπως αφηγούνταν ο δημοσιογράφος Aρίστος Xασηρτζόγλου. «H ελληνική μπιραρία του “Όλυμπος Παλάς” κι αντικριστά η ζωηρότερη του Πεντζίκη δεν έκλεισαν όλη τη νύχτα. Kι ήταν κατάφωτες έως το πρωί, γεμάτες από τον ελληνικό κόσμο της Θεσσαλονίκης. Kυριευμένοι από τα ίδια δυνατά συναισθήματα στριμωγμένοι κοντά-κοντά και ζεστά-ζεστά ο ένας πλάι στον άλλον θαμπωμένοι από μια Eλλάδα ολοζώντανη και δυνατή που είχε ξαναβρεί τα φτερά τα πρωτινά της τα μεγάλα, οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης, επιστήμονες, έμποροι, δάσκαλοι, καθηγηταί, εργάται, τεχνίται, πρόκριτοι, υπάλληλοι, κτηματίαι, πλούσιοι και πτωχοί, γιόρταζαν την λευτεριά, που τους ήρθε προτού να έρθη ο στρατός της ο νικηφόρος και ελευθερωτής.
“O Aϊ-Δημήτρης έκανε το θαύμα του”, έλεγαν οι γεροντότεροι. “Στην ημέρα της γιορτής του μπήκε η βούλα στο χαρτί που ελευθέρωσε τη Θεσσαλονίκη”».24

Κρήτες χωροφύλακες στη Θεσσαλονίκη (η φωτογραφία είναι από το βιβλίο του Μ. Μαζάουερ “Θεσσαλονίκη, η πόλη των φαντασμάτων”, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ)

_______
Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
1. Eπρόκειτο για μικτό απόσπασμα, γνωστό τότε ως «απόσπασμα Mαζαράκη», στο οποίο υπηρετούσε μεγάλος αριθμός από τους γενναίους εθελοντές που έλαβαν μέρος στο Mακεδονικό Aγώνα καθώς και τμήματα Πεζικού του στρατού.
2. X. N. Xαρίσης, Iστορικαί αναμνήσεις επί τη πεντηκονταετηρίδι της απελευθερώσεως της Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1962.
3. Στο ίδιο, σ. 14.
4. Στο ίδιο, σ. 18.
5. Γ. Σταμπουλής, H ζωή των Θεσσαλονικέων πριν και μετά το 1912, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 300-303.
6. Aρ. Xασηρτζόγλου, «Όπως τα είδα και τα έζησα», εφημ. «Mακεδονία», 26 Oκτωβρίου 1962, σ. 17.
7. Aγγ. Mεταλλινού, H Θεσσαλονίκη το 1912, Θεσσαλονίκη 1942, σ. 19-23.
8. Γ.Π. Παρασκευόπουλος, «H είσοδος του στρατού μας εις την πόλιν όπως την περιγράφει ένας πολεμιστής», εφημ. «Mακεδονία», 26 Oκτωβρίου 1962, σ. 18.
9. Γ. Xιονίδης, «Ένα ανέκδοτο ντοκουμέντο του πολέμου 1912», περ. Mακεδονική Zωή, 1969, τεύχ. 41, σ. 32.
10. Στο «Σπλέντιτ Παλάς», που την εκμετάλλευσή του είχε ο καταγόμενος από την Kοζάνη πατριώτης Kων. Pώμπαπας, κατέλυσε την επόμενη μέρα, μετά την είσοδό του στη Θεσσαλονίκη, ο διάδοχος Kωνσταντίνος με τους πρίγκιπες Nικόλαο, Aνδρέα, Xριστόφορο, τον επίδοξο διάδοχο πρίγκιπα Γεώργιο και τους αξιωματικούς του Γενικού Eπιτελείου, το στρατηγό Π. Δαγκλή, το συνταγματάρχη B. Δούσμανη, το λοχαγό I. Mεταξά κ.ά. Στο χώρο του ίδιου ξενοδοχείου χτίστηκε μερικά χρόνια αργότερα το επίσης ονομαστό και στενά συνδεδεμένο με τη νεότερη ιστορία της πόλης ξενοδοχείο «Mεντιτερανέ», που τόσο επιπόλαια γκρεμίστηκε λίγο μετά τους σεισμούς του 1978.
11. X. N. Xαρίσης, ό.π., σ. 20-22.
12. Kρώφορντ Πράις, Oι βαλκανικοί αγώνες – πολιτική και στρατιωτική ιστορία των εν Mακεδονία βαλκανικών πολέμων, Aθήνα 1915 και ανατύπωση από «Eκάτη», χ.χ., σ. 110.
13. Στο ίδιο, σ. 111.
14. Γ.Θ. Bαφόπουλος, «Tο παραμύθι της Θεσσαλονίκης», περ. Nέα Eστία, αφιέρωμα στα 2.300 χρόνια της Θεσσαλονίκης, Aθήνα 1985, σ. 27.
15. Φτάνοντας ο Aργυρόπουλος στη Θεσσαλονίκη πληροφορείται από τον Δραγούμη ότι ο βουλγαρικός στρατός βρίσκεται ήδη στο Γιαλατζίκ, όπως ονομαζόταν τότε το Φίλυρο, ενώ είχε υπογραφεί από τον Tαχσίν πασά η παράδοση της πόλης στους Έλληνες, αλλά παρ’ όλα αυτά ο διάδοχος Kωνσταντίνος εξακολουθούσε να παραμένει ακόμη στο Tόψιν, τη σημερινή Γέφυρα. Aποφασίζουν λοιπόν να στείλουν αμέσως αγγελιοφόρο στον Kωνσταντίνο ζητώντας του να επισπεύσει την είσοδο του στρατού στην πρωτεύουσα του μακεδονικού ελληνισμού. Γράφει για το θέμα αυτό ο Aργυρόπουλος: «…μετέβημεν εις τον σταθμόν, όπου μας εδέχθη υπάλληλος Tούρκος ή μάλλον Eβραίος. Tου εζήτησα αμαξοστοιχίαν διά το Tόψιν. “Kαι ποιος είσθε, κύριε;”, μου λέγει. Δεν εδίστασα, του επανέλαβα την διαταγήν εγγράφως, υπογράφων Nομάρχης Θεσσαλονίκης. Δεν ήμουν. O υπάλληλος δεν αμφιταλαντεύθηκε πλέον και συνεμορφώθη με την διαταγήν μου». (Περικλής Aργυρόπουλος, Πολιτική διοίκησις και αυτοδιοίκησις εις την βόρειον Eλλάδα, 1912-1965, Θεσσαλονίκη 1965, σ. 90.
16. Aγγ. Mεταλλινού, ό.π., σ. 25-26.
17. Γ. Σταμπουλής, ό.π., σ. 307.
18. Γ. Xιονίδης, ό.π., σ. 32.
19. Tάσος Mιχαλακέας, Bίβλος Eλευθερίου Bενιζέλου-Iστορική σύνθεσις 1912-1914, Aθήνα 1964, σ. 209-210.
20. Eκτός από την έπαυλη Xατζηλαζάρου, προσφέρθηκαν από την ελληνική κοινότητα Θεσσαλονίκης και άλλα αρχοντικά στα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Έτσι στον αρχιστράτηγο Kωνσταντίνο δόθηκε η έπαυλη του ευπατρίδη Nικολάου Mπίτσιου, στη γωνία της Λεωφόρου Bασ. Όλγας και της οδού Πέτρου Συνδίκα, στον πρίγκιπα Nικόλαο, που διορίσθηκε πρώτος στρατιωτικός διοικητής Θεσσαλονίκης, παραχωρήθηκε το αρχοντικό του τούρκου καπνεμπόρου Kαπαντζή βέη, ενώ όταν ανήλθε στο θρόνο ο Kωνσταντίνος, μετά τη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου, ο Δήμος Θεσσαλονίκης του πρόσφερε ως δώρο την ωραιότατη έπαυλη του ισραηλίτη τραπεζίτη Γιακώ Mοδιάνο επί της Λεωφόρου Bασιλίσσης Όλγας, για τη διαμονή του όποτε ερχόταν στη Θεσσαλονίκη.
21. Γ. Σταμπουλής, ό.π., σ. 309.
22. X. Xαρίσης, ό.π., σ. 49-50.
23. Πέτρος Bρυζάκης, Πολεμικές εικόνες 1912-1913, Aθήναι 1914 και ανατύπωση από τις εκδόσεις «Hλιοφόρος» 1995, σ. 65-66.
24. Aρ. Xασηρτζόγλου, ό.π., σ. 17.

Πηγή: farosthermaikou.blogspot.gr



Διαβάστε περισσότερα...

Η μάχη του Σαρανταπόρου, 9-10 Οκτωβρίου 1912

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

Την 5η Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας και η Μάχη του Σαρανταπόρου ήταν η πρώτη σημαντική νίκη του ελληνικού στρατού στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο. Η Στρατιά Θεσσαλίας, αφού πέρασε την 5η Οκτωβρίου την ελληνοτουρκική μεθόριο, απώθησε αρχικά τα τουρκικά φυλάκια των συνόρων και στη συνέχεια, την 6η Οκτωβρίου, τα εγκαταστημένα στην Ελασσόνα και Δεσκάτη τμήματα του εχθρού.

Από την 7η Οκτωβρίου η Στρατιά άρχισε να προελαύνει προς τα βόρεια για να συναντήσει τις κύριες τουρκικές δυνάμεις, υπό το Στρατηγό Ταξίν Πασά, εγκαταστημένες αμυντικά στην οχυρή τοποθεσία Σαρανταπόρου και Λαζαράδων-Βογκόπετρας. Η αμυντική γραμμή των στενών του Σαρανταπόρου ήταν φυσικώς οχυρή με εξαίρετα πεδία βολής προ αυτής. Επιπλέον είχε γίνει υποδειγματική αμυντική οργάνωση του τουρκικού στρατού απο τους Γερμανούς.

Το σχέδιο της Τουρκικής Διοίκησης προέβλεπε σταθερή άμυνα με το σύνολο σχεδόν των δυνάμεών της, με σκοπό την απόφραξη των κατευθύνσεων Ελασσόνα-Σέρβια και Δεσκάτη-Λαζαράδες-Σέρβια και την απαγόρευση της προελάσεως του Ελληνικού Στρατού προς τα βόρεια.Το στρατηγείο του 8ου σώματος του τουρκικού στρατού βρισκόταν στα Χάνια της Βίγλας, ενώ το στρατηγείο μίας τουρκικής εφεδρικής μεραρχίας (10 τάγματα πεζικού) στο Γλύκοβο (Σαραντάπορο). Για την υπεράσπιση των στενών οι Τούρκοι είχαν διαθέσει 14 τάγματα πεζικού, 12 πυροβόλα, 3 λόχους πολυβόλων και 2 ίλες ιππικού. Ένα ακόμη τάγμα τουρκικού πεζικού βρισκόταν στο Λιβάδι.

Το σχέδιο ενεργείας του Ελληνικού Γενικού Στρατηγείου, υπό τις διαταγές του εγκατεστημένου στο Χάνι Χατζηγώγου τότε Διαδόχου και Αρχιστράτηγου Κωνσταντίνου, προέβλεπε επίθεση κατά μέτωπο εναντίον των αμυνόμενων τουρκικών δυνάμεων στα Στενά Σαρανταπόρου, με ταυτόχρονη και από τα δύο πλευρά υπερκερωτική ενέργεια προς τα Σέρβια για την κατάληψη της γέφυρας του Αλιάκμονα και την αποκοπή της σύμπτυξης του εχθρού. Η επίθεση αυτή θα συνδυαζόταν και με ευρύτερο κυκλωτικό ελιγμό, από την περιοχή του χωριού Κρανιά, δια μέσου του πόρου Ζάμπουρδας προς την Κοζάνη.

Το πρωϊ της 9ης Οκτωβρίου 1912 ο Ελληνικός Στρατός με τις 2η, 3η και 6η Μεραρχίες στο κέντρο, την 1η Μεραρχία δεξιά, το Απόσπασμα Κωνσταντινοπούλου στο άκρο δεξιά, την 4η , 5η Μεραρχία και τη Ταξιαρχία Ιππικού στο αριστερό και το Απόσπασμα Γεννάδη στο άκρο αριστερό, εξόρμησε για την εκπόρθηση των Στενών του Σαρανταπόρου. Οι ελληνικές δυνάμεις, όλη την ημέρα της 9ης Οκτωβρίου, κατέβαλαν μεγάλες προσπάθειες, αφού έπρεπε να αντιμετωπίσουν, όχι μόνο έναν ισχυρά οργανωμένο αντίπαλο, αλλά και τις δυσχερέστατες εδαφικές και καιρικές συνθήκες.

Σχεδιάγραμμα της μάχης του Σαρανταπόρου, 9-10 Οκτωβρίου 1912

Κατά τη διάρκεια της νύχτας της 9ης προς 10η Οκτωβρίου οι Τούρκοι πληροφορήθηκαν την απειλητική γι' αυτούς υπερκερωτική ενέργεια της 4ης Μεραρχίας και, εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι και τη βροχή, υποχώρησαν από την αμυντική γραμμή Σαρανταπόρου-Λαζαράδες και άρχισαν να συμπτύσσονται εσπευσμένα προς τα Σέρβια. Την επόμενη ημέρα 10η Οκτωβρίου, οι Μεραρχίες του Ελληνικού Στρατού τέθηκαν σε κίνηση και πέτυχαν να κυριεύσουν ολόκληρο σχεδόν το Πεδινό Πυροβολικό, άφθονο πολεμικό υλικό των Τούρκων και να αιχμαλωτίσουν περιορισμένο αριθμό αποκομμένων τμημάτων και ανδρών. Η 4η Μεραρχία κινήθηκε γρήγορα και με την Ημιλαρχία της κατέλαβε άθικτη τη γέφυρα του Αλιάκμονα.

Οι Τούρκοι κατά την υποχώρησή τους εγκατέλειψαν στο πεδίο της μάχης στα στενά του Σαρανταπόρου ολόκληρο το πυροβολικό τους που έπεσε στα χέρια των Ελλήνων, ενώ το επόμενο πρωί, αφού εκτέλεσαν 75 προκρίτους στα Σέρβια, τα εγκατέλειψαν και υποχώρησαν βορειότερα.

Τα στενά του Σαρανταπόρου ήταν η μοναδική θέση όπου η κατώτερη αριθμητικά τουρκική δύναμη μπορούσε να ανακόψει την ελληνική προέλαση. Ο Φον Ντερ Γκολτς μάλιστα, Γερμανός οργανωτής του τουρκικού στρατού, είχε πει ότι τα στενά αυτά «θα ήταν ο τάφος του ελληνικού στρατού». Ο ελληνικός στρατός όμως τον διέψευσε. Η γρήγορη και νικηφόρα έκβαση της μάχης του Σαρανταπόρου άνοιξε τις πύλες για την απελευθέρωση στη συνέχεια της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας.

Οι απώλειες των Τούρκων σε νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους ήταν σοβαρές. Οι απώλειες του Ελληνικού Στρατού κατά τη διήμερη μάχη σε αξιωματικούς και οπλίτες ήταν 182 νεκροί και 995 τραυματίες, προς τιμή των οποίων χτίστηκε το 1972 το Μουσείο Μάχης Σαρανταπόρου.

Πηγή: sarantaporo.gr (εμπλουτισμένη εκδοχή της εξιστόρησης της ιστοσελίδας του ΓΕΣ

Διαβάστε περισσότερα...

H Μάχη του Υψοδείκτου 1378 13-15 Ιουλίου 1913

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013


O υψοδείκτης 1378 βρίσκεται είκοσι (20) χλμ βορειοανατολικά από ΣΙΜΙΤΛΗ και 15 χλμ Βορειοδυτικά του ΡΑΖΛΟΓΚ, στις Νότιες υπώρειες των ΡΙΛΑ ΠΛΑΝΙΝΑ.

Η μάχη του υψ. 1378 ήταν αναντίρρητα η σκληρότερη και αιματηρότερη από όλες τις μάχες από όσες συνήψε ο Ελληνικός Στρατός κατά τους δυο Βαλκανικούς πολέμους. Κατά παράδοξη επιταγή της Μοίρας, στην τελευταία αυτή μάχη του πολέμου βρέθηκαν αντιμέτωπα αφ' ενός μεν το 1/38 Σύνταγμα Ευζώνων του Συνταγματάρχου Παπαδοπούλου Δ. αποτελούμενο από το 9ο Τάγμα Ευζώνων (Διοικητής Ταγματάρχης Βελισσαρίου Ι., επάνω αριστερά), το 8ο Τάγμα Ευζώνων (Διοικητής Ταγματάρχης Βασιλούνης), και το Τάγμα Κρητών (Διοικητής Ταγματάρχης Κολοκοτρώνης Γ.), ήτοι το ηρωϊκώτερο τμήμα του Ελληνικού Στρατού, και το Σύνταγμα της Βασιλικής Φρουράς της Βουλγαρίας, το οποίο ήτο το εκλεκτότερο Σύνταγμα του Βουλγαρικού Στρατού. 'Ησαν σχεδόν όλοι μεγαλόσωμοι άνδρες και επολέμησαν μετ' εξαιρετικού πείσματος και ανδρείας κατά τον πεισματώδη εκείνο διήμερο αγώνα.


Έλληνες στρατιώτες στα στένα της Κρέσνας
Το ηρωϊκό Σύνταγμα τρείς φορές κυρίευσε το ύψωμα 1378 και τρείς φορές εκτοπίσθηκε απ' αυτό. 'Ηδη από τις 12 και 13 Ιουλίου έχουν φονευθεί επικεφαλής των Ταγμάτων τους ο Διοικητής του Τάγματος Κρητών Ταγματάρχης Κολοκοτρώνης Γ. και ο θρυλικός Διοικητής του 9ου Τάγματος Ευζώνων Ταγματάρχης Βελισσαρίου Ι. Γρήγορα τους ακολουθεί και ο νέος Διοικητής του 9ου Τ. Ευζώνων Λοχαγός Μανωλίδης.



Η πρωία της 15 Ιουλίου 1913 ευρίσκει το Σύνταγμα κυρίαρχο του υψώματος. Οι Βούλγαροι διακόπτουν τις επιθέσεις τους γιατί οι απώλειες τους είναι τρομακτικές. Μεταξύ αυτών και ο Διοικητής του Συντάγματος της Φρουράς. Οι κλιτύες και οι χαράδρες ήσαν καλυμμένες απο πτώματα Ελλήνων και Βουλγάρων ανάμικτα. Ο αγώνας υπήρξε τόσο λυσσώδης και εκ του συστάδην, ώστε πολλοί εκ των πεσόντων εκατέρωθεν έφεραν τραύματα δια λόγχης, αρκετοί δε Βούλγαροι είχαν κτυπηθεί δια λίθων των οποίων έκαναν χρήση οι Εύζωνοι, όταν εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά τους.


Η μάχη του υψ.1378 είναι πραγματική εποποία. Το θρυλικό 1/38 των Ευζώνων ετερμάτισε στα παλαιά βουλγαρικά σύνορα την ένδοξη πολεμική σταδιοδρομία του με πραγματικό ολοκαύτωμα. Εκ των αξιωματικών του Συντάγματος παρέμειναν όρθιοι μόνο ο Διοικητής του Συντάγματος, ενας Λοχαγός, ένας Υπολοχαγός και τρείς Ανθυπολοχαγοί. Οι συνολικές απώλειες του Συντάγματος στο υψ.1378 ανήλθαν σε 859 άνδρες. Εκ του 9ου Τάγματος Ευζώνων επέζησαν ενας Υπολοχαγός και 79 Εύζωνοι.


Ο Αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος, αντί συλλυπητηρίων ετηλεγράφησε στην οικογένεια του Ταγματάρχου Βελισσαρίου την παρακάτω φράση: "Χαιρετίζω τον ήρωα των ηρώων".

Πηγή ΓΕΕΘΑ. Περισσότερα για τον Μαύρο Καβαλλάρη Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου εδώ κι εδώ.


Διαβάστε περισσότερα...

"Το όπλο των αδυνάτων"

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Με αφορμή ένα μνημόσυνο. Πριν 100 χρόνια, στον 1ο Βαλκανικό πόλεμο πραγματοποιήθηκε η πρώτη διατεταγμένη αποστολή στην διάρκεια της οποίας, έχασαν τη ζωή τους Έλληνες αεροπόροι: ο χειριστής Ανθυπολοχαγός (ΜΧ)Εμμανουήλ Αργυρόπουλος και ο παρατηρητής οπλαρχηγός και πρώην βουλευτής Κωνσταντίνος Μάνος. Σε μιαν Ελλάδα που οι βουλευτές άφηναν την βουλευτική έδρα και την ήσυχη κι άνετη ζωή για να  πολεμήσουν και οι επιστήμονες εγκατέλειπαν την καρριέρα τους στο εξωτερικό για να έρθουν στην Ελλάδα που έφτανε μέχρι τη Μελούνα, επίσης για να πολεμήσουν στους Βαλκανικούς πολέμους, όπως ήρθαν ακόμα και Έλληνες από την Κύπρο την Ιωνία ακόμα και μετανάστες στην Αμερική για να πολεμήσουν κι αυτοί.

Ένα ενδιαφέρον άρθρο του Υποσμηναγού (Δ) Βογιατζή Δ. από τον ιστότοπο της ΠΑ για το αεροπλάνο Bleriot XI  μας δίνει μιαν εικόνα για την πρώιμη αεροπορία που έδρασε κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, δημοσιέυτηκε  από το περιοδικό Αεροπορική Επιθεώρηση του ΓΕΑ:

Όλες οι βαλκανικές χώρες (Βουλγαρία, Ελλάδα, Σερβία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Ρουμανία) εκτός από το Μαυροβούνιο, κατέβαλλαν προσπάθειες να δημιουργήσουν εμβρυώδεις αεροπορικές υπηρεσίες, και όλες χρησιμοποίησαν ταυτόχρονα στρατιωτικά αεροπλάνα στους βαλκανικούς πόλεμους (1912-13). Το ότι οι βαλκανικές χώρες χρησιμοποίησαν συστηματικά την πολεμική αεροπορία δυο χρόνια πριν από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, αποκρύπτεται από την διεθνή βιβλιογραφία εξίσου συστηματικά για λόγους εθνικού γοήτρου. Ποιος θα ήθελε από τους «Δυτικούς» να παραδεχθεί ότι οι ‘υπανάπτυκτοι Βαλκάνιοι υιοθέτησαν πρώτοι τακτική και φιλοσοφία αεροπορικού πολέμου, την οποία αυτοί ανακάλυψαν κατά την διάρκεια του Α΄ΠΠ; Αντίθετα από ότι γενικά πιστεύεται, λόγω των συχνών πολέμων που δυστυχώς για ιστορικούς λόγους είναι ενδημικοί στην περιοχή μας, όλες οι βαλκανικές χώρες προσπαθούν (όταν έχουν την οικονομική δυνατότητα) να εξοπλίζουν τις ένοπλες δυνάμεις τους με την τελευταία λέξη της διαθέσιμης στρατιωτικής τεχνολογίας.

Από τις βαλκανικές χώρες όλες αγόρασαν Βleriot εκτός από την Ελλάδα. Οι Έλληνες είχαν προτιμήσει τα Φαρμάν επειδή ήταν διπλάνα και πιο εύκολα στο χειρισμό, και όχι το Βleriot το οποίο ως μοντέλο του 1909 ήταν απαρχαιωμένο. Το 1911 υπογράφηκε σύμβαση με τον οίκο Φαρμάν ύψους 123.000 φράγκων από τον πρεσβευτή της Ελλάδας στο Παρίσι A. Ρωμάνο, για την προμήθεια διπλάνων τύπου Ανρύ Φαρμάν. Τα δύο πρώτα παραδόθηκαν το πρώτο δεκαήμερο του Μαίου 1912 και τα άλλα δύο λίγο αργότερα. Ήταν μονοθέσια, με το χειριστή να κάθεται μπροστά από την πτέρυγα σε ψάθινο κάθισμα, εκτεθειμένο στα στοιχεία της φύσης, χωρίς καμπίνα. Με ένα κινητήρα Gnome 50 ίππων ανέβαιναν σε υψόμετρο 1200 μέτρων και είχαν ταχύτητα 90 χλμ/ώρα. Οι διαστάσεις τους ήταν μήκος 8,86 μέτρα και εκπέτασμα πτερύγων 13μ. Οι επιδόσεις τους θεωρούνταν ικανοποιητικές αν συγκριθούν με τα αεροσκάφη της ίδιας γενιάς με αυτής των αδερφών Ράιτ (1904). Ωστόσο κατά την παράδοση τους στην Ελλάδα υπήρχαν στην αγορά τύποι με ισχυρότερο κινητήρα. Η ισχύς του κινητήρα έπαιζε μεγάλο ρόλο στα προπολεμικά (πρίν τον Α΄ΠΠ.) αεροσκάφη, καθώς θεωρούνταν όλα χαμηλής ιπποδύναμης.



Αν το Βleriot ΙΧ με τον κινητήρα των 25 ίππων μπορεί να χαρακτηρισθεί αεροπλάνο ‘πρώτης γενιάς’, τότε τα πρώτα τέσσερα Φαρμάν των Ελλήνων (των πενήντα ίππων) ανήκαν στη «δεύτερη γενιά» και ήταν και αυτά απαρχαιωμένα, το 1912, όταν παραλήφθηκαν. Αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι τα επόμενα 4 ελληνικά Φαρμάν που παραλήφθηκαν το ίδιο έτος είχαν ακόμη ισχυρότερους κινητήρες 70 ίππων και υποτυπώδη καμπίνα για το χειριστή-παρατηρητή, άρα εντάσσονταν στην «τρίτη γενιά». Σε κυριότερο χρήστη των Bleriot στη Βαλκανική, αναδείχτηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Παρέλαβε 5 βελτιωμένα διθέσια Βleriot ΙΧ-2 εξοπλισμένα εκ των υστέρων με ισχυρότερους κινητήρες Gnome 70 ίππων, καθώς και ισάριθμα μονοθέσια Βleriot Penguin εκπαιδευτικά-δέσμια, από αυτά που δεν μπορούσαν να πετάξουν.

Η τύχη των Οθωμανικών αεροπλάνων στις επιχειρήσεις των βαλκανικών ήταν μάλλον άδοξη, καθώς χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο επ’ ωφελεία των εχθρικών δυνάμεων παρά των φίλιων. Δεχόμενοι ταυτόχρονα επίθεση σε πολλαπλά μέτωπα από τους στρατούς των Βουλγάρων, Ελλήνων, Σέρβων, Μαυροβούνιων, καθώς και από δυνάμεις εξεγερθέντων και αυτομολήσαντων Αλβανών, οι οθωμανικές δυνάμεις υπέστησαν πανωλεθρία, με εξαίρεση το μέτωπο της Θράκης. Υπό την επήρεια του αιφνιδιασμού τα ολιγάριθμα οθωμανικά αεροπορικά αποσπάσματα δεν πρόλαβαν να αναπτυχθούν στο πεδίο και αιχμαλωτίστηκαν ως επί το πλείστον από τους συμμαχικούς στρατούς. Ανά δύο αεροπλάνα κατέλαβαν αντίστοιχα οι στρατοί των Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων, οι οποίοι μετέπειτα τα χρησιμοποίησαν ενάντια στους αρχικούς τους κατόχους. Οι Σέρβοι κατέλαβαν αεροπλάνα συσκευασμένα σε κιβώτια κατά τη σιδηροδρομική μεταφορά, οι Βούλγαροι κατέλαβαν δυο αποκλεισμένα στις Σαράντα Εκκλησίες μετά την κατάληψη της πόλης, οι Έλληνες άλλα δύο που βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη μετά την απελευθέρωση της πόλης. Το ένα από αυτά στάλθηκε ατμοπλοϊκώς ως ενίσχυση στο μέτωπο της Ηπείρου, και το δεύτερο παραδόθηκε στον Έφεδρο Ανθυπολοχαγό του Μηχανικού Εμμανουήλ Αργυρόπουλο.

Ο Αργυρόπουλος ήταν γιος του Γεωργίου Αργυρόπουλου, πρεσβευτή της Ελλάδος στην Αγία Πετρούπολη. Είχε σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανικός στη Γερμανία και είχε αποκτήσει πτυχίο ιδιώτη χειριστή αεροπλάνου στη Γαλλία. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, τον Ιανουάριο του 1912, είχε φέρει μαζί του συσκευασμένο, ένα ιδιόκτητο αεροπλάνο Nieuport ΙVG με κινητήρα 50 ίππων. Στις 8 Φεβρουαρίου 1912, με αυτό το αεροπλάνο ανυψώνεται στους αιθέρες για πεντάλεπτη πτήση ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος, με χειριστή τον Αργυρόπουλο. Ο Βενιζέλος προηγήθηκε σε παρόμοιες πτήσεις του Πρώτου Λόρδου του Βρετανικού Ναυαρχείου Churchill κατά ένα χρόνο, αν και έπεται των αντιστοιχών πτήσεων εθισμού, του Ιταλού πρωθυπουργού Giolliti.Ο λόγος που εκφώνησε μετά την πτήση αποτελεί μια από τις πιο πρώιμες δηλώσεις περί Αεροπορικής Ισχύος από Αρχηγό Κράτους και αποκαλύπτει τι αναμενόταν από τη χρήση των αεροπλάνων:


«To αεροπλάνο ενδείκνυται ως όπλο των αδυνάτων. Η ριψοκίνδυνος μάλιστα και τολμηρά φύσις του Έλληνος θα καταστήσει τούτο λαμπρόν εν πολέμω όπλον μέλλον να προσφέρει μεγάλας υπηρεσίας.»

Θεωρείται βέβαιο ότι κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους ο Αργυρόπουλος εξέφρασε την επιθυμία του να καταταγεί στη Στρατιωτική Αεροπορία η οποία μόλις τότε οργανώνονταν στην Ελλάδα με τη βοήθεια της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής υπό τον Στρατηγό Eydoux. To ότι ο Πρωθυπουργός δεν τον ξέχασε, αποδεικνύεται με την έκδοση του «φωτογραφικού» νόμου Δρις’ της 21 Οκτωβρίου 1912, ο οποίος επιτρέπει την κατάταξη στην «αερόπλοια» πτυχιούχων μηχανικών των «εν Γαλλία Σχολών Πολυτεχνικής, Κεντρικής, Γεφυροποιών, ανωτέρας Ηλεκτρολογικής η άλλων εξομοιούμενων σχολών της ημεδαπής ή έτερων Κρατών, ως και δίπλωμα αεροπόρου με τον βαθμό του Ανθυπολοχαγού του Μηχανικού». Σημειώνεται εδώ ότι ο ίδιος ο Louis Βleriot ήταν απόφοιτος της Ecole Centrale του Παρισιού, που αναφέρεται στο νόμο, ως «Κεντρική» Σχολή. Ήταν σχολή αντίστοιχη με το παριζιάνικο Πολυτεχνείο, με πιο πρακτικό όμως προσανατολισμό).

Ο νόμος εκδόθηκε από την Κοζάνη, μια από τις προσωρινές περιφερόμενες έδρες της Κυβέρνησης που ακολουθούσε κατά πόδας την εξέλιξη του βαλκανικού πολέμου που είχε ξεσπάσει από τις 5 Οκτωβρίου. Σύμφωνα όμως με το βιβλίο «Οι Πρωτοπόροι» του Αλέξανδρου Αυδή, ο Αργυρόπουλος είχε τεθεί εθελοντικά με το Nieuport του, στη διάθεση του Υπουργείου Στρατιωτικών από την έναρξη του πολέμου. Άρα ο παραπάνω νόμος νομιμοποιούσε εκ των υστέρων μια υφιστάμενη κατάσταση. Σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή, το ιδιόκτητο αεροπλάνο Nieuport του Αργυρόπουλου, η «Αλκυών», καταστράφηκε σε ατύχημα κατά την πρώιμη φάση των επιχειρήσεων. Άρα ο Αργυρόπουλος όταν βρέθηκε στην Θεσσαλονίκη, θα θεώρησε το εγκαταλελειμμένο οθωμανικό αεροπλάνο δώρο εξ ουρανού. Άμεση αντικατάσταση απωλειών εν καιρώ πολέμου ήταν αδύνατη, άρα κάθε επιπλέον διαθέσιμο αεροπλάνο ήταν κυριολεκτικά πολύτιμο. Αν δεχτούμε ότι η Ελλάδα παρέλαβε από 8 έως 10 αεροπλάνα κατά τους βαλκανικούς πολέμους, τότε η ενίσχυση με τα δυο οθωμανικά λάφυρα δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη προσθήκη. Από τα 11 ή 13 (μαζί με τα λάφυρα και το επίτακτο του Αργυρόπουλου) ελληνικά αεροπλάνα των βαλκανικών παρέμειναν άθικτα μόνο 3 στο τέλος τους (όλα Φαρμάν). Αυτό σημαίνει 10 ή 11 απώλειες, όλες οφειλόμενες σε ατυχήματα, καμία σε εχθρική δράση, και μόνο μία απώλεια θανατηφόρα.

Το χαμηλό ποσοστό θανάτων παρόλο το μεγάλο ποσοστό ατυχημάτων οφειλόταν στις χαμηλές ταχύτητες πτήσεις (κάτω από 100 χλμ/ώρα) και στο ότι η ξύλινη δομή απορροφούσε με δυναμικό τρόπο την κρούση από την πρόσκρουση χωρίς να σκοτώσει το χειριστή. Η ξύλινη δομή έσωσε τη ζωή ουκ ολίγων πρωτοπόρων αεροπόρων, εκτός από τους λίγους που είχαν την ατυχία να εμβολιστούν από αιχμηρά θραύσματα της. Η πυρκαγιά εν πτήση η οποία ήταν ο φόβος και ο τρόμος των χειριστών στον Α’ΠΠ ήταν άγνωστη πριν το 1914, λόγω της πρόσμειξης στο καύσιμο μεγάλης ποσότητας ρετσινόλαδου (ως λιπαντικού), που το καθιστούσε σχετικά άφλεκτο. Το ρετσινόλαδο ήταν απαραίτητο στους περιστροφικούς κινητήρες της εποχής (ο περιστροφικός μοιάζει με τον αστεροειδή, με τη διαφορά ότι ολόκληρος ο δακτύλιος με τους κυλίνδρους περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της έλικας προς την αντίθετη φορά) οι οποίοι κατανάλωναν τεράστιες ποσότητες λιπαντικού. Οι περισσότεροι χειριστές επιζούσαν από τις συχνότατες πτώσεις με λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά τραύματα. Ο θάνατος επερχόταν συνήθως από καταστροφική αστοχία της δομής στον αέρα, ή πρόσκρουση στο έδαφος με αμβλεία γωνία.

Όλα τα μεταγενέστερα βαλκανικά ιστορικά κείμενα περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα, βλέπουν την αεροπορική εκπαίδευση ως την υπόθεση ρουτίνας που κατέστη δυνατή μόνο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάτι που δεν ίσχυε πριν το 1914. Εκείνη την εποχή κάθε κατασκευαστής χρησιμοποιούσε το δικό του μοναδικό σύστημα ελέγχου πτήσης. Αυτή η πληθώρα συστημάτων ελέγχου σήμαινε ότι όταν κάποιος μάθαινε να πετά ένα τύπο αεροσκάφους δεν ήταν αυτομάτως ικανός να πετάξει με κάποιον άλλο, κάτι που μείωνε την αξία της όποιας πτητικής εκπαίδευσης που είχε περατωθεί. Η πτήση με τα πρώιμα αεροσκάφη απαιτούσε συνεχή προσήλωση απ’ τον πιλότο και αποδείχθηκε πολύ κουραστική όπως έχει παρατηρηθεί τόσο από μαρτυρίες εποχής όσο και από συνεντεύξεις από σημερινούς χειριστές ανακατασκευασμένων αεροσκαφών. Ως αποτέλεσμα, τα περισσότερα αεροπλάνα των βαλκανικών εμπολέμων χάθηκαν σε ατυχήματα, τα οποία ήταν πολύ συνηθισμένα λόγω της κόπωσης των χειριστών και χωρίς να λάβουμε υπόψη εξωγενείς παράγοντες. Η συχνότητα ατυχημάτων ήταν υψηλή, γεγονός καλά γνωστό σ’ ένα Σέρβο Αξιωματικό που αρνήθηκε να παρουσιαστεί για αεροπορική εκπαίδευση όταν οι ανώτεροί του, του αρνήθηκαν την ασφάλεια ζωής που απαίτησε.

Το νέο αεροπλάνο του Αργυρόπουλου ήταν διθέσιο Βleriot ΧΙ-2 με ίδιο κινητήρα , όπως τα ελληνικά Φαρμάν της δεύτερης σειράς. Άρα είχε πρόσβαση στα καίρια ανταλλακτικά κινητήρα, καθώς η επιδιόρθωση του σκάφους τότε ήταν υπόθεση απλού ξυλουργείου. Επρόκειτο για το οθωμανικό Vatan (Πατρίδα),και ήταν δωρεά του Νουρί Πασά προς την οθωμανική κυβέρνηση. Σε τουρκικές πηγές αναφέρεται ότι πυρπολήθηκε για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού, κάτι που ελέγχεται για την ακρίβειά του από τη στιγμή που το αεροσκάφος το πέταξε συχνά ο Αργυρόπουλος. Ως τόπος απογείωσης αναφέρεται η περιοχή γύρω από τον παλαιό σιδηροδρομικό σταθμό Θεσσαλονίκης. Δεν είναι γνωστό πόσες ακριβώς πτήσεις εκτέλεσε με το Βleriot ΧΙ-2 ο Αργυρόπουλος, αλλά σε δυο τουλάχιστον πηγές αναφέρεται ότι εκτέλεσε πολεμικές αποστολές πάνω από τις οθωμανικές γραμμές. Αναφέρεται μάλιστα ότι απολάμβανε ασυλία από τα αντιαεροπορικά πυρά λόγω της προέλευσης του τύπου. Στις 4 Απριλίου 1913 ο Αργυρόπουλος απογειώνεται για μια συνηθισμένη πολεμική αποστολή, σύμφωνα με την επίσημη ιστορία. Ήταν μια πτήση από την οποία δεν υπήρχε επιστροφή. Συνεπιβάτης του ήταν ο Κωνσταντίνος Μάνος ,ένας άνθρωπος που σήμερα θα τον χαρακτηρίζαμε ως VIP. Ήταν λόγιος, πρώην βουλευτής Αττικής, και θείος της Ασπασίας Μάνου, συζύγου του μετέπειτα βασιλιά Αλέξανδρου. Στις αρχές των βαλκανικών πολέμων είχε ηγηθεί ανταρτικών ομάδων και από τον τύπο της εποχής είχε χαιρετιστεί ως «εκπορθητής της Πρεβέζης». Η συμμετοχή πολίτη σε στρατιωτική αποστολή μπορεί σήμερα να ξενίζει, αλλά στους βαλκανικούς πόλεμους, όλοι οι στρατοί χρησιμοποίησαν κατά κόρον πολίτες οργανωμένους σε επίσημα (όπως οι Έλληνες «πρόσκοποι») ή ανεπίσημα παραστρατιωτικά σώματα.

Λόγω της εμπλοκής του σε σφοδρή κακοκαιρία το αεροπλάνο του Αργυρόπουλου-Μάνου θα συντριβεί 500 μέτρα από το Λαγκαδά, δυο μέρες πριν την κρίσιμη μάχη των Γιαννιτσών. Θα τους θρηνήσει όλη η Ελλάδα. Σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής στην κηδεία του Αργυρόπουλου που έγινε στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση, παρουσία σύσσωμου του υπουργικού συμβουλίου και του πρωθυπουργού Ελευθέριου Βενιζέλου, ελάχιστοι μπορούσαν να συγκρατήσουν τη συγκίνησή τους. Δίπλα στη σωρό του νεκρού είχε εκτεθεί η ακόμη απαστράπτουσα στολή του Ανθυπολοχαγού του Μηχανικού. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο μόνιμος συνάδελφός του, αεροπόρος Υπολοχαγός Μιχαήλ Μουτούσης. Ο Αργυρόπουλος έδωσε πρώτα το αεροπλάνο του και μετά τη ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδας. Ήταν ο πρώτος στρατιωτικός αεροπόρος που χάθηκε σε ατύχημα κατά τη διάρκεια προγραμματισμένης αποστολής, μοίρα περισσότερο γνώριμη στους αεροπόρους από την απώλεια λόγω εχθρικής δράσης. Επίσης ήταν ο πρώτος από το μακρύ κατάλογο των πεσόντων εφέδρων ιπταμένων αξιωματικών και υπαξιωματικών, των οποίων ο αριθμός στις πολεμικές περιόδους δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητος

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα...

24/1/1913 : Πρώτη αποστολή ναυτικής συνεργασίας

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Το υδροπλάνο Henry Farman των Μουτούση -
Μωραϊτίνη ρυμουλκείται από το
αντιτορπιλικό Βέλος
Μια σημαντική επέτειος σήμερα για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Στις 24/1/1913, πριν από ακριβώς έναν αιώνα, ο Υπολοχαγός Μιχαήλ Μουτούσης και ο Σημαιοφόρος Αριστείδης Μωραϊτίνης πραγματοποίησαν την πρώτη αποστολή ναυτικής συνεργασίας παγκοσμίως.

Παραθέτουμε τα σχετικά αποσπάσματα από τον ιστότοπο της ΠΑ:

"24/1/1913 - Πραγματοποιήθηκε από τον Μούδρο της Λήμνου η πρώτη πολεμική αποστολή επ' ωφελεία του ΒΝ με υδροπλάνο Maurice Farman Hydroplane. Ο χειριστής Υπολοχαγός Μιχαήλ Μουτούσης και ο παρατηρητής Σημαιοφόρος Αριστείδης Μωραϊτίνης κατήρτισαν σχεδιάγραμμα - σκαρίφημα των θέσεων του Τουρκικού Στόλου, εναντίον του οποίου ρίχτηκαν τέσσερις βόμβες που προξένησαν ελαφρές ζημιές. Κατά την επιστροφή το υδροπλάνο, λόγω βλάβης, προσθαλασσώθηκε αναγκαστικά και ρυμουλκήθηκε μέχρι τη βάση του από το αντιτορπιλικό "Βέλος" που παρακολουθούσε την πτήση. Η αποστολή αυτή χαρακτηρίστηκε από τους στρατιωτικούς παρατηρητές ως η πρώτη στον κόσμο ναυτικής συνεργασίας, ενώ ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το γεγονός ο ελληνικός και διεθνής τύπος, αλλά και ο τουρκικός".

και του ΓΕΕΘΑ:

"Στις 24 Ιανουαρίου 1913 πραγματοποιήθηκε ένα σημαντικό γεγονός στην ιστορία της πολεμικής αεροπορίας, που τονίστηκε από τον ελληνικό και τον ξένο τύπο της εποχής. Ένα ελληνικό υδροπλάνο αποθαλασσώθηκε από τον κόλπο του Μούδρου της Λήμνου και πέταξε πάνω από τη ναυτική βάση του τουρκικού στόλου στο Ναγαρά των Δαρδανελίων. Πιλότος του υδροπλάνου ήταν ο υπολοχαγός Μ. Μουτούσης, ο οποίος είχε ανακληθεί από το Ηπειρωτικό Μέτωπο το Δεκέμβριο του 1912 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη Ναυτική Αεροπορία, και παρατηρητής ο Σημαιοφόρος Αριστ. Μωραΐτίνης, που σε ένα πρόχειρο σκαρίφημα σημείωσε το είδος και το όνομα των τουρκικών πολεμικών πλοίων. Το χαμήλωμα του υδροπλάνου πάνω από τα εχθρικά πλοία προκάλεσε τα πυρά των Τούρκων, ενώ ταυτόχρονα ο Μωραΐτίνης κατά τους τέσσερις γύρους πάνω από την εχθρική βάση έριξε όλες του τις χειροβομβίδες πάνω στα τουρκικά πλοία. Αυτή ήταν η πρώτη παγκοσμίως αποστολή ναυτικής συνεργασίας. Μετά την αναγνώριση και το βομβαρδισμό το υδροπλάνο κέρδισε ύψος και στράφηκε προς τη Λήμνο προσπαθώντας να εντοπίσει το αντιτορπιλικό Βέλος που το συνόδευε. Όταν πλησίασε το πλοίο σταμάτησε ο κινητήρας του υδροπλάνου το οποίο προσθαλασσώθηκε σε μικρή απόσταση από το αντιτορπιλικό. Η απόσταση που είχε διανύσει συνολικά ξεπερνούσε τα 250 χιλιόμετρα, επίτευγμα πολύ σημαντικό για την εποχή".

Ποιός θα το φανταζόταν ότι 100 χρόνια μετά, οι απόγονοι του Μωραϊτίνη θ´άφηναν το ΠΝ χωρίς αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας! Απο πρωτοπόροι, ουραγοί..

Διαβάστε περισσότερα...

Μάνλιχερ!

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012



Το επαναληπτικό τυφέκιο Mannlicher-Schönauer μπήκε σε παραγωγή για τον Ελληνικό Στρατό το 1903, για να αντικαταστήσει τους απηρχαιωμένους Γκράδες (Gras) της Αυστριακής Steyer. Η πρωτοποριακή σχεδίαση του (περιστροφική αποθήκη πυρομαχικών) η χαμηλή ανάκρουση και η αξιοπιστία του το έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό. Υπήρξε πιστός σύντροφος για τον Έλληνα μαχητή το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα και συνδέθηκε με τις κυριότερες μάχες του Ελληνισμού (1912-13,Μικρασιατική εκστρατεία, Β'ΠΠ). Ευχαριστούμε τον AegeanHawk για το απολαυστικό αυτό βίντεο.

Διαβάστε περισσότερα...

Οκτωβριανά & Βαλκανικοί

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012

Του Λάζαρου Μαύρου

Ε Α Ν ΔΕΝ ενδιατρίψεις προσεκτικά με ερευνητικό οίστρο πώς και γιατί εκατοντάδες Κύπριοι απ’ την υπόδουλη στους Εγγλέζους μεγαλόνησο, περιφρονώντας τις απαγορεύσεις του Άγγλου κυβερνήτη, έσπευσαν πριν ακριβώς από 100 χρόνια εθελοντές στον Ελληνικό Στρατό για τους Βαλκανικούς Απελευθερωτικούς Πολέμους του 1912 -1913 και πολλοί θυσιάστηκαν πολεμώντας Τούρκους και Βουλγάρους για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, της Ηπείρου, της Θράκης και των νησιών, πώς άραγε θα μπορέσεις να αντιληφθείς την ουσιαστικότερη ουσία της εθνικο-λαϊκής υπέρ Ενώσεως εξέγερσής μας στα Οκτωβριανά του 1931;

Π Ρ Ι Ν ΑΚΡΙΒΩΣ από 81 χρόνια: Σαν σήμερα, 21η Οκτωβρίου 1931, Τετάρτη βράδυ. Άοπλοι, εξεγερμένοι διαδηλωτές με τη γαλανόλευκη μπροστά, οι πρόγονοί μας. Τραγουδώντας τους στίχους του Ιωάννη Περδίου, «η Κύπρος μας που στέναζε τόσους αιώνες σκλάβα και μάτωναν τα χέρια της τόσα δεσμά βαριά, απ’ την ψυχή της έχυσε την όμορφη της λάβα κι άνοιξε δρόμο φωτεινό να ιδεί τη λευτεριά», κατέλαβαν και πυρπόλησαν το Κυβερνείο των Εγγλέζων στη Λευκωσία.

Κ Ι ΑΝ ΔΕΝ ενδιατρίψεις στα Οκτωβριανά, πώς θα μετρήσεις με πόση ζέση έτρεχαν εθελοντές το Σαράντα οι Κύπριοι για να πολεμήσουν στην Πίνδο και να θυσιαστούν στη Βόρειο Ήπειρο και σε πλήθος άλλα μέτωπα εναντίον του Ναζισμού και του Φασισμού, «για της Ελλάδας μας τη λευτεριά», όπως στιχούργησε ο Τεύκρος Ανθίας;.

Κ Ι ΑΝ ΑΥΤΑ δεν ψάξεις, ψηφίδα - ψηφίδα, πώς θα μπορέσεις να αντιληφθείς το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής της Κύπρου στον επικό, ένοπλο αγώνα της θρυλικής μας ΕΟΚΑ που τραγουδούσε το «είμαι Έλλην το καυχώμαι, ξέρω την καταγωγή μου κι η ελληνική ψυχή μου με τους Άγγλους πια δεν ζη», για ν’ ανέβει εννέα φορές στην Αγχόνη των Εγγλέζων ψέλνοντας «σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή, σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη, απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτ’ ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε ελευθεριά». Από την εποχή της συντροφίας του Λευκωσιάτη Ιωάννη Καρατζά με τον Ρήγα τον Βελεστινλή και σε κάθε αγώνα του έθνους, παρούσα κι αυτοθυσιαζόμενη η ελληνική ψυχή της Κύπρου.

Α Π Ο ΠΡΟΧΘΕΣ στον 1ο όροφο του μουσείου της Αρχιεπισκοπής, άνοιξε η πολύτιμη Έκθεση Ιστορικών Τεκμηρίων και Κειμηλίων «Οι Βαλκανικοί Πολέμοι και η Κύπρος», που οργάνωσε το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Με το Μάνλιχερ τυφέκιο, πλήθος άλλων κειμηλίων και τις μορφές των Θυσιασθέντων. Ανάμεσά τους εκείνη του εθελοντή πολεμιστή, απλού τυφεκιοφόρου, Δημάρχου Λεμεσού Χριστόδουλου Σώζου, 40χρ., που έπεσε στο Μπιζάνι για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Μα προπάντων και πάνω απ’ όλα, τις κιτρινισμένες απ’ τα 100 χρόνια χειρόγραφες σελίδες, με τα δικά τους κείμενα. Τα δικά τους γραφτά: Λέξη προς λέξη η ΠΛΗΡΗΣ ΕΞΗΓΗΣΗ της ελληνικής ψυχής της Κύπρου.

Σημ Εν Κρυπτώ: Για όποιον ενδιαφέρεται να διαβάσει περισσότερα σχετικά με την συμμετοχή των Κυπρίων τους Βαλκανικούς πολέμους, υπάρχει η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα διδακτορική διατριβή.

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 10 του Οκτώβρη 1912 – 4η Μεραρχία

Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

Απόσπασμα από το βιβλίο (Ιστοριογράφημα) Εμπρός δια της λόγχης - Η μεγάλη εξόρμηση (1912-1913) του Φώτη Σαραντόπουλου. Πριν εκατό χρόνια η Μάχη του Σαραντάπορου είχε τελειώσει, ο Ελληνικός Στρατός εισερχόταν νικητής στα ιερά χώματα της Μακεδονίας.

(Διήγηση του Αριστείδη)

Καθώς ξημέρωσε η 10η του Οκτώβρη και στα στενά επικρατούσε ησυχία, οι συνάδελφοι των Μεραρχιών του κέντρου δεν καταλάβαιναν τι είχε συμβεί. Μέσα στην εξάντληση και στην κοσμοχαλασιά της πρώτης μέρας, δεν κατάλαβαν ότι η μάχη είχε κριθεί στον δικό μας τομέα. Παρ’ όλο που οι εχθροί στα Στενά έδειχναν να αντέχουν ακόμη και παρ’ όλο που το Στρατηγείο μας θεωρούσε ότι χρειαζόταν ακόμη μεγάλη προσπάθεια και αίμα για να νικηθούν1, αυτοί, τρομαγμένοι από την δική μας προώθηση στα νώτα τους, τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω τα πυροβόλα τους και άφθονο υλικό. Αλλά και το ηθικό τους … Τώρα το ηθικό και τον αέρα του νικητή τον είχαμε εμείς!

Ότι δεν κατάφερε η μετωπική επίθεση τριών Μεραρχιών, να κλονίσουν την εχθρική άμυνα, το κατάφερε ένας ελιγμός, η κυκλωτική κίνηση της 4ης Μεραρχίας. Από τη στιγμή που εμείς βρεθήκαμε στην έξοδο των Στενών, ο Ταχσίν Πασάς έπρεπε να βρει τρόπο να απαγκιστρωθεί, πριν κλείσουμε τον κλοιό. Το Πεζικό του θα μπορούσε να υποχωρήσει προς την Καστανιά, χρησιμοποιώντας τα μονοπάτια δεξιά από τον αμαξιτό δρόμο. Όμως το Πυροβολικό (που ήταν πεδινό και όχι ορειβατικό), όπως και τα εφόδια, έπρεπε να πάνε από τον δημόσιο δρόμο. Και όσο ο δρόμος πλησίαζε προς την έξοδο των Στενών, τόσο το πέρασμα στένευε, εμποδίζοντας την τάξη των Τουρκικών Πυροβόλων, σε περίπτωση που χρειαζόταν να δοθεί μάχη. Και όλα αυτά, κάτω από τη μύτη Μεραρχίας μας. Έτσι, εκτός από την ζημιά που του έκανε το … στομάχι του Λύρη, υπήρχε και συνέχεια στο δράμα του Ταχσίν …

Το χάραμα της 10ης Οκτωβρίου μας ξύπνησαν οι πέρδικες. Πρώτος σηκώθηκε στο πόδι ο Μέραρχος και οι Επιτελείς του. Κάτω από το ύψωμα που ήταν το Εκκλησάκι, μπορούσαμε να δούμε το 11ο Σύνταγμα που ξυπνούσε κι αυτό και έμπαινε σε φάλαγγα, ενώ από τα αριστερά έφταναν και ταλαιπωρημένοι, μουσκεμένοι και ξενυχτισμένοι και οι άντρες του 9ου Συντάγματος, λασπωμένοι και χλωμοί.

«Φαληρέα … Φαληρέαααα !!!»
Ο Μάνος φώναζε τον Ιπποκόμο του …
«Θα πάμε για αναγνώριση;»
«Ναι … το άλογό μου … κάνε γρήγορα …»
Ο Μάνος έφυγε καλπάζοντας προς το Ράχοβο, και τότε άρχισε το τουφεκίδι. Πυκνοί πυροβολισμοί από μάνλιχερ, αραιοί από μάουζερ. Ο Μέραρχος περπατούσε πάνω κάτω νευρικά …
«Κύριε Ανθυπολοχαγέ!» φώναξε στον Αξιωματικό σύνδεσμο του 8ου.
«Διατάξτε!»
«Πηγαίνετε παρακαλώ να συστήσετε φειδώ των πυρομαχικών. Να χτυπούν μόνον όταν βλέπουν στόχο …
Καταλάβατε; Δεν είναι Πάσχα ακόμη … ούτε ένα φυσίγγιο να μην πηγαίνει χαμένο …»
«Μάλιστα!!!»
«Τι διάολο» μουρμούρισε ο Μέραρχος, «συμμάχησε η φύση μαζί τους σήμερα … ούτε το δάχτυλό του δεν βλέπει κανείς μ’ αυτή την πάχνη …»
Ο Υπολοχαγός του Επιτελείου Καλογεράς πήρε κι αυτός το άλογό του να πάει για ανίχνευση. Στο μεταξύ γύρισε ο Μάνος να αναφέρει:
«Ο εχθρός κινείται εις το βάθος των Στενών, εις τάξιν πορείας … Προηγούνται τα μεταγωγικά, ακολουθεί το Πυροβολικόν και τέλος ισχυρή φάλαγξ Πεζικού. Είναι η Μεραρχία της Βεροίας νομίζω …»
«Έχει καλώς …»

________
1
Αργότερα ο Αρχιστράτηγος δήλωσε ότι ήταν βέβαιος πως ο εχθρός θα υποχωρούσε μέσα στη νύχτα. Μάλλον έλεγε την αλήθεια. Είναι γεγονός ότι το πρωί, στο παρατηρητήριό του σε ένα λόφο έξω από τα Δελίνιστα, τρώγοντας μαζί με τους Επιτελείς του, τον Πρίγκηπα Γεώργιο και τους άλλους Πρίγκηπες ένα κοτόπουλο, γεμάτος ηρεμία και αυτοπεποίθηση, είχε ανακοινώσει την βεβαιότητά του ότι οι Τούρκοι θα υποχωρούσαν από τα Στενά.




Δύο κανονιές αντιλάλησαν πάνω από το Ράχοβο.
«Είναι ο Βερέτας … άρχισε να βάλλει …» είπε ο Μέραρχος.
«Τους άφησε νομίζω να πλησιάσουν» πρόσθεσε ένας Αξιωματικός.
‘Άλλες δυο κανονιές.
«Κύριε Βαρδουλάκη!» φώναξε ο Μέραρχος …
«Μεγάλην υπηρεσίαν θα προσφέρετε, αν μας συνδέσετε με την 5ην Μεραρχίαν»
Όλη νύχτα δεν είχαμε κανένα νέο από την 5η Μεραρχία. Είχε φτάσει στη θέση της; Είχε αποκλείσει τον οδό υποχώρησης του εχθρού;
«Ποια κατεύθυνση θα πάρω Στρατηγέ μου;»
«Προς το χωριό Δέλινο» απάντησε, αφού συμβουλεύτηκε τον χάρτη του.
«Να πάρω μήπως και συνοδεία μαζί μου;»
«Βεβαίως, να πάρετε τέσσερεις πέντε Ιππείς και έναν Υπαξιωματικόν»

Η 4η Μεραρχία κάλυπτε την έξοδο των Στενών, ένα μεγάλο ΤΑΥ, που το πόδι του ήταν ο αμαξιτός δρόμος που ερχόταν από το Σαραντάπορο και το οριζόντιο τμήμα του ένας άλλος αμαξιτός δρόμος, μέσα σε χαράδρα, που ένωνε τους Λαζαράδες με τα Σέρβια, περνώντας από το Προσήλιο. Στο κέντρο του «ταυ», είχαν οχυρωθεί Τούρκοι, από αυτούς που υποχώρησαν από το Ράχωβο, έχοντας ενισχυθεί από ένα ενισχυμένο Τάγμα, αυτό της Οχρίδος, που ήταν γνωστό για την ανδρεία των στρατιωτών του. Τρεις χιλιάδες άνδρες, διοικούμενοι από ένα γενναίο Αξιωματικό, τον Λοχαγό Σαμή από τα Γιάννινα, που ανήκε στο Επιτελείο του Ταχσίν, κάλυπταν την Τουρκική υποχώρηση προς τα Σέρβια. Είχαν οχυρωθεί στις βάσεις του υψώματος 886, που λέγεται και «Μπουρσάνα», αντίκρυ στην έξοδο των Στενών, και στα ερείπια ενός παλιού Μεσαιωνικού οχυρού πάνω στον
δρόμο για τα Σέρβια.

«Αν δεν αντισταθούμε εδώ, αν δεν πέσουμε ως τον τελευταίο,
οι συνάδελφοί μας του Σαρανταπόρου θα αιχμαλωτιστούν.
Όποιος λυπάται τη ζωή του να μου το πει αμέσως, να τον
στείλω στα Σέρβια» είπε στους άντρες του ο Σαμή.
«Αν είναι να σκοτωθούμε για τ’ αδέρφια μας, ας σκοτωθούμε!»

Τέτοιους γενναίους και αποφασισμένους έπρεπε να καταβάλλει τώρα η 4η Μεραρχία. Απέναντί τους, το δοκιμασμένο στη μάχη 8ο Σύνταγμα: Ο 12ος Λόχος του Μοναστηριώτη επάνω στη διασταύρωση, αντίκρυ στο μεσαιωνικό οχυρό, έχοντας στα αριστερά του προς το Προσήλιο τον 10ο και πίσω του τον 4ο του Σεγγίνη, μεταξύ του δρόμου και του Προσηλίου. Από την άλλη πλευρά, απέναντι στο ύψωμα, ο 2ος του Χρυσοσπάθη και δεξιά του ο 1ος του Σκυρού. Πιο πίσω, προς την έξοδο, ο 9ος Λόχος του Λυμπερόπουλου καταδίωκε εχθρικά μεταγωγικά, συγκρουόμενος με ένα τμήμα Πεζικού που προσπαθούσε να τα προστατεύσει.

Από το χάραμα, πυκνή ομίχλη έκρυβε τα πάντα. Κάθε φορά που άνοιγε για λίγο, οι δικοί μας χτυπούσαν τους Τούρκους, σπέρνοντας τον θάνατο. Όταν ξανάκλεινε, αυτοί συνεχίζανε τρομαγμένοι την πορεία τους. Και πάλι ξανάνοιγε, και ξανά γέμιζε ο τόπος με νεκρούς και τραυματίες Τούρκους. Μέχρι που, κάποια στιγμή η ομίχλη ανέβηκε ψηλότερα και τότε θέριζαν πια οι ομοβροντίες των μάνλιχερ και τα πολυβόλα.

Μπήκαν στη μάχη και οι δυνάμεις του Σαμή. Κατά τις 7 το πρωί, οι Ελληνικές δυνάμεις που πολεμούσαν με τους Τούρκους που υποχωρούσαν από τη στενωπό, δέχτηκαν επίθεση από το ύψωμα Μπουρσάνα (Β.Α. της εξόδου της Πόρτας) και από το λόφο των εκεί μεσαιωνικών ερειπίων. Η εχθρική επίθεση υποστηρίχτηκε και από έναν Ουλαμό Πεδινού Πυροβολικού, ταγμένο δυτικά από το χάνι Καστανιάς. Ο εχθρικός Ουλαμός έβαλε από απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων από την έξοδο της Πόρτας. Αλλά μετά από λίγο υποχρεώθηκε να σιγήσει, δεχόμενος τα εύστοχα πυρά μιας ορειβατικής Πυροβολαρχίας της 4ης Μεραρχίας, που ανήκε στη Μοίρα Παρνασίδη και διοικούνταν από τον Λοχαγό Βερέτα2. Οι Τούρκοι πυροβολητές μάζεψαν βιαστικά τα πυροβόλα τους, ζέψανε τα άλογα, και υποχώρησαν μαζί με το υπόλοιπο Πυροβολικό του Ταχσίν.

Από το βάθος φάνηκαν οι εχθρικές Πυροβολαρχίες, έξι ολόκληρες Πυροβολαρχίες, είκοσι τέσσερα ιππήλατα πυροβόλα σε «τάξη πορείας», σε «φάλαγγα κατ’ όχημα». Η φάλαγγα είχε διανύσει οκτώ χιλιόμετρα από το ύψωμα Βίγλα Σαρανταπόρου, είχε ήδη αφήσει πίσω της το χάνι Καστανιάς, και είχε φτάσει σε απόσταση τριών ή τεσσάρων χιλιομέτρων από την έξοδο της Πόρτας. Τους είδε ο Βερέτας που τους περίμενε με τα Ορειβατικά μας πυροβόλα, και όταν έφτασαν στα δύο χιλιάδες τριακόσια μέτρα εξαπέλυσε τους κεραυνούς
του. Με μικρής διάρκειας δραστική βολή έσπειρε μεγάλο πανικό στις Τουρκικές γραμμές. Πυροβολητές το έβαζαν στα πόδια, Ελάτες ξέζευαν τις άμαξες, κόβοντας τους ιμάντες των αλόγων, και έφευγαν καλπάζοντας προς τα Σέρβια και την γέφυρα του Αλιάκμονα, να σωθούν οι ίδιοι παρατώντας τα κανόνια τους, πανικός …

Μονάχα ένας Τούρκος Ανθυπολοχαγός, προς τιμή του, συγκράτησε με το πιστόλι στο χέρι τους δικούς του και ανταπέδωσε μερικές κανονιές για την «τιμή των όπλων». Και μόνο δύο Τούρκικα Πυροβόλα κατάφεραν να ξεφύγουν, από τα είκοσι τέσσερα. Είκοσι δύο σύγχρονα πυροβόλα «Krupp», μαζί με τα κλείστρα τους, εγκαταλείφθηκαν. Όρμησαν «δια της λόγχης» αλαλάζοντας οι φαντάροι του Λυμπερόπουλου, σκότωσαν τους πυροβολητές που αντιστέκονταν και έπιασαν εκατόν πενήντα αιχμαλώτους!

Ο αμαξιτός δρόμος, από το χάνι Καστανιάς μέχρι και τέσσερα χιλιόμετρα από την έξοδο της στενωπού γέμισε από σκόρπια πυροβόλα με άσπρα μισοφέγγαρα, άλλα παρατημένα στη μέση του δρόμου και άλλα ριγμένα δεξιά και αριστερά στα αυλάκια. Και όχι μόνο πυροβόλα, αλλά και κάθε είδους τροχήλατα και άλλα υλικά: βλητοφόρα, σκευοφόρες, κάρα δίτροχα, με κομμένους και απλωμένους στη γη σαν φίδια ιμάντες, πεταμένους γυλιούς, σακκίδια, φυσιγγιοθήκες, μανδύες, στολές, κουβέρτες και κάθε τι άλλο που βάραινε τους Τούρκους στο τρέξιμο …

Οι σάλπιγγες των Τούρκων σήμαναν το Ελληνικό «παύσατε πυρ» και άσπρα μαντήλια κυμάτιζαν στον αέρα.

«Κύριε Λοχαγέ … παραδίδονται …» φώναξε ο Ανθυπολοχαγός Μουτζουρίδης …
«Μην δίνετε πίστη» απάντησε αυτός, «είναι τέχνασμα …»
«Εεεεε, εσείς … πετάξτε τα όπλα σας …» φώναξε στα Τούρκικα ένας φαντάρος μας … Οι Τούρκοι άφησαν
κάτω τα όπλα, αλλά καθώς πλησίασε ο Μουτζουρίδης τα ξαναπήραν και πυροβόλησαν!
«Μη φοβόσαστε παιδιά …» φώναξε ο Μουτζουρίδης, «θα το πληρώσουν αυτό … χτυπάτε τους …»

________
2
Ο Βερέτας θα δράσει σωτήρια και στη μάχη Λαχανά (τις προμεσημβρινές ώρες της 21 Ιουνίου 1913), κατά το Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο εναντίον των Βουλγάρων.
Τότε, επειδή τα Ελληνικά και τα Βουλγαρικά τμήματα είχαν, κατά τη διάρκεια της μάχης, αναμειχθεί επικίνδυνα μεταξύ τους, και το Πυροβολικό μας αδυνατούσε να επέμβει χωρίς να προκαλέσει απώλειες από φίλια πυρά, ο Βερέτας έβαλε με άσφαιρα πυρά, με σκοπό να αντιληφθούν οι Έλληνες πεζοί την ενεργό παρουσία του φίλιου πυροβολικού (να το «ακούσουν» όπως τόνιζε χαρακτηριστικά ο Πλαστήρας), οπότε, με την ψευδαίσθηση ότι υποστηρίζονται απ’ αυτό, αναθάρρησαν ψυχολογικά, αναπτερώθηκε το ηθικό τους και συνέχισαν να μάχονται.



Και καθώς πυροβολούσε με το περίστροφο στο δεξί και με το αριστερό χέρι δείχνει προς τα εμπρός, μια σφαίρα τον χτύπησε στο στήθος, κόβοντας κάποιο νεύρο, και το χέρι έπεσε απότομα κάτω ξερό …
«Σε παρακαλώ … μου τραβάς το χέρι μια στιγμή … μούδιασε …» είπε σε ένα φαντάρο δίπλα του …
«Κύριε Ανθυπολοχαγέ, στα χείλια σας αίματα …»
«Δεν είναι τίποτα … προχωρείτε !!!»
Έκανε λίγα βήματα ακόμη και σωριάστηκε λιπόθυμος στην αγκαλιά του Λοχαγού Τσολακόπουλου που είχε τρέξει δίπλα του. Αυτός τον φίλησε και του έσφιξε με θέρμη το γερό του χέρι, σε απόχαιρετισμό … Πιο δίπλα σκοτώθηκε ο Υπολοχαγός Λογοθέτης και τραυματίστηκε ο Υπολοχαγός Καρκατζής.

Κατά τις 11 φάνηκε να πλησιάζει από το δρόμο Προσηλίου - Λαζαράδων, εχθρική δύναμη, ίσως και άνω του Τάγματος. Ήταν ένα τμήμα που ερχόταν από τη την Δεσκάτη, σε πυκνούς σχηματισμούς και αλαλάζοντας, έχοντας επί κεφαλής έναν Δερβίση που ανέμιζε μια πράσινη σημαία με χρυσοκεντημένα πάνω της ρητά από το Κοράνι. Βλέποντας την άσχημη τροπή, ο Συνταγματάρχης μας κάλεσε τον Υπασπιστή του τον Στραβοσκιάδη και τον Διοικητή του 1ου Τάγματος Λοχαγό Καλκανδή και διέταξε να στείλουν έναν Λόχο δικό
μας να βοηθήσει τον 9ο, περνώντας από τα αριστερά του εχθρού για πλευροκόπηση.

Ο 4ος Λόχος, με λοχαγεύοντα τον Ανθυπολοχαγό Σούμπαση3 έφυγε αμέσως να εκτελέσει τη διαταγή, μαζί με την Διμοιρία πολυβόλων του Κοσμά4. Μπροστά οι Διμοιρίτες, οι Ανθυπολοχαγοί Θεοχάρης, Παπαδόπουλος και Στρατηγόπουλος και οι Ανθυπασπιστές Χαροκόπος και Κοπελούζος και πίσω ακράτητοι οι φαντάροι. Διαβαίνοντας μια χαράδρα για να επιτεθεί, ο 4ος Λόχος καθηλώθηκε προς στιγμή από εχθρικά πολυβόλα
που θέριζαν, αλλά δεν έκανε πίσω …

«Ζέρβα … τη Διμοιρία σου … ακολουθείστε τους …» μου φώναξε ο Λοχαγός μου.
«Από τα αριστερά τους … κάντε κύκλο να βγείτε παραπίσω …»

Προχωρήσαμε τρέχοντας, χωρίς δεύτερες σκέψεις, να βοηθήσουμε τα αδέρφια μας. Πήρε ώρα η κίνησή μας, προσπεράσαμε καλυμμένοι σε μια ρεματιά, και όταν μετά από ώρα ο εχθρός μας είδε πίσω του, ήταν αργά γι’ αυτούς. Ανάμεσα σε δυο πυρά, οι Τούρκοι
κατατροπώθηκαν. Πιάσαμε αιχμαλώτους, κυριεύσαμε πολυβόλα, δυο άλογα Αξιωματικών και το κυριώτερο, την κατατρυπημένη5 εχθρική σημαία με τα χρυσοκέντητα λόγια, που πήρε από τα χέρια του Δερβίση ο Επιλοχίας του 4ου Λόχου Μωκέας6.

Μας υποδέχτηκαν τροπαιοφόρους με «Ζήτω» οι άλλοι Λόχοι και ο
Συνταγματάρχης πήρε τη σημαία στα χέρια του, λέγοντας: «Γενναίοι
Αξιωματικοί και οπλίται … σας επαινώ !!!»

Η επίθεσή μας, μας έφερε στα νώτα των Τούρκων του Τάγματος της Οχρίδας, που πολεμούσαν ακόμη στη διασταύρωση των δύο δρόμων. Σαν είδαν αυτοί ότι μπήκαν ανάμεσα σε δυο πυρά, ξέχασαν τις υποσχέσεις που είχαν δώσει στο Διοικητή τους και «ο σώζων εαυτόν σωθείτο …». Θέλοντας να κερδίσουν χρόνο, στείλανε κήρυκα για ανακωχή, τάχα να μαζέψουν τους τραυματίες.

________
3
(Είχε τραυματιστεί ο Διοικητής του Λόχου Σεγγίνης. Ο Σούμπασης σκοτώθηκε στα Γιαννιτσά μετά από 10 μέρες)
4
Μετέπειτα Αντιστράτηγος, Διοικητής της Ομάδας Μεραρχιών «Κ» και του Α’ Σ.Σ. το 1940-41 και αργότερα (Ιανουάριος 1949) Διοικητής ΓΕΣ, ως το 1951 που αποστρατεύθηκε. Στη συνέχεια εκλέχτηκε Βουλευτής με τον Παπάγο το 1951 και το 1952 και το 1953 έγινε Υπουργός Βορείου Ελλάδος, θέση από την οποία παραιτήθηκε όταν πέθανε ο Παπάγος.
5
Βρίσκεται σήμερα στο Εθνολογικό Μουσείο στην Αθήνα
6
Σκοτώθηκε και αυτός στην μάχη των Γιαννιτσών




«Αδύνατον» απάντησε ο Μέραρχος «η μάχη θα συνεχιστεί»
«Αφού είναι έτσι, εγώ παραδίνομαι …» είπε ο κήρυκας, που νοιαζότανε μόνο για το δικό του τομάρι …
«Είναι το καλύτερο που έχετε να κάμετε …»

Και η μάχη συνεχίστηκε και από ευνοϊκές θέσεις αποδεκατίζαμε τους γενναίους εχθρούς του Τάγματος της Οχρίδας και δεν θα κρύψω ότι όσο πιο λυσσασμένα τους χτυπούσαμε και τους σκοτώναμε άλλο τόσο μας προκαλούσε συγκίνηση ο ηρωισμός τους, καθώς έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο, δίνοντας χρόνο στους δικούς τους να υποχωρήσουν από τα Στενά. Στο τέλος, μόνο ο Διοικητής τους ο Σαμή κατάφερε να σωθεί, μαζί με λίγους στρατιώτες του, από ολόκληρο το Τάγμα.

Κατά τις δύο το μεσημέρι τέλειωσε κι αυτή η μάχη και ο δρόμος για τα Σέρβια ήταν ανοιχτός. Κόκκινος από αίματα, στρωμένος με πτώματα αλλά και με μανδύες, κουβέρτες, αντίσκηνα και ότι άλλο πετούσαν οι Τούρκοι φεύγοντας … Ακόμη και το Χειρουργείο τους παράτησαν, γεμάτο τραυματίες …

Και εμείς, σαν να μην είχαμε άλλο στο μυαλό μας, θυμηθήκαμε την πείνα μας και τρέχαμε ξοπίσω τους, να φτάσουμε μιαν ώρα αρχύτερα στα Σέρβια, με την ελπίδα ότι εκεί θα φάμε και θα ξαποστάσουμε επί τέλους.

Στο δημόσιο δρόμο για την πόλη η κίνηση ήταν μεγάλη. Στρατιωτικά κάρα, αραμπάδες και αυτοκίνητα, πηγαινοέρχονταν, ενώ δεξιά και αριστερά κείτονταν πτώματα από τις προηγηθείσες μάχες.




Την ώρα που ο Μέραρχος με το Επιτελείο του παίρνανε κι αυτοί το δρόμο για τα Σέρβια, ακούστηκαν πυκνοί πυροβολισμοί. Μια ομάδα Τούρκων είχε κρυφτεί σε ένα βαθούλωμα και βλέποντάς τους άρχισαν να πυροβολούν. Μοιραίο λάθος, γιατί εκεί κοντά ήταν τα πολυβόλα του 8ου Συντάγματος που τους θέρισαν …

Έτσι τελείωσε η μάχη του Σαρανταπόρου …

Το 8ο Σύνταγμα του Καμπάνη είχε τις περισσότερες απώλειες. Ιδίως ο 4ος Λόχος. Εκτός από τον Υπολοχαγό Καρκατζή και τον Ανθυπολοχαγό Λογοθέτη που προανέφερα, και τον Μουντζουρίδη που τραυματίστηκε, σκοτώθηκαν ηρωικά ο Λοχίας Κυριάκος Γεωργαντάς, ο Υποδεκανέας Ιωάννης Κοτσίρης και οι Στρατιώτες Μιλτιάδης Χρυσομάλλης, Ευστράτιος Κούβελας, Αριστείδης Κασιμάτης, Κώστας Ζερβόλης, Λεωνίδας Μαρτσουκάτος, Βασίλης Καρδάρας, Κυριάκος Δρίβας, Χρήστος Μανουλάκος, Θωμάς Λιακουνάκος και Παναγιώτης Πλαγιανάκος. Και άλλοι που δεν μπορώ να θυμηθώ, ας με συγχωρέσουν …

Κάποιοι θα πουν, γιατί δεν συνεχίσαμε την καταδίωξη παραπέρα. Η απάντηση είναι ότι ήταν ανθρωπίνως αδύνατο. Αλλά αυτό θα το καταλάβει μόνο όποιος για δύο μερόνυχτα καβάλησε τόσες ράχες και πέρασε τόσα ρέματα, νηστικός και υπό βροχή, με τον θάνατο να παραμονεύει, ορμώντας απέναντι σε πολυβόλα που θέριζαν, αντικρύζοντας τόσο αίμα …

Έρχεται η στιγμή που κι ο νικητής ακόμη σταματάει να πολεμάει, όχι για να γευτεί τους καρπούς της νίκης, αλλά γιατί είναι άνθρωπος, με σώμα εξαντλημένο, με πληγές αλλά και με ψείρες, και κυρίως με ένα μυαλό που δεν χωράει άλλο αίμα και πονεμένα βογγητά …

Υπήρχαν όμως και οι εξαιρέσεις. Υπήρχε και ο Ίλαρχος Π. Μάνος, που πάντα πήγαινε μπροστά. Κατέλαβε την γέφυρα του Αλιάκμονα πριν την καταστρέψουν οι Τούρκοι και, στις δύο μετά το μεσημέρι, ενώ εμείς προχωρούσαμε με βήμα γοργό για τα Σέρβια, αλήθεια που βρήκαμε τόσο κουράγιο, αλλά είπαμε … η πείνα, αυτός είχε ήδη μπει στην πόλη και είχε φτάσει στη μικρή πλατεία της. Οι Χριστιανοί κάτοικοι της πόλης, στη
χαρά τους, ξέχασαν να τον ειδοποιήσουν ότι υπήρχαν ακόμη Τούρκοι μέσα από την πόλη, που υποχωρούσαν από το Σαραντάπορο, περνώντας από το μονοπάτι που είναι δίπλα στο Κάστρο. Τους είχαν πάρει στο κυνήγι οι Εύζωνοι του Κωνσταντινόπουλου, μετά τη μάχη στο Λιβάδι, μπαίνοντας στα Σέρβια από το μονοπάτι της Λάβας. Καθώς έφτασε ο Μάνος στην πλατεία, έπεσε πάνω σε εχθρικά μεταγωγικά και κινητά χειρουργεία. Οι Τούρκοι οδηγοί και συνοδοί καλύφθηκαν αμέσως στις γωνίες των δρόμων και άνοιξαν πυρ, αλλά χωρίς να προκαλέσουν απώλειες. Έγιναν μικροσυμπλοκές, αλλά στο μεταξύ ένας Λόχος
του 8ου πρόλαβε να φράξει την έξοδο της πόλης και έτσι όσοι γλύτωναν από τον Μάνο πέφτανε πάνω τους ή πάνω στους Ευζώνους. Απελπισμένοι οι Τούρκοι άρχισαν να σηκώνουν τα χέρια. Πιάστηκαν πάνω από επτακόσιοι αιχμάλωτοι, ανάμεσά τους ένας Συνταγματάρχης και δεκαεννέα Αξιωματικοί.

Αυτή ήταν η τελευταία μάχη της ημέρας. Με τη νίκη στο Σαραντάπορο άνοιξε ολοκληρωτικά ο δρόμος για τη Μακεδονία. Τα Σέρβια, η πρώτη Μακεδονική πόλη που ελευθερώθηκε, ξανάγιναν Ελληνικά μετά από πέντε και πλέον αιώνες σκλαβιάς7. Χαρούμενα
πρόσωπα αλλά και σκηνές μεγάλης σκληρότητας αντιμετωπίσαμε στα Σέρβια. Κάποιοι ντόπιοι Έλληνες όρμησαν στην Τούρκικη συνοικία και έβαλαν φωτιά σε κάμποσα σπίτια. Αυτοί που το έκαναν, λέγεται ότι ήταν συγγενείς των ομήρων από τους Μεταξάδες που έσφαξαν οι Τούρκοι τη νύχτα και τώρα ζητούσαν εκδίκηση. Λίγο πριν τη μάχη του Σαρανταπόρου, οι Τουρκικές αρχές των Σερβίων είχαν συλλάβει δεκάδες εξέχοντες χριστιανούς8, τόσο από τα Σέρβια, όσο και από το Μεταξά, καθώς και από άλλα χωριά, για να προλάβουν, όπως έλεγαν, εξέγερση των ντόπιων Ελλήνων. Όλοι αυτοί κλείστηκαν κατά μία εκδοχή στις φυλακές των Σερβίων μαζί με Τούρκους ποινικούς καταδίκους9. Ενώ οι όμηροι ήταν κλεισμένοι στη φυλακή, τους επισκέφθηκαν εξαγριωμένοι Τούρκοι, Στρατιώτες και Χωροφύλακες αλλά και ντόπιοι κάτοικοι. Οι Τούρκοι Χωροφύλακες, βλέποντας την ήττα που ερχόταν, πήγαν στη φυλακή και ανοίξανε τις πόρτες, λέγοντας με φτιαχτή ηρεμία:

«Ο Στρατός μας νικήθηκε … Εμείς φεύγουμε … είσαστε όλοι ελεύθεροι … εμπρός, ας βγουν πρώτα οι Οθωμανοί και μετά οι Έλληνες …»

Οι Οθωμανοί βγήκαν τρέχοντας, όρμησαν στην πλατεία, άρπαξαν ότι μπορούσαν και έφυγαν να ανταμώσουν το Στρατό τους που υποχωρούσε. Οι Έλληνες βγήκαν δισταχτικά στο προαύλιο, μη έχοντας εμπιστοσύνη. Είχαν δίκιο … οι Χωροφύλακες τους περίμεναν και επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, με τουφέκια και

________
7
Τα Σέρβια είχαν καταληφθεί από τους Οθωμανούς το 1389 ή το 1393, 60 δηλαδή χρόνια πριν την άλωση της Πόλης. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφθηκε τα Σέρβια την άνοιξη του 1661, έγραψε ότι είχαν ένα θαυμάσιο κάστρο, ισχυρό, χτισμένο με πέτρα, σε τριγωνικό σχήμα, πάνω σε ένα μικρό χωμάτινο και κωνικό λόφο. Στις
δυο πλευρές του κάστρου υψώνονταν βουνά με αμπέλια και μέσα υπήρχαν 100 περίπου Ελληνικά φτωχόσπιτα. Δεν υπήρχαν κανόνια, πυριτιδαποθήκες, αποθήκες και τάφροι, αλλά μόνο μια κατεστραμμένη πύλη στη δυτική πλευρά. Όλα τα φιλανθρωπικά ιδρύματα ήταν κάτω στην πόλη. Υπήρχαν έξι μουσουλμανικές συνοικίες, οκτώ Ελληνικές και μία
εβραϊκή. Συνολικά 1.800 σπίτια περίπου, όλα με μωρεόκηπους και αμπέλια, το ένα πάνω από το άλλο, γαντζωμένα στο βουνό του κάστρου. Όλα πέτρινα, με σκεπές από κεραμίδια και πλάκες, φροντισμένα και στολισμένα. Υπήρχαν έξι τζαμιά, έξι συνοικιακά μικρά τεμένη, ένας τεκές, δύο γραμματοδιδασκαλεία, ένα λουτρό, χάνι και εκατό περίπου
μαγαζιά αλλά όχι μπεζεστένι (αγορά μεταξιού, αν και στην περιοχή παράγονταν χιλιάδες καντάρια μετάξι και μεταξωτή κλωστή. Πολλοί κάτοικοι φτιάχνανε προσόψια και μπουρνούζια. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού ήταν Έλληνες, οι Μουσουλμάνοι ήταν πιο λίγοι. Οι Έλληνες ήταν ανώτεροι από τους μουσουλμάνους, με σπίτια που βλέπανε προς τον Ιντζέ Καρά-Σού (=Αλιάκμονα), που κυλά μέσα στην πεδιάδα και βρίσκεται προς τη βορειοδυτική πλευρά. Η πόλη είχε επτά εκκλησίες χτισμένες με τέχνη και στολισμένες. Και Ελληνίδες, πλούσιες σε ύψιστο βαθμό, που κάθε χρόνο δίνανε
δεκαπέντε καντάρια μετάξι… » (Βασίλη Δημητριάδη, «Η κεντρική και Δυτική Μακεδονία κατά τον Εβλιγιά Τσελεμπή», (σ.202-204).

8
(68 ή κατ’ άλλους 70 ή 90 ή 117)
9
Μεταξύ των ομήρων αυτών, στους οποίους περιλαμβάνονταν και γυναίκες, αναφέρονται τα ονόματα του Παπα-Κατσιαούνη από τα Σέρβια, του Παπα-Νικόλα από το Παλαιογράτσανο, του Παπα- Γιώργη από το Ορτάκιοϊ (Πλατανόρεμα), του Παπα-Βασίλη, του Παπα-Αντώνη και του Παπα-Θανάση από τον Μεταξά, καθώς και το όνομα του δάσκαλου Κ. Κάρπου που καταγόταν από το Λιβάδι Ολύμπου και υπηρετούσε στα Σέρβια.



μαχαίρια και τους κατακρεούργησαν10. Βράζανε τα αίματα, όλοι θέλανε εκδίκηση, κοντά στα ξερά κάηκαν και τα χλωρά … Τη βία της εκδίκησης ακολούθησε το πλιάτσικο και κινδύνεψαν ακόμη και μαγαζιά Ελλήνων, αλλά ευτυχώς, οι περισσότεροι είχαν προνοήσει να χαράξουν μεγάλους σταυρούς με κιμωλία απ’ έξω, και μεγάλες επιγραφές «Ελληνικόν», «Ελλάς», «Ζήτω ο Βασιλεύς Γεώργιος» …

Κατάκοποι φτάσαμε στα Δικαστήρια των Σερβίων, που έγιναν Φρουραρχείο, για να παρουσιαστούμε. Η μεγάλη αυλή ήταν στρωμένη από ξεσχισμένα Δικαστικά αρχεία. Μετά, τραβήξαμε ψηλά σε μια όμορφη πλατεία με πλατάνια, όπου βρήκαμε μερικά μαγαζιά ανοιχτά. Μπήκαμε σε ένα να ξεκουραστούμε και να πιούμε έναν καφέ. Τα περισσότερα σπίτια τριγύρω ήταν καμένα. Τα έκαψαν οι δικοί μας, γιατί ήταν Τουρκικά, για να εκδικηθούν τη σφαγή των Χριστιανών. Το μαγαζί ήταν Τούρκικο, μα το είχαν καταλάβει
δυο Ελλαδίτες απ’ αυτούς που παρακολουθούν το Στρατό για μικρεμπόριο και πλιάτσικο και κάνουν χρυσές δουλειές.

Δεν θα πω περισσότερα, γιατί δεν μας τιμούν11 όσα είδα … Θα μείνω στο ότι επί τέλους ξεκουραστήκαμε και φάγαμε, παίρνοντας δυνάμεις για να συνεχίσουμε. Και στο ότι τα Σέρβια ήταν μία πανέμορφη πολιτεία, στριμωγμένη κάτω από απότομα και παράξενα
βράχια και χωμάτινα βουνά με βυζαντινά κάστρα και σπιτάκια τριγυρισμένα με πρασινάδες, χτισμένα αμφιθεατρικά, με θέα στον Αλιάκμονα.

Και το βραδάκι, βρήκα λίγη ησυχία να γράψω ένα γράμμα στους δικούς μου, που είχα καιρό να το κάνω. Ακόμη δεν είχα πάρει απάντηση από το προηγούμενο γράμμα μου, αλλά δεν παραπονιόμουν.

«Σέρβια 10-Χ-1912
Σεβαστέ μου πατέρα, σεβαστή μου μητέρα
Υγείαν έχω, το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς
Επήραμεν το Σαραντάπορο και εφθάσαμε εις τα Σέρβια θριαμβευταί!
Ήτο σκληρός αγών αλλά μην ανησυχείτε. Όπως σας έγραψα και εις την πρώτην επιστολήν μου, ο εχθρός τα παρατάει και φεύγει άμα τη όψει μας.

Μπορείτε να είστε υπερήφανοι δι’ εμέ, ο ίδιος ο Συνταγματάρχης μας με συνεχάρη δια τας ανδραγαθείας της Διμοιρίας μου προ των Σερβίων. Κατόρθωμα που επετεύχθη άνευ απωλειών, κάτι δια το οποίον αισθάνομαι υπερήφανος, σκεπτόμενος την τεραστίαν ζημίαν που προξενήσαμεν εις τον εχθρόν. Δυστυχώς, η μάχη δεν ήτο αναίμακτος δια το Σύνταγμά μας. Θα αναφέρω ιδιαιτέρως τον θάνατον του γενναίου Ταγματάρχου Παπαδήμα, φονευθέντος την νύκτα της ενάτης προ του Ραχώβου, καθώς και ότι εκ του 9ου Συντάγματος διεγράφησαν φονευθέντες ο Δεκανεύς Ιωάννης Κρέστος και οι οπλίται Αλέξανδρος Καραμπάτσος, Νικόλαος Σωτηρόπουλος, Χρήστος Παπασταθόπουλος, Γεώργιος Κοτσόβολος, Βασίλειος Παπαγιανόπουλος, Βασίλειος Μεντής, Χρήστος Κούλης και ο γείτων μας Κωνσταντίνος Παπανικολόπουλος. Παρακαλώ να διαβεβαιώσητε εκ μέρους μου τον πατέραν του, τον αγαπητό κυρ Γιώργο, ότι ο υιός του έπεσεν μαχόμενος ηρωικώς. Και την συμπαθεστάτη κυρα-Γιώργαινα, να της ειπήτε ότι ο Κωνσταντίνος εχάθη ακαριαίως και άνευ πόνου και ότι μέχρι την τελευταίαν στιγμήν ήτο ευχαριστημένος δια τας νίκας
μας.

Από τους ηρωικώς πεσόντας της Στρατιάς, θα σταθώ εις τον Ανθυπολοχαγόν Μαυροδήμον, όστις, ως γνήσιος Σπαρτιάτης, μόλις εχάραξεν προ της μάχης, επρόσταξεν να του φέρουν από τα μεταγωγικά την βαλίτσαν του, εξυρίσθη, ελούσθη, εκτενίσθη, εφόρεσεν την καλήν του στολήν, γάντια λευκά, μπότες λουστρινένιες και ούτω στολισθείς ως γαμβρός τη ημέρα του γάμου του, ώρμησεν πρώτος εις την μάχην και την αιωνίαν Δόξαν.
Ας είναι αιωνία η μνήμη όλων.

Θα αναφερθώ και εις τον Πρίγκηπαν Γεώργιον, όστις, ως λέγεται, έλαβεν το βάπτισμα της φωτιάς επί κεφαλής της Διμοιρίας του, ως να ήτο εις απλός Ανθυπολοχαγός …
Θα αναφέρω και τα ηρωικάς και λίαν ευστόχους Πυροβολαρχίας των Βλαχάβα, Λύτσικα, Μπουκλάκου και Παξιμάδη, αίτινες βάλουσαι εκ θέσεων σχεδόν ακαλύπτων, έκαμαν τα εχθρικά Πυροβόλα να σωπάσουν! Ω, δεν φαντάζεσθε πόσαι ιστορίαι δόξης κυκλοφορούν από ώρας εντός του καταυλισμού μας, καθώς αφικνύονται και τα λοιπά Σώματα εις τα Σέρβια.
Ειλικρινώς, αν τας έγραφα όλας, δεν θα ετελείωνεν ποτέ η επιστολή αύτη. Δια τούτον και θέτω τέλος αναγκαστικώς, διαβεβαιώνοντάς Σας ότι εγώ είμαι καλά και δεν θέλω να ανησυχείτε δι εμέ. Κάνω το καθήκον μου όπως όλοι. Δώσατε την αγάπην μου εις τους αδελφούς και τας αδελφάς μου.

Σας ασπάζομαι σεβασμίως
Ο υιός σας
Αριστείδης»

Την επομένη περάσαμε τον Αλιάκμονα, και στρατοπεδεύσαμε για ανάπαυση και ανασυγκρότηση στη διασταύρωση του δρόμου Κοζάνης - Βέροιας.

________
10
Ο Γάλλος δημοσιογράφος της Illustration Jean Leune (στο έργο του «Ελληνοτουρκικός Πόλεμος») μας δίνει την παρακάτω περιγραφή: «Τα ακρωτηριασμένα πτώματα ερρίφθησαν εδώ και εκεί όπως έτυχε, αι δε αιμορραγούσαι κεφαλαί, φρικωδώς μορφάζουσαι, με τα χαρακτηριστικά των συνεσπασμένα υπό της οδύνης, ετοποθετήθησαν κατά γης, ως παράταξις φρίκης, εκατέρωθεν της οδού, υπό της οποίας ο Ελληνικός Στρατός έμελλε να εισέλθη εις την πόλιν, ως δια να ευχηθούν το “καλώς ορίσατε” εις τους νικητάς αδελφούς των.»

11
Ο συγγραφέας Σπύρος Μελάς, όπως θα δούμε και από την «διήγησή» του σε επόμενη ενότητα, περιγράφει εικόνες λεηλασίας (από τους ντόπιους) που δεν μας τιμούν, μέχρι να βάλει τάξη ο Στρατός μας. Και ότι την επόμενη μέρα χρειάστηκε να δώσει διαταγή ο Αρχιστράτηγος, όταν έφτασε στην πόλη, να κρεμάνε όποιον πιάνανε να κάνει πλιάτσικο.
Ας με συγχωρήσουν οι αναγνώστες μου … συνειδητά, προτιμώ να τιμήσω το μεγαλείο και την 100στή επέτειο της νίκης, παρά να σταθώ στα όσα μελανά σημεία θα μπορούσαν να την στιγματίσουν, παριστάνοντας τον πολύξερο από την ασφάλεια της πολυθρόνας μου. Δεν θα κρίνω με δάχτυλα που πατάνε πλήκτρα, αυτούς που κρατούσαν Μάνλιχερ ή αυτούς που έζησαν αιώνες κάτω από ζυγό. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία, για όποιον θέλει περισσότερες λεπτομέρειες.


Πηγή

Διαβάστε περισσότερα...
“Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια, μη φοβηθείς το χαλασμό.

Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα, π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει, κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων!..

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!"

Κωστής Παλαμάς
«Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται,ζυγόν δουλείας ας έχωσι·

θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία»


Α.Κάλβος
«Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει από τον φόβο τον Τούρκο, που είναι σκλάβος του φόβου του, που θέλει να ζήσει όπως και να είναι. Που κάνει τον ψόφιο κοριό για να μην τον πατήσει κάποιος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα».

Ίωνας Δραγούμης

  © Free Blogger Templates Columnus by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP