Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βλάσης Αγτζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βλάσης Αγτζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ο Ελληνισμός της ΕΣΣΔ, και οι Σταλινικές διώξεις, oμιλία Βλάση Αγτζίδη

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Η τραγική ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, δεν σταμάτησε το 1922. Συνεχίστηκε κι αργότερα. Για όσους αναρωτιούνται πως βρέθηκαν τόσοι Έλληνες στην ΕΣΣΔ, ώστε να χρειαστεί να οργανωθεί από το νεοελληνικό κράτος επιχείρηση διάσωσής τους και μεταφοράς στην μητέρα Πατρίδα, ο καθηγητής Βλάσης Αγτζίδης μας δίνει το ιστορικό πλαίσιο και τις αιτίες στην παρακάτω ενδιαφέρουσα ομιλία του:



Νέα στοιχεία και μαρτυρίες έρχονται στο φως 70 χρόνια μετά την έναρξη της «Ελληνικής Επιχείρησης» που διήρκεσε 13 χρόνια

Του Βλαση Αγτζιδη*

Τον Δεκέμβριο του 1937 ξεκίνησε η «Ελληνική Επιχείρηση» (Gretseskayia Operatsia) κατά των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ένωσης με την υπογραφή του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς Τζουγκασβίλι, κοινώς Στάλιν. Ήδη είχε εξοντωθεί το σύνολο της εσωκομματικής αντιπολίτευσης.

H απόλυτη κυριαρχία της σταλινικής ομάδας στην εξουσία, όπως συμβολικά θα αναδειχθεί με τις Δίκες της Μόσχας του ’36, θα μετατρέψει τη χώρα σε μια ματωμένη φυλακή. Επικεφαλής των δυνάμεων εσωτερικής καταστολής όρισε τον Λαυρέντι Μπέρια, την ομάδα του οποίου η Απόφαση του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα Σοβιετικής Ένωσης) περιγράφει ως «εγκληματική σπείρα». Ο ίδιος ο Στάλιν θα πιστεύει ότι διαθέτει το Αλάθητο και θα επιβάλλει μια δικτατορική πολιτική, που πρωτίστως θα στραφεί κατά των κομματικών του συντρόφων. Στην ίδια απόφαση του 20ού Συνεδρίου αναφέρεται ότι: «…εσυκοφαντήθηκαν και άνευ ενοχής εδεινοπάθησαν πολλοί τίμιοι κομμουνιστές και άλλοι εξωκομματικοί Σοβιετικοί πολίτες».

Για τον σταλινισμό, ο Γκι Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του θεάματος» έγραψε: «Ο σταλινισμός υπήρξε η βασιλεία του τρόμου ακόμα και μέσα στην ίδια τη γραφειοκρατική τάξη. Η τρομοκρατία που θεμελιώνει την εξουσία της τάξης αυτής, πρέπει να πλήξει, επίσης, κι αυτή την ίδια την τάξη γιατί δεν έχει καμιά νομική υπόσταση, που θα μπορούσε να την επεκτείνει και σε καθένα από τα μέλη της… Κάθε γραφειοκράτης είναι απόλυτα εξαρτημένος από μια κεντρική εγγύηση της ιδεολογίας, που αναγνωρίζει ένα δικαίωμα συλλογικής συμμετοχής στη “σοσιαλιστική εξουσία” της όλων των γραφειοκρατών που δεν εξολοθρεύει. Αν όλοι οι γραφειοκράτες αποφασίζουν από κοινού για όλα, η συνοχή της ίδιας τους της τάξης δεν μπορεί παρά να εξασφαλιστεί μόνο διαμέσου της συγκέντρωσης της τρομοκρατικής τους εξουσίας σ’ ένα μόνο πρόσωπο».

Τα «τιμωρημένα έθνη»

Μία από τις συνέπειες του σταλινισμού ήταν ο διαχωρισμός των εθνών σε «προοδευτικά» και «αντιδραστικά». Η ομάδα των «αντιδραστικών εθνών» περιελάμβανε τους Έλληνες, τους Κορεάτες, τους Γερμανούς του Βόλγα, τους Τατάρους της Κριμαίας, τους Τσετσένους κ.ά. Ο σταλινισμός θεωρούσε ότι όλοι αυτοί είχαν «μητέρα-πατρίδα» στον καπιταλιστικό κόσμο. Έτσι, ανεξαρτήτως των πολιτικών φρονημάτων, οι πολίτες αντιμετωπίστηκαν μόνο ως έχοντες «αντιδραστική» εθνική καταγωγή. Το 1937-38 οι Έλληνες γίνονται θύματα ενός φοβερού πογκρόμ. Πρώτα, απαγορεύτηκε η λειτουργία των ελληνικών σχολείων, των θεάτρων, των πολιτιστικών κέντρων, των εκδοτικών οίκων. Έκλεισαν οι ελληνικές εφημερίδες, οι οποίες ακολουθούσαν σκληρή σταλινική γραμμή. Καταργήθηκαν οι Αυτόνομες Ελληνικές Περιοχές (μία στη Νότια Ρωσία και τρεις στην περιοχή της Μαριούπολης).

Οι μεγαλύτερης έκτασης συλλήψεις Ελλήνων έγιναν στην κοιλάδα του Κουμπάν, στη Νότια Ρωσία. Η μυστική αστυνομία συνέλαβε μαζικά τους Έλληνες άνδρες από 16 ετών και άνω. Στην περιοχή αυτή δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην είχε θύματα. Οι επιζώντες θυμούνται έντονα τις σκηνές των συλλήψεων και των πορειών των συλληφθέντων με τη συνοδεία έφιππων αστυνομικών. Οι αρχές γύριζαν από σπίτι σε σπίτι στις ελληνικές κοινότητες και προέβαιναν σε κατάσχεση των πάντων, ελληνικά διαβατήρια, φωτογραφίες και γράμματα από την Ελλάδα. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιφέρειας του Κρασνοντάρ, όπου έγιναν οι περισσότερες συλλήψεις, εγκατέλειπαν τα σπίτια τους τρομοκρατημένοι και κατέφευγαν σε σπίτια ντόπιων για να σωθούν. Η κύρια κατηγορία που απαγγέλθηκε στην Ελληνική Περιοχή ήταν ότι οι κάτοικοί της ανήκαν σε παράνομες ελληνικές εθνικιστικές οργανώσεις, που στόχευαν στη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και στη δημιουργία ελληνικής δημοκρατίας στη νότια Ρωσία.

Τα κριτήρια των συλλήψεων

Οι καταστάσεις των υποψήφιων συλληφθέντων συντάσσονταν στα κομματικά γραφεία των οργανώσεων των περιοχών. Τα κριτήρια επιλογής σχετίζονταν σε μεγάλο βαθμό με τα προσωπικά αισθήματα των υπεύθυνων κομματικών. Στους καταλόγους περιλαμβάνονταν όσοι στα παλιότερα χρόνια εξασκούσαν κάποιο ελεύθερο επάγγελμα και οι πλέον ευκατάστατοι. Επίσης, ανάμεσα στους πρώτους συλληφθέντες ήταν όσοι εξακολουθούσαν να έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Άλλο κριτήριο αποτελούσε και η πιθανή αλληλογραφία με συγγενείς στην Ελλάδα. Το «αδίκημα» της αλληλογραφίας με άτομα που ζούσαν σε καπιταλιστική χώρα, οδήγησε πολλούς Έλληνες να απαγορεύσουν στην οικογένειά τους να στέλνει ή να δέχεται γράμματα από την Ελλάδα. Ο αριθμός των προσώπων που θα έπρεπε να περιλαμβάνει η κατάσταση οριζόταν από τις περιφερειακές οργανώσεις. Η συνολική διαδικασία άγγιζε τα όρια του παραλόγου, εφόσον οι κεντρικές υπηρεσίες έδιναν μόνο τον αριθμό αυτών που θα έπρεπε να συλληφθούν.

Ο Κοσμάς Τσιμιάνοφ από το χωριό Μερτσάνσκογε του Κρασνοντάρ αναφέρει:

«...έπαιρναν ένα τηλεγράφημα που έγραφε: 500 άτομα, δίχως να έχει ονόματα. Ο αριθμός αυτός μοιραζόταν. Έχουμε 20 ραγιόνια, άρα αντιστοιχούν 25 άτομα σε κάθε ραγιόνι. Άλλες φορές ερχόταν τηλεγράφημα για 100 άτομα. Το έστελναν στο σοβιέτ. Εκείνοι με τον αστυνομικό, συνολικά πέντε άτομα, έλεγαν ποιον θα δώσουν, εκείνον, εκείνον, εκείνον! Τους συγγενείς τους δεν τους πείραζαν. Στον κατάλογο δεν έβαζαν γέρους, αλλά μόνο ανθρώπους που μπορούσαν να δουλεύουν».

Για όσους τελικά συμπεριλάμβαναν στην κατάσταση, εφεύρισκαν διάφορες κατηγορίες, όπως «έβρισε τον Στάλιν» ή «ανατίναξε ένα γεφύρι» ή «έκανε σαμποτάζ σε εργοστάσιο» ή «συμμετείχε σε εθνικιστική ομάδα» κ.λπ.

Τον Αύγουστο του 1938, δίχως να έχει προηγηθεί δημόσια ανακοίνωση, έκλεισαν όλα τα ελληνικά σχολεία. Η διδασκαλία άρχισε να γίνεται κυρίως στη ρωσική γλώσσα, αλλά αρκετές φορές στη γλώσσα της Δημοκρατίας στην οποία ζούσαν. Με τον ίδιο τρόπο, σταμάτησε η έκδοση των ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών, ενώ έκλεισαν και οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι. Τα τυπογραφεία καταστράφηκαν. Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος καταστροφής του εκδοτικού οίκου «Κολεκτιβιστής». Τα τυπογραφικά στοιχεία του πετάχτηκαν στην Αζοφική Θάλασσα συμβολικά, «ώστε να μην ξανατυπωθεί στη Ρωσία ελληνικό βιβλίο». Έκλεισαν επίσης και οι ελληνικές θεατρικές σκηνές. Καταστράφηκαν σκόπιμα τα περισσότερα στοιχεία της πολιτιστικής δράσης των Ελλήνων. Πολλοί Έλληνες, επίσης, από φόβο, κατέστρεψαν μόνοι τους πολλά στοιχεία, ένα μέρος των οποίων αφορούσε την ίδια τη θεατρική παραγωγή. Αντίστοιχη ήταν και η τύχη των ελληνικών εκκλησιών.

Στον δρόμο για το Γκουλάγκ

Συγκλονιστική είναι η περιγραφή του Παύλου Κερδεμελίδη, πρόσφυγα της Μικρασιατικής Καταστροφής του ’22 από τον Πόντο. Εγκαταστάθηκε στην Κριμαία, απ’ όπου συνελήφθη το 1937 για να περάσει 13 χρόνια της ζωής στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας. Ο κυρ Παύλος είναι ένας από τους ελάχιστους Έλληνες από τους περίπου 50.000 που στάλθηκαν στα στρατόπεδα κατά την περίοδο των διώξεων 1937-38 που επέζησε και αφηγείται τις δραματικές στιγμές που έζησε:

«Μας φόρτωσαν σε ενενήντα βαγόνια, εικοσιπέντε χιλιάδες άτομα, και μας πήγαν χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα από το Γκόρκι, στη Σιβηρία. Εκεί ήταν δάση. Μας έβγαλαν, ανοίξαμε δρόμο και φτάσαμε σε μια πεδιάδα. “Εδώ θα μείνετε”, μας είπαν. Μέσα στο δάσος, δίχως σπίτια, δίχως τίποτα. Μέσα στο χιόνι. Έτσι σε έξη μήνες από εικοσιπέντε χιλιάδες έμειναν μόνο εξακόσιοι... Εκεί δουλεύαμε. Κόβαμε ξύλα και τα στοιβάζαμε. Γύρω μας ήταν φαντάροι με αυτόματα. Όλα τα ξύλα σάπισαν εκεί βέβαια. Ήθελαν να μας εξοντώσουν. Οι περισσότεροι πέθαναν. Κανείς δε θα μάθει πόσοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι… Πηγαίναμε για δουλειά τέσσερις-τέσσερις. Γύρω τα σκυλιά και τα αυτόματα. Ένα βήμα δεξιά, ένα βήμα αριστερά, πυροβολούσαν χωρίς προειδοποίηση…»

Στη δεκαετία του ’40, οι διώξεις ολοκληρώνονται με τη βίαιη μεταφορά μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού στην Κεντρική Ασία. Η τελευταία εκτόπιση έλαβε χώρα στις 13 Ιουνίου 1949. Τα σταλινικά στρατεύματα περικύκλωσαν τα ελληνικά χωριά του Καυκάσου και υποχρέωσαν τους κατοίκους τους να τα εκκενώσουν μέσα σε λίγες ώρες. Η υποχρεωτική αυτή εκτόπιση υπήρξε η τελευταία πράξη μιας σειράς βίαιων ενεργειών των σοβιετικών αρχών κατά της ελληνικής μειονότητας, η οποία ανερχόταν σε 450.000 άτομα περίπου. Οι διώξεις αυτές, που αποτελούν μία από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ξεκινούν το 1937 και τερματίζονται το 1949.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι ιστορικός.

πηγή: Καθημερινή

Διαβάστε περισσότερα...

Το διακύβευμα του ‘22

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Του Βλάση Αγτζίδη

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 υπήρξε το πραγματικό αλλά και συμβολικό σημείο του τέρματος μιας μεγάλης ιστορικής διαδικασίας, που συνδέθηκε με την οριστική είσοδο της Εγγύς Ανατολής στην εποχή των εθνών-κρατών. Η αποχώρηση από το ιστορικό προσκήνιο της πολυεθνικής, ισλαμικής, προνεωτερικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν έγινε ειρηνικά και αναίμακτα. Συνδέθηκε κατ’ αρχάς με την κατάρρευση των εσωτερικών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, εξαιτίας της εμφάνισης ενός καινοφανούς μιλιταριστικού εθνικού κινήματος, αυτό των Νεότουρκων. Κίνημα, που επιχείρησε να επιλύσει το εθνικό πρόβλημα, που ταλάνιζε την Αυτοκρατορία, με την εξόντωση και τον αποκλεισμό των πολυάνθρωπων χριστιανικών κοινοτήτων και να μετατρέψει βιαίως τους πολυεθνοτικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς σε εθνικά Τούρκους.


Τις φωτογραφίες τις τράβηξε ο αρχαιολόγος Felix Sartaux, ο οποίος επόπτευε τις αρχαιολογικές ανασκαφές για την αρχαία Φώκαια. Η φωτογραφία με τον έφιππο τσέτη τραβήχτηκε ενώ είχαν βάλει φωτιά στην ελληνική συνοικία και ο κόσμος περίμενε με αγωνία τα πλοιάρια για να φύγει για Μυτιλήνη. Ο τσέτης κρατούσε τα λάφυρα που είχε πάρει από το ελληνικό σπίτι, μεταξύ αυτών και την ομπρέλα που είχε ανοίξει και περήφανα κρατούσε, τονίζοντας τη νίκη ενάντια στους γκιαούρηδες!!!

 Η εσωτερική αυτή διαδικασία εξέφρασε μια πολιτική επιλογή και οδήγησε σε πρωτοφανείς μεθόδους ομογενοποίησης του οθωμανικού κοινωνικού σώματος. Μεθόδους που η ανθρωπότητα θα τις συνειδητοποιήσει λίγες δεκαετίες αργότερα, με την απόλυτη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Με ιστορικό σημείο αφετηρίας της διαδικασίας το 1908 και το στρατιωτικό πραξικόπημα των Νεότουρκων εθνικιστών θα επιλεγεί η φυσική εξόντωση των χριστιανικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι αιτίες ανιχνεύονται στην κοινωνική δομή της οθωμανικής κοινωνίας. Η νέα οθωμανική αστική τάξη που αναδύθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις ομάδες των ραγιάδων, των παλιών απόκληρων ενός αυταρχικού ισλαμικού κράτους που αποφάσισε όμως με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ να εκσυχρονιστεί και να υπερβεί τους παλιούς καταναγκασμούς που απέρρεαν από την ισλαμική υπεροψία.

Μια ώριμη ελληνική αστική τάξη

Οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν από το 1914 ήταν περί τα 2,2 εκατομμύρια (1,8 στη Μικρά Ασία και 400 χιλιάδες στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινούπολη) σ' ένα συνολικό πληθυσμό περίπου 10 εκατομμυρίων. Η οικονομική ισχύς τους ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής αναλογίας τους. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912 από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Ελληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους.

Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49% ανήκε σε Οθωμανούς Ελληνες, ενώ Ελληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά υπολογίζεται ότι Ελληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (D. Gontikas, Ch. Issawi, Ottoman Greeks in the age of nationalism, Darwin Press, 1999). Παράλληλα διέθεταν μια πλήρη εκπαιδευτική δομή με εκατοντάδες σχολεία αλλά και υψηλού επιπέδου ιδρύματα, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κωνσταντινούπολη), η Ευαγγελική Σχολή (Σμύρνη), το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, η Ιερατική Σχολή στο Ζιντζίντερε (Καππαδοκία) κ.ά.

Εντυπωσιακός είναι κι ο αριθμός των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν. Μόνο στη Σμύρνη οι ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς ανέρχονται σε 135. Η μακροβιότερη ήταν η «Αμάλθεια» (1838-1922). Αλλες σημαντικές εφημερίδες, η «Αρμονία» (1880-1922) και η σοσιαλιστική «Ο Εργάτης» (1908-1922).

Σε ιδεολογικό επίπεδο οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονται από μια ώριμη εθνική συνείδηση, απόρροια κυρίως του ρεύματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, που από την προεπαναστατική περίοδο είχε τα μεγάλα κέντρα του στην Κωνσταντινούπολη, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη κ.α. και της συνεχούς ύπαρξης λόγιας τάξης. Η συγκρότηση της Ελλάδας ως έθνους-κράτους ενίσχυσε τις διαδικασίες συνειδητοποίησης των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εμπέδωση μιας ελληνικής ταυτότητας ως μετεξέλιξη της παλαιότερης ρωμαίικης. Η διαδικασία αυτή όμως δεν υπήρξε απόρροια μιας κρατικής πολιτικής της Ελλάδας, αλλά αφενός της δραστηριοποίησης των Μικρασιατών (κυρίως με το Σύλλογο Μικρασιατών «Η Ανατολή») που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα από την εποχή της Επανάστασης και εντεύθεν και αφετέρου της φυσιολογικής ιδεολογικής εξέλιξης που απορρέει από την ανάπτυξη αστικών σχέσεων και την επέκταση της οικονομίας της αγοράς.

Παρ' όλη όμως την εδραιωμένη εθνική ταυτότητα οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέλεξαν να υποστηρίξουν με κάθε τρόπο τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες, αποφεύγοντας τις αποσχιστικές και διαλυτικές κινήσεις. Μόνο όταν η προοπτική της δημοκρατικής μετεξέλιξης ακυρώθηκε από το εθνικιστικό κίνημα των Νεότουρκων και υπέστησαν την προαποφασισμένη Γενοκτονία από το 1914, αποφάσισαν να υποστηρίξουν την πολιτική τους αυτοδιάθεση. Η αναγκαστική αυτή επιλογή θα εκφραστεί μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου με το αίτημα για δημιουργία δεύτερου ελληνικού κράτους στον μικρασιατικό Βορρά, στον Πόντο και με την Ενωση με την Ελλάδα ή την αυτονόμηση της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης.

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Την ίδια εποχή οι Ελληνες στην Ελλάδα ανέρχονταν στα 4,5 εκατομμύρια και ζούσαν σ' έναν τελείως διαφορετικό χώρο από κοινωνική και πολιτειακή άποψη. Ο γεωγραφικός χώρος που αποτέλεσε το έδαφος του νεαρού Βασιλείου βρισκόταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις ήταν ελάχιστα αναπτυγμένες όπως και οι υπόλοιπες δομές που ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία ενός έθνους-κράτους. Οι πραγματικές δομικές αδυναμίες θα οδηγήσουν σε μια ιδεολογική «υπεραναπλήρωση» βασισμένη στην αρχαιοελληνική ανάκληση, στην αναβίωση ενός νεκρού παρελθόντος ως αντιστάθμισμα στην υπαρκτή πολιτισμική ταυτότητα των εξωελλαδικών ελληνικών κέντρων. Παράλληλα θα εδραιωθεί μέσω της αυτοαναγνώρισης η ιδεολογία της «μητρόπολης» ως συναίσθημα υπεροχής.

Ειδικά μετά την καθιέρωση του Συντάγματος τα ισχυρά από την προεπαναστατική εποχή τοπικά συμφέροντα των προεστών και των φεουδαρχών θα «καταλάβουν» την εξουσία στο Βασίλειο και θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός παλαιοελλαδικού τοπικισμού που στις κρίσιμες εποχές της Ιστορίας θα έχει μοιραία συμβολή στις εξελίξεις. Βασικό χαρακτηριστικό στην εξέλιξη της ελλαδικής κοινωνίας θα είναι η απουσία σημαντικών αστικών στρωμάτων. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε υπερλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ ελεύθερης αγοράς και κρατικής-κομματικής λειτουργίας. Η πολιτισμική ενοποίηση του πληθυσμού και η δημιουργία μηχανισμών λειτουργίας που αντιστοιχούσαν στη νέα πολιτειακή μορφή απορρόφησαν τις δραστηριότητες των νέων ελίτ, κρατικοδίαιτων σε μεγάλο βαθμό, που αναπτύχθηκαν.

Ετσι η μοναδική ελληνική αστική τάξη που είχε τα χαρακτηριστικά τα οποία αντιστοιχούσαν στην ευρωπαϊκή τυπολογία βρισκόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η πολιτική που ακολουθήθηκε στο νεαρό κράτος ήταν αρκετά εσωστρεφής και αυτό είχε αντανάκλαση στην πολιτική διαχείριση των επαναστατικών ελληνικών κινημάτων στα Βαλκάνια (Κρήτη 1866, Μακεδονία 1878). Μόνο η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού, που διεκδικούσε προς όφελός του τις μακεδονικές και θρακικές περιοχές της Αυτοκρατορίας, κινητοποίησε δυνάμεις εντός της Ελλάδας. Ο στόχος ήταν η αποτροπή του νέου αυτού επιθετικού εθνικισμού . Οσον αφορά τις οθωμανικές εξελίξεις η Ελλάδα, μέχρι σχεδόν του πραξικοπήματος των Νεοτούρκων (1908), ακολουθεί μια πολιτική που συμβαδίζει με τους στόχους των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια τομή στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της Ελλάδας. Το στρατιωτικό κίνημα του 1909 (Γουδί) ευνόησε την άνοδο στην εξουσία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων αναθέτοντας στον Ελ. Βενιζέλο τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο Βενιζέλος, προερχόμενος από την επαναστατημένη λίγο καιρό πριν Κρήτη, αντιλαμβάνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια την ιστορική καμπή που διάβαινε ο χώρος της Εγγύς Ανατολής με τη νίκη των ακραίων Τούρκων εθνικιστών και την ήττα των μεταρρυθμιστικών οθωμανικών δυνάμεων.

Αφορμή για την τελική ρήξη του παλαιοελλαδικού πολιτικού κόσμου, συσπειρωμένου γύρω από τη μοναρχία και τον Κωνσταντίνο, με τον Ελ. Βενιζέλο θα προέλθει με την έξοδο ή όχι της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηδη, πριν ακόμα από την έναρξη του Πολέμου, οι Νεότουρκοι είχαν αρχίσει την υλοποίηση του προγράμματος εθνικών εκκαθαρίσεων κατά του ελληνικού πληθυσμού στην Ανατολική Θράκη και την Ιωνία. Δεκάδες χιλιάδες Ελληνες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία θα καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, η οποία βιώνει έναν μεγάλης έκτασης εσωτερικό διχασμό.

Μετά το τέλος του Πολέμου

Επειτα από πολλές παλινωδίες και περιπέτειες, η Ελλάδα θα πάρει μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και τελικά θα βρεθεί στο στρατόπεδο των νικητών. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Νεότουρκοι είχαν διαπράξει πρωτοφανή εγκλήματα κατά των χριστιανικών πληθυσμών, των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων. Η πολυεθνική Αυτοκρατορία είχε φτάσει πια στο τέλος της. Διαμορφωνόταν πλέον η εποχή των εθνών-κρατών, με βάση πληθυσμιακά, ιστορικά και γεωπολιτικά κριτήρια. Στους Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που προ του 1914 ανέρχονται στο 20% του πληθυσμού, θα αποδοθεί με τη Συνθήκη των Σεβρών το 6% του παλιού οθωμανικού εδάφους, ενώ θα εξαιρεθούν περιοχές του μικρασιατικού Βορρά που είχαν υποφέρει σκληρά από τη βία του νεοτουρκικού εθνικισμού. Οι Αρμένιοι αποκτούσαν και αυτοί εθνικό κράτος, ενώ αυτονομία θα απολάμβαναν και οι Κούρδοι.

Το μεγαλύτερο μέρος του παλιού κοινού οθωμανικού σπιτιού μετατρεπόταν πλέον στο έθνος-κράτος των Τούρκων. Οι παράμετροι που θα αλλάξουν τον ρουν των πραγμάτων θα είναι αφενός ο Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος θα εκφράσει τον επιθετικό τουρκικό εθνικισμό, και η μοναρχική παράταξη η οποία θα υπονομεύσει το μικρασιατικό εγχείρημα. Παράλληλα η αλλαγή των διεθνών συνθηκών με την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία θα αναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προστεθεί η στάση της Γαλλίας, της Ιταλίας αλλά και του Βατικανού ακόμα που ανησυχούσαν με τη γεωπολιτική ενίσχυση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στις 19 Μαΐου 1919 ο αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Κεμάλ Πασά αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα με το πρόσχημα της επιβολής της τάξης στην περιοχή. Παρ' ότι στάλθηκε στην περιοχή για να προστατεύσει τους πληθυσμούς που είχαν υποφέρει από τη βία, κύριο μέλημά του υπήρξε η καταστολή του ποντιακού αντάρτικου. Ο Κεμάλ σύντομα αυτονομήθηκε από την κεντρική οθωμανική εξουσία και άρχισε τη συγκρότηση ενός εθνικιστικού τουρκικού κινήματος, εκμεταλλευόμενος πολύ έξυπνα τα θρησκευτικά αισθήματα των μουσουλμανικών εθνών. Οι παρακρατικές ομάδες της Teskilat i Mahsusa θα πλαισιώσουν πρώτες το κίνημα αυτό και θα αγωνιστούν για τη σωτηρία τους αφενός και για την υλοποίηση των αρχικών σχεδίων που είχαν σταματήσει με τη νεοτουρκική ήττα αφετέρου.

Οι εσωτερικές αντινομίες του ελλαδικού Ελληνισμού θα οδηγήσουν σε μια ήττα, η οποία καθόλου δεν ήταν προδιαγεγραμμένη.

Η ακατανόητη απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου να προχωρήσει στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 θα φέρει στην εξουσία το αντιπολεμικό και αντιμικρασιατικό, φιλογερμανικό Λαϊκό Κόμμα και τον ανεπιθύμητο για τους συμμάχους βασιλιά Κωνσταντίνο. Το μέλλον των Ελλήνων στην Ανατολή το ήξεραν καλύτερα οι ίδιοι οι Τούρκοι εθνικιστές. Η επίσημη εφημερίδα του Κεμάλ στην Αγκυρα έγραφε στις 28 Οκτωβρίου 1920 για τις επερχόμενες ελληνικές εκλογές: «Οι ελληνικές εκλογές θα κρίνουν την τύχη του μικρασιατικού πολέμου. Πτώση του Βενιζέλου σημαίνει και πτώση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία...», ενώ στις διαδηλώσεις των Τούρκων εθνικιστών στην Αγκυρα κυριαρχούσε το σύνθημα: «Μπιν γιασασίν Μουσταφά Κεμάλ / Γιασασίν Κωνσταντίνος / Καχρολσούν Βενιζέλος» («Πολύ ζήτω στον Μουσταφά Κεμάλ / Ζήτω στον Κωνσταντίνο / Κατάρα στον Βενιζέλο»).



Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, που συνεργάστησε προεκλογικά σε μια αντιπολεμική, αντιμικρασιατική πλατφόρμα με το ΣΕΚΕ, είχε πολιτευτεί με συνθήματα όπως «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς», «Αποχώρηση της Ελλάδας από τη Μικρά Ασία». Στη συνέχεια θα ακολουθήσει μια διετή πολιτική (Νοέμβριος 1920-Σεπτέμβριος 1922) που θα χαρακτηριστεί από προσπάθεια διαρκούς αλλά ανεπιτυχούς απαγκίστρωσης από τη Μικρά Ασία και ανορθολογισμό. Τελικά, αντί να οδηγήσει τους στρατιώτες στα σπίτια τους, θα τους οδηγήσει πέρα από την Αλμυρά Ερημο.

Την ίδια στιγμή δεν υπήρχε καμιά μέριμνα για οργάνωση του μετώπου περιμετρικά της Σμύρνης.

Παράλληλα θα αγνοήσει τα αιτήματα των Ελλήνων της Ανατολής. Θα απορρίψει το αίτημα της οργάνωσης «Μικρασιατική Αμυνα» για δημιουργία μικρασιατικού στρατού με στόχο την αυτονόμηση της Ιωνίας. Επίσης αγνόησε ολοκληρωτικά τον Πόντο, όπου οι αντάρτες έδιναν εγκαταλειμμένοι τον σκληρό αγώνα ενάντια στον τουρκικό στρατό. Τον Ιούλιο του 1922 προσπάθησε ανεπιτυχώς να οργανώσει την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Με την προοπτική αυτή νομοθέτησε (2870/1922) την απαγόρευση της εκκένωσης της περιοχής από τον άμαχο πληθυσμό. Ετσι παρέδιδε συνειδητά τους Ελληνες της Ιωνίας στα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ. Κάτι που έκανε και λίγο αργότερα, μετά τη νίκη των κεμαλικών, όταν διέταζε τον διαλυμένο ελληνικό στρατό να επιβιβαστεί στα πλοία για να αναχωρήσει και να επιστρέψει «οίκαδε», διατάζοντας τον αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη να απαγορεύσει την έξοδο του ελληνικού πληθυσμού «για να μη δημιουργηθεί προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα».

Από τα 2,2 εκατομμύρια που ήταν οι Ελληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις παραμονές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, θα καταμετρηθούν το 1928 ως πρόσφυγες στην Ελλάδα περίπου 1,25 εκατομμύρια. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια τον συνολικό αριθμό των απωλειών. Κανείς ποτέ στην Ελλάδα δεν προσπάθησε να καταγράψει τα θύματα. Εξάλλου η προσφυγική μνήμη υπήρξε μια απαγορευμένη Μνήμη μέχρι τη δεκαετία του '80, οπότε οι προσφυγικές οργανώσεις, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που έδιναν οι νέες συνθήκες, θα μιλήσουν για όλα αυτά και θα επιβάλουν εν τέλει την ενσωμάτωση της ιστορίας των Ελλήνων της Ανατολής στο συνολικό εθνικό αφήγημα. *

Αναλογιζόμενοι 90 χρόνια μετά την ελληνική αποτυχία στο νου έρχεται η ρήση του Λόϋδ Τζορτζ, όταν η Ελλάδα φάνταζε ως η μελλοντική μεγάλη δύναμη στην Αν. Μεσόγειο: «Τίποτα λιγότερο της προδοσίας από την ελληνική πλευρά ή ανικανότητας που ισοδυναμεί με προδοσία, δεν θα ήταν δυνατόν να καταστήσει τυς Τούρκους της Ανατολίας ικανούς να επιδράμουν στη Σμύρνη και να ρίξουν τους Έλληνες στη θάλασσα».


Όπως και η διαπίστωση του ιστορικού Douglas Dakin : «…Ακόμα και σήμερα δεν έχει σιγάσει η διαμάχη γύρω από το ζήτημα γιατί οι ελληνικές δυνάμεις που υπερτερούσαν αριθμητικά και δεν ήταν πολύ χειρότερα εξοπλισμένες από τα στρατεύματα του Κεμάλ, οδηγήθηκαν σ’ αυτή την καταστρoφική ήττα.» ( “H ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923”, εκδ. ΜΙΕΤ)


Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)
(*) Από τη Φώκαια Σμύρνης

Είμαι η Αγγελική, του καπετάν Νικολή Πολίτη η κόρη από τις Νέες Φώκιες της Σμύρνης. Το 22 ήμουν ένα κοριτσάκι 6 έως 7 χρονών.

Η Αγγελική Ματθαίου έπειτα από μια περιπλάνηση ως αιχμάλωτη στην Ανατολή, που κράτησε κάποια χρόνια, θα φτάσει τελικά ορφανή στην Ελλάδα και θα συναντήσει μια αδελφή της, που διασώθηκε από τη σφαγή. Ο Ευρ. Μπίλης, τ. επίκουρος καθηγητής στο ΕΜΠ, διέσωσε και μας ενεχείρισε τη συγκλονιστική μαρτυρία, την οποία κατέγραψε η ίδια η Αγγελική Ματθαίου πριν από το θάνατό της

Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος. Είχαμε ένα μεγάλο καΐκι. Το είχε ονομάσει ο πατέρας μου «Πανούσα», επειδή έλεγαν την μητέρα μου Παναγιώτα και επειδή την αγαπούσε πολύ ονόμασε το καΐκι.

Ημασταν 6 άτομα, παιδιά και ο πατέρας και η μητέρα. Ο πατέρας μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στις Φώκιες και παντρεύτηκε λέγανε την ωραία Παναγιώτα. Ζούσαμε πολύ καλά διότι είχαμε πολύ περιουσία. Ο πατέρας μου ήταν μοναχοπαίδι.

Είχαμε δύο σπίτια. Το ένα ήτανε στο Φαρδί Σοκάκι και το άλλο έξω από την πόλη.

Ο πατέρας μου είχε 400 δένδρα ελιές, είχε ένα αμπέλι στα 3 πηγάδια και το άλλο στα Μερσινάκια.

Τώρα θα γράψω για την Καταστροφή.

Τη νύχτα βγαίνανε στα παράθυρα και βλέπανε στα βουνά φωτιές. Αρχισε ο κόσμος να φοβάται. Η μητέρα μου δεν ήξερε τι να κάνει γιατί ο πατέρας μου έλειπε ταξίδι. Το δεύτερο βράδυ μαζεύτηκε όλη η γειτονιά στο δικό μας σπίτι. Θυμάμαι που κάνανε μία τούρκικη σημαία με το μισοφέγγαρο και τη βάλανε στο παράθυρο για να δούνε οι Τούρκοι. Το ίδιο βράδυ ήλθε ο πατέρας μου. Μας είπε να μην φοβόμαστε. Κλειστήκαμε στο σπίτι.

Ξαφνικά πλάκωσε ο τούρκικος στρατός. Ακούγαμε τύμπανα, ντουφεκιές, τραγούδια. Τα άλογα χλιμιντρούσανε. Δεν μπορώ να σας πω το τι γινόταν.

Τότε σηκώθηκε ο πατέρας μου να πάει να δη το καΐκι για να φύγουμε. Η μητέρα μου δεν τον άφηνε και της είπε θα πάω από άλλον δρόμο. Πήγε, αλλά το καΐκι το είχανε καταστρέψει. Δεν είχε ούτε κατάρτια ούτε πανιά ούτε μηχανή. Μας λέει θα πάμε στον Ασματερέ, εκεί ήταν ένα λιμανάκι και ίσως βρούμε καΐκι να φύγουμε για τη Μυτιλήνη.

Φύγαμε από τα βουνά. Εμένα με σήκωνε ο αδελφός μου στην ράχη του. Νύχτα ήτανε! Τα βουνά ήταν τόσο άγρια. Φωνάζανε τα σκυλιά, τα τσακάλια. Τα σκυλιά από τα εξοχικά σπίτια τρέχανε. Τα αγριογούρουνα μουγκρίζανε. Λες και θα χαλούσε ο κόσμος.

Αμίλητοι φθάσαμε στο λιμανάκι αλλά δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο τα ζώα του κόσμου φωνάζανε λες και είχανε καταλάβει τον χωρισμό από τους δικούς τους.

Την άλλη μέρα οι Τούρκοι κατασκήνωσαν σε ένα χωράφι πολύ μεγάλο που το λέγανε Σητσακτερέ και αρχίσαν και κατεβαίνανε στην χώρα. Μαζεύανε τον κόσμο. Αλλον σκοτώνανε, άλλον κοπανούσανε με τα ντουφέκια. Τους άλλους τους ρίχνανε κάτω και τους πατούσανε στην κοιλιά και οι ανθρώποι κάνανε εμετό.

Εμείς είχαμε φύγει κρυφά και μπήκαμε σε ένα μεγάλο σπίτι αλλά μας βρήκανε. Κατεβάσανε τον πατέρα μου, τον βγάλανε το σαλβάρι του, το σακάκι του, τα παπούτσια του. Του πήρανε τη μεγάλη σακούλα με τα λεφτά και τα χρυσαφικά και μας βάλανε μαζί με άλλους που μαζεύανε από τα σπίτια τους.

Από τις πλεξούδες

Μας πήγαν σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Μας αφήσανε σε ένα χωράφι και αρχίσανε να μαζεύουν τους άνδρες. Πήρανε τον πατέρα μου τον αδελφό μου και όλους. Μετά ακούσαμε τα πολυβόλα. Μας λέγανε όλοι ότι τους σκοτώσανε. Από τότε δεν τους είδαμε.

Το ίδιο βράδυ πήρανε την αδελφή μου στα βουνά. Παίρνανε τα κορίτσια. Την αδελφή μου την πήρανε τέσσερις. Είχε μακριές πλεξούδες. Οι δυό την πιάσανε από της πλεξούδες και οι άλλοι δύο από τα πόδια.

Το τι γινότανε εκείνο το βράδυ δεν λέγεται. Χαλούσε ο κόσμος. Φωνάζανε τα κορίτσια, κλαίγανε η μάνες τους, φωνάζανε, βουίζανε τα βουνά. Εγώ με ήχε η μητέρα μου κάτω από το φουστάνι της και έτρεμα σαν το φύλλο.

Η μητέρα μου σηκώθηκε και φώναζε «παιδί μου Κατερίνα που σε πάνε» και ένας Τούρκος της δίνει μια με το ντουφέκι και πέφτει και σπάει το κεφάλι της. Τρέχανε τα αίματα. Εγώ σήκωνα το φουστανάκι μου και τη σκούπιζα.

Την άλλη μέρα μας πήρανε από κει και αρχίσαμε να βαδίζουμε από βουνά όχι από δρόμους. Μας είχανε πάρει τα παπούτσια μας και τα βουνά ήτανε στρωμένα από αγκάθια. Ηταν αδύνατο να βαδίσουμε. Εκεί ήτανε το πολύ ξύλο οι κλοτσιές. Βαδίζαμε το βράδυ. Φθάσαμε σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Ητανε ελληνικό χωριό.

Εκεί μας χώσανε τον έναν απάνω στόν άλλον. Για να μας βάλουνε μέσα σκοτώσανε 2 παιδιά και μιά γυναίκα. Και ξύλο με τα καμιτσιά αλύπητα. Ο κλαθμός και ο φόβος ήτανε αβάστακτα.

Εκείνο το βράδυ πήρανε και τη μανούλα μου. Ξέχασα να γράψω. Είχαμε και ένα μωράκι και όταν την πήρανε κρατούσε και το μωρό. Της το πήρανε και το πετάξανε σε έναν καλαμνιώνα που ήτανε λίμνη. Πάει και αυτό. Τη δε μανούλα μου την φέραν. Να σκεφτείτε τον πόνο της και τα δάκρυα της.

Εμεινα μόνο εγώ. Με σκέπαζε με το φουστάνι της σαν τη κλώσα που βάζει τα πουλάκια της κάτω από τα φτερά της.

Κάνω πολλά λάθη γιατί δεν μπορώ να γράψω από τα δάκρυα και τον πόνο που έχω. Μου έχουν μείνει αποθέματα. Είνε μεγάλος πόνος να μείνεις ορφανό τόσο μικρό και στα τούρκικα χέρια. Παρακαλώ το Θεό όλα τα παιδάκια να έχουν τη μανούλα τους. Να μην πονέσουνε σαν εμένα.

Ακουγα μανούλα που φωνάζανε και μαραινόμουν σαν το φύλλο που πέφτει από το δένδρο. Το πιο γλυκό πράγμα του κόσμου είναι η μάνα. Ολα αυτά τα χρόνια που ζω δεν τη ξέχασα.

Το δε πρωί μας πήγανε σε ένα χωριό που το λέγανε Μαινεμένη. Το χωριό ήτανε κάρβουνο. Το είχανε κάψει οι δικοί μας στρατιώτες όταν οπισθοχωρήσανε. Ηταν ελληνικό χωριό.

Μας περάσανε από μέσα για να δούμε που ήτανε καμένο. Εκεί είπαμε ότι εδώ θα μας κάψουνε και μας χτυπούσανε τόσο άγρια που μας φωνάζανε οι δική μας να σκύβουμε σαν τα πρόβατα. Εκεί κόψανε μιας γυναίκας τη μύτη.

Με τα πολλά φύγαμε από το χωριό. Βαδίζοντας, βγήκαμε σε ένα χωράφι που είχε άγριες αχλαδιές και ήταν φορτωμένες αχλάδια. Οσα μπορούσανε κόψανε να φάνε. Αλλά πιο πολύ ήτανε το ξύλο....

Συνέχεια βαδίζαμε δεν ξέρω πόσες μέρες. Πηγαίναμε για τη Μαγνησία. Βγαίνανε και το φωνάζανε ότι πάμε στην Μαγνησία. Είχε άνδρες που ξέρανε τούρκικα και μας φωνάζανε ότι πάμαι στην Μαγνησία να μας βγάλει λόγο ο Κεμάλ.

Και που νομίζετε που μας πήγανε; Σε ένα παλιό εργοστάσιο και μαζέψανε τους άνδρες, τους βάλανε μέσα τους γδύσανε και αρχίσανε και τους χτυπούσανε με τα καμιτσιά. Η άνδρες πηδούσανε σαν ποντίκια. Τους είχανε μαύρους. Η άνθρωποι πέσανε όλοι κάτω σαν πεθαμένοι με βογκητά με κλάματα από τους πόνους.

Δεν υπάρχει θεός

Το χειρότερο ήτανε ότι μαζέψανε τα γυναικόπαιδα και μας πήγανε σε ένα χωράφι γεμάτο μνήματα από Ελληνες στρατιώτες και σε κάθε μνήμα είχαν βάλει τα δίκοχα τους. Εκεί φαντασθείτε τι έγινε. Πέσαν οι γυναίκες στα μνήματα φωνάζανε, κλαίγανε και από πάνω κλωτσιές, πέτρες. Σπούσανε δένδρα, κλαριά και τις κοπανούσανε. Πολλές μάνες είχαν χάσει τα παιδιά τους σε αυτόν το πόλεμο. Μα δεν υπήρχε Θεός; Δεν υπήρχε κανένας νόμος για μας;

Μετά μας πήγανε σε αμπέλι και κόβανε τα φύλα και τα χώνανε στο στόμα να τα φάνε και όποιος δεν τα μάσαγε τον τρίβανε τα μούτρα του στο χώμα. Μια γυναίκα δεν το δεχότανε και της βάλανε φωτιά στο φόρεμα της και κάηκε σαν κερί και δεν αφήνανε κανένανε να πάει κοντά της. Αυτά που κάνανε αυτοί οι βάρβαροι δεν τα έκανε κανένα κράτος.

Μετά φύγαμε από την Μαγνησία και μας πηγαίνανε για μια μέρα όλο από βουνά και αγκάθια. Φθάσαμε σε μια μικρή πόλη. Εκεί ήτανε σταθμός χωροφυλακής. Μας υποδεχτήκανε πολύ άγρια ως συνήθως. Από κάτω από το κτήριο είχε μια χαβούζα με νερό. Το νερό αυτό είχε μέσα ότι βρωμιά ήθελες. Και δεν ήτανε μόνο η βρωμιά, αλλά κατουρούσανε και από πάνω. Και χονδρά και ψιλά. Αλλά ο κόσμος ήτανε τόσο διψασμένος που σπρώχνανε της βρωμιές και πίνανε και πλένανε και τα μούτρα τους και αυτοί γελούσαν και λέγανε «πος γκιαούρη». Αυτό θα πει: «Βρώμικοι Ελληνες».

...Το ψωμί και το φαΐ το είχαμε ξεχάσει. Αν βρίσκανε στα βουνά καμήλες ψόφιες τρέχανε και ξεσχίζανε με τα χέρια και άμα σταματούσαμε σε κανένα χωριό γυρεύανε φωτιά και τα ψήνανε και τα τρώγανε. Η Μανούλα μου δεν έτρωγε ούτε και 'γώ.

Μας πήρανε πάλι από κει, άλλαξαν οι τσανταρμάδες. Σε κάθε χωριό μας παίρνανε άλλοι. Μας περάσανε από ένα ποτάμι που είχε λιγοστό νερό αλλά είχε πολλά αγριοσέληνα. Οταν τα είδε ο κόσμος πέσανε με τα μούτρα σαν τα πρόβατα. Δεν έμεινε ούτε φύλο. Εκεί σε κείνο το λίγο νερό πλυθήκαμε, λουστήκαμε, χωρίς σαπούνι βέβαια....

Αρχίσαμε πάλι τα βουνά. Το χωριό ήτανε κοντά. Μόλις μας είδανε, πλάκωσε η Τουρκιά. Αρχίσανε όλοι νύκτα να πέρνουνε τα κορίτσια. Ψάχνανε με τους φακούς η δε τσανταρμάδες φεύγανε και οι χωριάτες βρίσκανε ευκαιρία. Φωνάζανε τούρκικα «άλλην, άλλην», θα πει στα ελληνικά «πάρτε, πάρτε» και κείνο το βράδυ τραβήξανε την μανούλα μου και έτσι που πήγε να σηκωθεί είδαν εμένα που με είχε από κάτω από το φουστάνι της.

Ημουν παιδάκι

Αρπάξανε εμένα. Από τον πολύ σπαραγμό πού έκανα θυμάμαι που έβγαλε το φέσι του και μού έκλεισε το στόμα με πήγε πιο πέρα και άρχισε να με ψάχνει αφού με έριξε κάτω. Σκεφτείτε εκείνη την ώρα τον σπαραγμό μου και τις φωνές μου και αφού είδε που ήμουν παιδάκι μου δίνει μια κλωτσιά και με αφήνει.

Εγώ μες την νύκτα δεν ήξερα που πάω. Ετρεχα με κομμένα τα πόδια. Από την μια φώναζα εγώ και από την άλλη ερχότανε η μανούλα μου ξεμαλλιασμένη να φωνάζει «Αγγελική, αίμα μου, παιδί μου, που είσαι;». Εγώ με τα κλάματα και αυτή με τις φωνές βρεθήκαμε. Δεν ξέρω να την περιγράψω αυτήν την περιπέτεια. Εσείς που θα την διαβάσετε μπορείτε να καταλάβετε.

Φύγαμε πάλι από 'κεί. Μας πήγανε σε ένα άλλο χωριό. Εκεί μείναμε κάτω από μια γέφυρα. Εκεί βρήκαμε σαλιγκάρια και τα ψήναμε και τρώγαμε....

Την άλλη μέρα χιόνιζε. Μας είπανε θα πάμε στο Ουσάκ. Βαδίζοντας μέσα στο χιόνι αρχίσανε τα πόδια μας και σουβλίζανε. Τότε η μανούλα μου βγάζει έναν μπούστο πού φορούσε τον κομμάτιασε και δέσαμε τα πόδια μας. Μα πόσο να βαστάξει το πανί;

Βαδίζαμε μια νύκτα. Φθάσαμε μέρα. Μας βάλανε σε κάτι μεγάλους σταύλους που βάζανε οι στρατιώτες τα άλογα. Η κοπριά ήτανε ένα μέτρο. Εμείς χωθήκαμε να ζεσταθούμε. Σε λίγο μας βγάλανε έξω και μας δώσανε γαλέτα σκουλικιασμένη. Εμείς τη φάγαμε και μας έπιασε μια διάρροια που δεν προλαβαίναμε. Εκεί πέθαναν πολλά παιδιά. *

Πηγή: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=17/09/2011&id=310439

Διαβάστε περισσότερα...

Τα ελληνικά μνημεία στην Τουρκία

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Ακόμα και χοροί και ενδυμασίες παρουσιάζονται ως τουρκικά

Του Βλαση Αγτζιδη*

Η σχέση του τουρκικού εθνικισμού με τους προϋπάρχοντες πολιτισμούς ήταν προβληματική από τη στιγμή της εμφάνισής του. Ακόμη και ο οθωμανικός πολιτισμός έπρεπε να εξοβελιστεί και στη θέση του να αναπτυχθεί ένας καινούργιος αμιγώς τουρκικός, που θα συνέδεε την κεντροασιατική καταγωγή με την ευρωπαϊκή προοπτική. Αυτή η θέση αναπτύχθηκε υποδειγματικά από τον Ziya Gökalp (1876-1924), που θεωρείται ο πατέρας του τουρκικού εθνικισμού. Για τους Τούρκους εθνικιστές, οι «Αρχές του Τουρκισμού», του Ζιγιά Γκιοκάλπ, είναι ό,τι το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» για τους κομμουνιστές. Ο Γκιοκάλπ, λοιπόν, θεωρεί ότι ο οθωμανικός πολιτισμός είναι βαθύτατα επηρεασμένος και αποτελεί συνέχεια του «ρωμαίικου». Και ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί και να καταστραφεί. Το πρώτο θύμα του τουρκικού εθνικισμού ήταν η οθωμανική γλώσσα και η εισαγωγή του λατινικού αλφάβητου. Με τον τρόπο αυτό, ο μουσουλμανικός κόσμος της Ανατολής αποκόπηκε οριστικά από την εξαιρετικά πλούσια οθωμανική και ισλαμική γραμματεία.

Μνημεία και κρίση ταυτότητας

Η κρίση ταυτότητας που μαστίζει τη σύγχρονη τουρκική κοινωνία δεν περνά απαρατήρητη στους μελετητές της ιδιόμορφης αυτής χώρας. Οπως δεν περνά απαρατήρητη και η γιγάντια προσπάθεια που καταβάλλει η κρατική γραφειοκρατία για οικειοποίηση του πολιτισμικού πλούτου των εθνών που προϋπήρχαν των Τούρκων και του Ισλάμ, και κάποια στιγμή εξοντώθηκαν ή εκδιώχθηκαν. Μνημεία, χοροί, ενδυμασίες παρουσιάζονται δημοσίως ως τουρκικά. Τα ερείπια των αρχαίων ελληνικών πόλεων, όπως της Εφέσου, της Περγάμου και άλλων, τα ελληνικά χριστιανικά μνημεία της Αγίας Σοφίας της Κωνσταντινούπολης, των υπόσκαφων ναών της Καππαδοκίας και της Παναγίας Σουμελά της Τραπεζούντας, ακόμα και ο διασημότερος των ελληνικών χορών, ο ποντιακός πυρρίχιος Σέρα, παρουσιάζονται στο διεθνές κοινό ως τουρκικά. Βέβαια, ο χορός αυτός –που οι Τούρκοι τον ονομάζουν «Horon», δηλαδή «(τον) χορόν»– όπως και η ποντιακή λύρα, αποτελούν σημερινές μορφές έκφρασης των δεκάδων χιλιάδων ελληνόφωνων, μουσουλμάνων και κρυπτοχριστιανών, καθώς και των γεωργιανόφωνων Λαζών της Βόρειας Τουρκίας.

Για χιλιάδες χρόνια πριν από την εμφάνιση του Ισλάμ και των Τούρκων, ο γεωγραφικός χώρος που καταλαμβάνει σήμερα η τουρκική δημοκρατία υπήρξε χώρος δράσης, δημιουργίας και έκφρασης των Ελλήνων – αλλά και άλλων λαών που επιβιώνουν μέχρι σήμερα, όπως οι Αρμένιοι, οι Κούρδοι, οι Ασσυροχαλδαίοι. Στις παράλιες περιοχές της δυτικής και βόρειας Μικράς Ασίας, Ελληνες υπήρχαν από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ. ενώ η Ιωνία, ο Πόντος, η Καππαδοκία, καθώς και η Ανατολική Θράκη υπήρξαν βασικοί χώροι δραστηριοποίησής τους μετά τους αλεξανδρινούς χρόνους. Μέχρι την εμφάνιση του Ισλάμ και τον περιορισμό του ελληνικού κόσμου από Αραβες και Τουρκομάνους εισβολείς, η μικρασιατική χερσόνησος υπήρξε ελληνόφωνη περιοχή στο μεγαλύτερο μέρος της. Η τελική κυριαρχία του οθωμανικού Ισλάμ μετέβαλε τον θρησκευτικό χαρακτήρα της περιοχής και αύξησε τα ποσοστά τουρκοφωνίας.

Οταν ο τουρκικός εθνικισμός αποπειράθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα να μετατρέψει τον πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό οθωμανικό χώρο σε αμιγώς τουρκικό, χρησιμοποιώντας το Ισλάμ, συνάντησε την αμείλικτη πραγματικότητα. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού ανήκε σε διαφορετικές εθνικές ομάδες που είχαν ως θρησκεία τον χριστιανισμό και είχε βαθύτατη σχέση με τον τόπο. Σχέση που αποδεικνυόταν πλήρως από τα μνημεία που είχε δημιουργήσει. Με βάση το νεοτουρκικό πρόγραμμα του 1911, για τους πληθυσμούς αυτούς επελέγη η γενοκτονία και η εκδίωξη. Απέμειναν όμως τα μνημεία, ως αδιάψευστοι μάρτυρες μιας πολύ διαφορετικής κοινωνικής κατάστασης που υπήρχε μέχρι πρόσφατα και μιας εξαιρετικά οδυνηρής «τακτοποίησής της».

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν το ’22, το συναίσθημα ότι τα ελληνικά μνημεία –αρχαία, βυζαντινά και νεότερα– έθεταν σε διαρκή αμφιβήτηση τη «Νέα Τάξη» ήταν έντονο, τόσο στο στρατιωτικό κατεστημένο που ήλεγχε απολύτως τον γεωγραφικό χώρο που κατέκτησε, όσο και στην κεμαλική κρατική γραφειοκρατία. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα ελληνικά μνημεία που υπάρχουν στην Τουρκία είναι περισσότερα και εντυπωσιακότερα –με την εξαίρεση του Παρθενώνα– από αυτά που υπάρχουν στα ελλαδικά εδάφη. Γι’ αυτούς τους λόγους, η επίσημη πολιτική στόχευε στον πλήρη πολιτιστικό εκτουρκισμό του εδάφους που κατέλαβε ο τουρκικός εθνικισμός με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922.

Σε πρώτη φάση, πολιτιστικός εκτουρκισμός σήμαινε εξαφάνιση ή υποβάθμιση –στην καλύτερη εκδοχή– όλων εκείνων των στοιχείων που θύμιζαν ότι μεγάλο μέρος των εδαφών της τουρκικής δημοκρατίας αποτελούσε γενέθλιο έδαφος άλλων εθνών. Ετσι, σε γενικές γραμμές, οι ελληνικές αρχαιότητες υποβαθμίστηκαν, τα βυζαντινά μνημεία –πλην όσων είχαν μετατραπεί σε τεμένη– αφέθηκαν να καταρρεύσουν, τα νεότερα μνημεία καταστράφηκαν συνειδητά.

Η τουρκική πολιτική απέναντι στα ελληνικά μνημεία άλλαξε κατά τη δεκαετία του ’80. Η πολιτική οικειοποίησης αντικατέστησε την προηγούμενη αρνητική ή αδιάφορη στάση του κράτους και της κοινωνίας. Ο φόβος απέναντι στον ελληνικό αλυτρωτισμό εξαφανίστηκε και τα συναισθήματα ενοχής για την εξόντωση των γηγενών εθνών έπαψαν να ταλανίζουν τις επόμενες τουρκικές γενιές. Μεθοδικά άρχισε το τουρκικό κράτος να προσπαθεί να αλλάξει την ιστορία της περιοχής. Να δημιουργήσει την εντύπωση στις νέες γενιές και τους πολυάριθμους τουρίστες ότι όλα αυτά τα μνημεία τα δημιούργησαν οι διάφοροι ανατολικοί λαοί, που έχουν χαθεί σήμερα και τους οποίους εκπροσωπούν οι κληρονόμοι τους, οι Τούρκοι. Στις επίσημες επιγραφές στους ιστορικούς χώρους, όπως και στα αντίστοιχα βιβλία αναφέρεται ότι τα αρχαία μνημεία τα δημιούργησαν οι Λυδοί ή οι Πισίδες ή οι Λύκιοι ή οι Παφλαγόνες, τους οποίους αντικατέστησαν οι Πέρσες και στη συνέχεια οι Ρωμαίοι. Παρότι οι ιστορικοί χώροι είναι ελληνικοί και τα αντίστοιχα μουσεία είναι γεμάτα με ελληνικά ευρήματα και επιγραφές, δεν υπάρχει καμία απολύτως αναφορά στην πραγματική ταυτότητά τους. Η λέξη «Ελληνας», «Γιουνάν» ή «Γκρικ» απουσιάζουν παντελώς. Το ίδιο φυσικά ισχύει και για τα ελληνικά μνημεία της χριστιανικής εποχής.



Σε διεθνές επίπεδο η νέα προσέγγιση άρχισε με τη δειλή, στην αρχή, προβολή των αρχαιοτήτων στο πλαίσιο της τουριστικής πολιτικής. Χαρακτηριστική υπήρξε η χρήση του εντυπωσιακού εσωτερικού χώρου της Αγίας Ειρήνης στην Πόλη για επίδειξη μόδας πριν από μερικά χρόνια. Η πολιτική οικειοποίησης των μνημείων, αλλά και των μορφών, του ελληνικού πολιτισμού της Ιωνίας και της υπόλοιπης Μικράς Ασίας άρχισε βαθμιαία να γίνεται κτήμα του τουρκικού λαού. Πρώτη μαζική έκφραση της νέας στάσης υπήρξε η διεκδίκηση των γλυπτών της Περγάμου που βρίσκονταν στο Βερολίνο. Τα γλυπτά προβλήθηκαν ως τα τουρκικά ελγίνεια. Δήμοι της περιοχής και κοινωνικές ενώσεις με τη στήριξη του κράτους οργάνωσαν διαμαρτυρίες και κινητοποίησαν τους Τούρκους μετανάστες για τη διεκδίκηση της «επιστροφής των γλυπτών στην πατρίδα». Η όλη απόπειρα –για όσους ήξεραν ότι οι απόγονοι των δημιουργών των γλυπτών εξοντώθηκαν με τον πιο άγριο τρόπο τον Σεπτέμβριο του ’22 και οι επιζήσαντες κατέφυγαν πρόσφυγες στα Βαλκάνια– είχε τα στοιχεία μιας εφιαλτικής φάρσας.

Μικρό παράδειγμα –χαρακτηριστικό και γραφικό παράλληλα– των απίστευτων ιδεολογημάτων που διαχύθηκαν στην τουρκική κοινωνία, βρίσκεται στην ετικέτα του κρασιού Trakya (δηλαδή Θράκη), που πουλιέται στη δυτική Τουρκία. Στην άκρως κλασικής τεχνοτροπίας ετικέτα αυτή, πάνω σε ένα βαρέλι κάθεται μια νύμφη περιτριγυρισμένη από κληματαριές και τσαμπιά σταφυλιών. Μόνο που δεξιά και αριστερά της νύμφης υπάρχουν, αντί για λέοντες, δύο γκρίζοι λύκοι. Να σημειωθεί ότι ο γκρίζος λύκος αποτελεί το σύμβολο του παντουρκισμού και δηλοί την «κόκκινη μηλιά», δηλαδή την αρχαία τουρκική κεντροασιατική κοιτίδα. Αυτή ακριβώς είναι και η μεθόδευση του τουρκικού κράτους: να καλλιεργήσει την πίστη ότι τα ελληνικά μνημεία της Μικράς Ασίας ανήκουν και συγκροτούν τον αρχαίο τουρκικό πολιτισμό.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα...

Διδάσκοντας τη Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού σε μαθητές γυμνασίου και λυκείου

Τετάρτη 18 Απριλίου 2012

Του Βλάσση Άγτζίδη

“Η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δικιά μας μελαγχολία”….

Από το 1994 μια νέα “εθνική επέτειος” ήρθε να προστεθεί στο πάνθεον των εθνικών επετείων. Μόνο που τούτη ήταν αποτέλεσμα μιας υπόγειας και απρόσμενης κίνησης της προσφυγικής κοινωνίας των πολιτών, που διεκδικούσε τη δικιά της ιστορική Μνήμη, την εγγραφή της στη συλλογική μνήμη του έθνους-κράτους και τη συμμετοχή στο κοινό αφήγημα. Έτσι, το 1994 οι πρόσφυγες του ’22 πέτυχαν την πρώτη πολιτική κατάκτηση σ’ εναν χώρο, μάλλον άξενο, με ένα κράτος εχθρικό προς τη διατήρηση της προσφυγικής Μνήμης. Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι…

Από τότε κάθε χρόνο εκπαιδευτικοί -με δική τους πρωτοβουλία και με την κάλυψη της επίσημης αναγνώρισης και της αναγκαστικής συμμόρφωσης του υπ.Παιδείας- προσπαθούν να οργανώσουν παρουσιάσεις του ιστορικού αυτού γεγονότος, κυρίως στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν είτε οι πρόσφυγες του ’22, είτε οι νέοι πολυάριθμοι Πόντιοι πρόσφυγες της Σοβιετικής κατάρρευσης, αλλά και αλλού…..

Όλα αυτά πραγματοποιούνται σε μια μη ευκαταφρόνητη κλίμακα, μακρυά από το κυρίαρχο λάιφ στάιλ και τη γνωστή αγοραία δημοσιογραφία, αγνοημένα και περιφρονημένα από μια ενσωματωμένη και αστικοποιημένη Αριστερά που “ζει με και από τους μύθους της”, αλλά και από μια κυρίαρχη ιστοριογραφική αντίληψη που πορεύεται και στοχάζεται παρακάμπτοντας τις ενοχλητικές παραμέτρους

Προσπαθώντας να κωδικοποιήσω κάπως τις προσπάθειες αυτές έγραψα το παρακάτω κείμενο, το οποίο αποτελεί μια πρώτη απόπειρα παρουσίασης των αξόνων του ιστορικού γεγονότος της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου εντός του πραγματικού ιστορικού πλαισίου, καθώς και των παιδαγωγικών αρχών που πρέπει να τηρηθούν κατά τη διδασκαλία σε μαθητές


Διδάσκοντας τη Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού σε μαθητές γυμνασίου και λυκείου(Μια πρώτη προσέγγιση)

1. Το Σκεπτικό – Οι στόχοι

1.1.Η Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού έχει αναγνωριστεί επισήμως από τη Βουλή των Ελλήνων, την Κύπρο, τη Σουηδία, πολιτείες των ΗΠΑ και περιφερειακές κυβερνήσεις στην Αυστραλίας. Από το 1994 είναι επίσημη Εθνική Επέτειος στην Ελλάδα, ενώ από το 1998 η Γενοκτονία στο σύνολο της Μικράς Ασίας ανακηρύχτηκε σε δεύτερη επίσημη Εθνική Επέτειο.

1.2. Η 19η Μαϊου έχει οριστεί ως συμβολική Ημέρα Μνήμης, εφόσον εκείνη τη μέρα του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ πασά αποβιβάστηκε στην Σαμψούντα του Πόντου, αυτονομήθηκε από την κεντρική Οθωμανική κυβέρνηση και συγκρότησε τα εθνικιστικά του στρατεύματα, τα οποία εν τέλει θα κατανικήσουν τους Έλληνες (ελληνικό στρατό στην Ιωνία και Πόντιους αντάρτες στο Βορρά της Μικράς Ασίας). Θα ολοκληρώσουν την προαποφασισμένη από τους Νεότουρκους (1911) εθνική εκκαθάριση με τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης το Σεπτέμβριο του 1922. Η 14η Σεπτεμβρίου, ημέρα πυρπόλησης της Σμύρνης από τους κεμαλικούς εθνικιστές, ορίστηκε ως Ημέρα Μνήμης για τη Μικρασιατική Καταστροφή.

1.3. Ο βασικός σκοπός της ιστορικής εκπαίδευσης είναι να προετοιμάσει και να διαμορφώσει υπεύθυνους και ενεργούς πολίτες που να μπορούν να ερμηνεύσουν τα ιστορικά γεγονότα και να χρησιμοποιήσουν τα συμπεράσματα στο παρόν. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η ιστορική γνώση μεταδίδεται δημιουργικά, αναπτύσσεται και καλλιεργείται το κριτικό πνεύμα, δεν εγκλείεται αποκλειστικά στο παρελθόν όπου συνέβη το γεγονός, αντιμετωπίζοντάς το ως μοναδικό και ανεπανάληπτο. Δηλαδή οι μαθητές με τη διδασκαλία του ιστορικού γεγονότος της Γενοκτονίας πρέπει να αναπτύσσουν και να βελτιώνουν τις διανοητικές τους δεξιότητες και να στοχάζονται για το ιστορικό πλαίσιο του κόσμου στον οποίο ζουν, έχοντας κατανοήσει το παρελθόν και τις αδιόρατες, υπόγειες διεργασίες οι οποίες συνέβαλαν στο να διαμορφωθεί το παρόν.

1.4. Η παρουσίαση του γεγονότος της Γενοκτονίας στο μικρασιατικό Πόντο θα πρέπει απαραιτήτως να ενταχθεί στο ευρύτερο Ιστορικό Πλαίσιο, μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε, ώστε οι μαθητές να έχουν μια καλή εποπτεία της εποχής και των κρίσιμων παραμέτρων. Δηλαδή, να παρουσιαστεί αναλυτικά το γεγονός ότι η Γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού υπήρξε τμήμα της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής, η οποία με τη σειρά της εντάσσεται στο πλαίσιο των αποφάσεων των Νεότουρκων (Οκτώβριος 1911) για εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

1.5. Θα πρέπει να περιγραφούν με ακρίβεια οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που επέλεξαν τη μέθοδο της Γενοκτονίας για την επίλυση των εσωτερικών αντιθέσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, να παρουσιαστούν αναλυτικά τα αίτια τα οποία οδήγησαν στην επιλογή αυτών των μεθόδων. Πρέπει να κατανοηθεί στο βάθος η μειοψηφική τάση του μιλιταριστικού τουρκικού εθνικισμού (Νεότουρκοι-Κομιτάτο «Ένωση και Πρόοδος»), η οποία θα επικρατήσει πραξικοπηματικά το 1908 και θα οδηγήσει στις αποφάσεις για τις Γενοκτονίες.

1.6. Θα πρέπει οι μαθητές να κατανοήσουν ότι η Γενοκτονία δηλαδή η μαζική δολοφονία ανθρώπων εξαιτίας της ιδιαίτερης πολιτισμικής τους κατάστασης δεν ήταν μια απρόσωπη διαδικασία. Ότι οι άνθρωποι-θύματα υπήρξαν συγκεκριμένοι άνθρωποι με αξιοπρέπεια, με καθημερινή ζωή, με σχέσεις και όχι απρόσωπα μαζικοποιημένα όντα. Το στοιχείο αυτό θα προκύψει μέσα από την παρουσίαση αυθεντικών μαρτυριών των θυμάτων.

1.7. Θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί από τους μαθητές ότι η συγκεκριμένη Γενοκτονία δεν αποτελεί ένα περιορισμένο γεωγραφικά και χρονικά γεγονός, αλλά ότι εγκαινιάζει μια νέα πολιτική αντιμετώπισης διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων από σκληρές εξουσίες, που επιδιώκουν την ομογενοποίηση του χώρου που ελέγχουν ή την κυνική μεταφορά πλούτου από τις ομάδες-θύματα στους θύτες. Η κορύφωση αυτής της νέας πολιτικής θα είναι το Ολοκαύτωμα που θα πραγματοποιήσουν οι Ναζί, οι οποίοι κυριολεκτικά «βιομηχανοποίησαν» την εξόντωση των στοχευμένων πληθυσμών.

1.8. Τα στοιχεία που πρέπει να δοθούν στους μαθητές πρέπει να είναι καλά τεκμηριωμένα, να μην επιδέχονται αμφισβητήσεων και να μη χαρακτηρίζονται από υπερβολές, οι οποίες εν τέλει υπονομεύουν όλη τη διαδικασία της διδασκαλίας της Γενοκτονίας.

1.9. Η παρουσίαση πρέπει να βασίζεται σε περιγραφή των συνθηκών, του ιστορικού-κοινωνικού-πολιτικού πλαισίου και των αιτίων που οδήγησαν στη Γενοκτονία. Ο διδάσκων/ουσα θα πρέπει να αποφεύγει να βασιστεί στην «παιδαγωγική του αίματος» και των δακρύων. Αφενός γιατί η εκπαιδευτική διαδικασία μπορεί να εκπέσει σε μελόδραμα και αφετέρου γιατί ο παιδαγωγικός στόχος δεν πρέπει να είναι η πρόκληση συναισθηματικής έξαρσης, αλλά κατανόησης των γεγονότων, που βασίζεται στην εμπεριστατωμένη γνώση και στα καλά δομημένα ερμηνευτικά εργαλεία.

1.10. Συνοψίζουμε τις προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν και για να υπηρετηθεί με τον καλύτερο τρόπο η ευστοχία της ιστορικής μάθησης:

-Η χρησιμοποιούμενη ορολογία να είναι ακριβής

-Τα στοιχεία που παρατίθενται να είναι σωστά και αποδεδειγμένα

-Να αποσαφηνίζονται οι κατηγορίες «θύτης»/«θύμα», «πρόθεση»/«αποτέλεσμα», «χρόνος» και «τόπος», «μέσα πραγματοποίησης»

-Να περιγράφονται με πληρότητα οι αιτίες καθώς και η λογική αλληλουχία που ακολουθεί (εμφάνιση τουρκικού εθνικισμού, κατάληψη της εξουσίας, απόφαση για εθνοκαθάρσεις ώστε να δημιουργηθεί έθνος-κράτος, οργάνωση των Γενοκτονιών, διαμόρφωση ιδεολογίας αποκλεισμού, υλοποίηση των αποφάσεων, απελευθέρωση των δυνάμεων του εθνικισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, πολεμικές συγκρούσεις, πρόσφυγες παντού, στάση της Ελλάδας και των πολιτικών της δυνάμεων, διχασμός, ήττα, ολοκλήρωση των γενοκτονιών, προσφυγοποίηση στην Ελλάδα και την ΕΣΣΔ.)

-Να αποφεύγονται οι ισοπεδωτικές απλουστεύεις του τύπου «καλός-κακός», «άσπρο-μαύρο», που ακυρώνουν κάθε προσπάθεια ερμηνείας και κατανόησης των ιστορικών συμπεριφορών

2. Το Ιστορικό Πλαίσιο

2.1. Το Ιστορικό Πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να διδάσκεται η Γενοκτονία ορίζεται πλέον από την απόφαση του International Association of Genocide Scholars – IAGS. Συγκεκριμένα, στις 16 Δεκεμβρίου 2007, η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars – IAGS), ο καθ’ ύλη διεθνής οργανισμός, εξέδωσε το παρακάτω ψήφισμα, με το οποίο αναγνωρίζεται ότι η εθνική εκκαθάριση που υπέστησαν οι ελληνικοί πληθυσμοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τους Νεότουρκους και τους Κεμαλικούς ανήκει στην νομική κατηγορία των «εγκλημάτων Γενοκτονίας», όπως αυτή ορίστηκε από τον ΟΗΕ το 1948:

«ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ η άρνηση της γενοκτονίας αναγνωρίζεται ευρέως ως το τελικό στάδιο της γενοκτονίας, που επιφυλάσσει στους δράστες της γενοκτονίας την ατιμωρησία και αποδεδειγμένα προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντικές γενοκτονίες.

ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ η γενοκτονία μειονοτικών πληθυσμών από το Οθωμανικό κράτος κατά τη διάρκεια και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο απεικονίζεται συνήθως ως γενοκτονία των Αρμενίων αποκλειστικά, με μερική μόνο αναγνώριση των ποιοτικά όμοιων γενοκτονιών άλλων Χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ είναι πεποίθηση της διεθνούς Ενώσεως Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών ότι η εκστρατεία των Οθωμανών εναντίον των Χριστιανικών μειονοτήτων της Αυτοκρατορίας μεταξύ 1914 και 1923 αποτέλεσε μια γενοκτονία των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολίας.

ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ ΟΤΙ η ένωση ζητά εκ τούτου από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες αυτών των πληθυσμών, να εκδώσει μια επίσημη απολογία και να προχωρήσει σε άμεσα και σημαντικά βήματα για αποκατάσταση» (http://www.genocidetext.net)


Από τη στιγμή της έκδοσης του κορυφαίου αυτού Ψηφίσματος (Δεκέμβρης του 2007), το οριστικό πλαίσιο της διδασκαλίας της Γενοκτονίας του ποντιακού ελληνισμού αλλάζει και διευρύνεται. Εφεξής, η αναπαραγωγή τοπικιστικών προσεγγίσεων, καθώς και λανθασμένων αριθμητικών στοιχείων αντίκειται στο Ψήφισμα. Να αποφεύγονται, τουλάχιστον τα αριθμητικά, στοιχεία που δημοσιεύτηκαν λόγω περιορισμένων γνώσεων πριν την έκδοση του Ψηφίσματος.

Η διδασκαλία πρέπει απαραιτήτως να πραγματοποιείται με την παρουσίαση του ευρύτερου γεγονότος της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Ανατολής, να παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο συγκροτήθηκε ο τουρκικός εθνικισμός και έλαβε τις αποφάσεις για εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών.

2.2. Θα πρέπει να αποσαφηνίζονται οι έννοιες «εθνοκάθαρση», «γενοκτονία», «έγκλημα πολέμου», «μαζικές σφαγές», «εξόντωση», «καταστροφή». Να τονίζεται ιδιαιτέρως ότι ο όρος «γενοκτονία» αποτελεί νομικό όρο του διεθνούς δικαίου και όχι λέξη της καθομιλουμένης για να χαρακτηριστεί μια συγκεκριμένη βίαιη πράξη. Η «εθνοκάθαρση» ή το «έγκλημα πολέμου» ή η «Καταστροφή» ή η «μαζική σφαγή» μπορεί να χαρακτηριστεί γενοκτονία μόνο εάν υπακούει στα σχετικά κριτήρια , όπως ορίστηκαν από τον ΟΗΕ με τη Σύμβαση του 1948.

Σύμφωνα με τη σχετική Σύμβαση, γενοκτονία είναι: «η εσκεμμένη προσπάθεια καταστροφής εν όλω ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας», με έναν από τους παρακάτω τρόπους:

α) τον φόνο μελών της ομάδας,
β) την πρόκληση σοβαρής σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας,
γ) τη σκόπιμη επιβολή στην ομάδα συνθηκών ζωής υπολογισμένων, έτσι ώστε να επιφέρουν τη φυσική τους καταστροφή, εν όλω ή εν μέρει,
δ) την επιβολή μέτρων που αποσκοπούν στην αποτροπή γεννήσεων στο εσωτερικό της ομάδας και< ε) την υποχρεωτική μεταφορά των παιδιών της ομάδας σε κάποια άλλη»


Στην περίπτωση των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εφαρμόστηκαν και οι πέντε τρόποι, σε διαφορετικό χρόνο και με διαφορετικό τρόπο στους επιμέρους πληθυσμούς.

2.3. Θα πρέπει να περιγράφεται η διαδικασία κλιμάκωσης της Γενοκτονίας η οποία –όσον αφορά την ελληνική περίπτωση- ξεκινά με συστηματικές διώξεις στην Ανατολική Θράκη το 1914, συνεχίζεται την ίδια χρονιά στην Ιωνία (Δυτική Μικρά Ασία) και κορυφώνεται το 1916 στον Πόντο (Βόρεια Μικρά Ασία).

Θα πρέπει επίσης να διαχωρίζονται οι δύο φάσεις της Γενοκτονίας και να παρουσιάζονται αναλυτικά τα διαφορετικά ιστορικά πλαίσια εντός των οποίων πραγματοποιήθηκαν:

Η Α’ φάση της Γενοκτονίας έλαβε χώρα κυρίως κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918) και είχε ως θύτες τους Νεότουρκους εθνικιστές, ενώ υπήρξε ανοχή από τους συμμάχους τους, Γερμανούς και Αυστριακούς.

Η Β’ φάση της Γενοκτονίας έγινε την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου (1919-1922) από τους κεμαλικούς εθνικιστές που αυτονομήθηκαν από την κεντρική οθωμανική κυβέρνηση. Κατά τη δεύτερη φάση υπήρξε αρχική ανοχή κάποιων συμμάχων της Ελλάδας (Ιταλών, Γάλλων, Αμερικανών). Στη συνέχεια, και λόγω της πολιτικής των μοναρχικών, ουδετεροποιήθηκαν οι υπόλοιποι (Βρετανoί). Υποστηρικτές του τουρκικού εθνικισμού υπήρξαν και οι αντιπάλοι των Δυτικών, δηλαδή το νεαρό σοβιετικό κράτος. Επίσης θα πρέπει να τονιστεί ο ελληνικός Διχασμός μεταξύ μοναρχικών-βενιζελικών που αποδυνάμωσε το ελληνικό εσωτερικό μέτωπο και επέτρεψε στον Κεμάλ να νικήσει και να ολοκληρώσει τη Γενοκτονία του ελληνικού, αρμενικού και ασσυριακού πληθυσμού στο σύνολο της παλιάς πολυεθνικής, ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας την οποία μετέτρεψε πλέον σε τουρκικό έθνος-κράτο.

3. Οι αριθμοί

Οι αριθμοί των πληθυσμών που κατοικούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και των θυμάτων που τελικά είχαν από την πολιτική της Γενοκτονίας, θα πρέπει να προκύπτουν από τα πραγματικά δεδομένα, που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν

Τα μόνα πληθυσμιακά στοιχεία που γνωρίζουμε και δεν αμφισβητούνται είναι αυτά που προκύπτουν από τις απογραφές του πληθυσμού. Με την αξιοποίηση των απογραφών του ελληνικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Οθωμανική και Πατριαρχική) εκτιμάται ότι ο αριθμός των Ελλήνων στη Μικρά Ασία (Πόντος, Ιωνία, Βιθυνία, Καππαδοκία, Πισιδία κ.ά) ανέρχεται σε 1.8 εκατομμύρια κατοίκους. Στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινουπολη κατοικούσαν περί τους 400.000 Έλληνες. Από τον αριθμό των 2.2 εκατομμυρίων (χωρίς να προσμετρώνται οι Έλληνες από το Καρς που ανήκε τότε στη ρωσική επικράτεια), στον Πόντο κατοικούσαν περίπου 450.000 Έλληνες χριστιανοί, ορθόδοξοι κυρίως αλλά και προτεστάντες.

[Τα στοιχεία των Απογραφών και των διαφορετικών εκτιμήσεων παρατίθενται αναλυτικά στο βιβλίο: Βλάσης Αγτζίδης, Έλληνες του Πόντου. Η γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό στις σελίδες 131-137. Το βιβλίο αυτό υπάρχει σε ψηφιακή μορφή στη διεύθυνση: http://www.projethomere.com/travaux/bibliotheque_homere/grecs_pont_euxin.htm]

Τα θύματα των διωγμών και της Γενοκτονίας που συνέβη την επόμενη περίοδο (1914-1923) μπορούν να υπολογιστούν συνολικά κατά προσέγγιση και όχι με ακρίβεια κατά τόπους. Η «Μαύρη Βίβλος Διωγμών και Μαρτυριών του εν Τουρκία Ελληνισμού» του Οικουμενικού Πατριαρχείου που εκδόθηκε το 1919, δίνει μια κατ’ εκτίμηση εικόνα των διωχθέντων και των θυμάτων. Με βάση την επίσημη Απογραφή που έγινε στην Ελλάδα το 1928 καταγράφηκαν περίπου 1.25 εκατομμύρια πρόσφυγες. Στον αριθμό αυτό συνυπολογίστηκαν και οι προερχόμενοι από το Καρς και άλλες ρωσικές περιοχές. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη ότι 150.000 Έλληνες από την Κωσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο εξαιρέθηκαν της Ανταλλαγής των πληθυσμών, ενώ ένα μέρος των προσφύγων από τον Ανατολικό Πόντο που κατέφυγε στη Ρωσία μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων (Μάρτιος 1918) δεν κατέφυγε τελικά στην Ελλάδα.

Δεν γνωρίζουμε πόσα ήταν τα θύματα της Γενοκτονίας κατά περιοχή, ούτε πόσοι έχασαν τη ζωή τους κατά τη διαδρομή προς την Ελλάδα, ούτε πόσοι πέθαναν στην Ελλάδα από τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης κατά την πρώτη δεκαετία (αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι σε μία γέννηση).

Ο αριθμός 353.000 που έχει επικρατήσει δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αρχικά, κατατέθηκε ως υπόθεση τον Ιανουάριο του 1922 στη «Black Book the tragedy of Pontus (1914-1922)» που εξέδωσαν στην Αθήνα οι ποντιακές οργανώσεις, χωρίς να έχουν πρόσβαση σε πραγματικά δεδομένα. Στον αριθμό αυτό ο Γ. Βαλαβάνης θα προσθέσει (το 1925) κατ’ εκτίμηση άλλες 50.000 θύματα κατά τη μεταφορά προς την Ελλάδα.

Το πρόβλημα των αριθμών ο διδάσκων/ουσα τη Γενοκτονία στους μαθητές πρέπει να το αντιμετωπίσει με την επίκληση των πραγματικών αριθμών που μας δίδει η σύγκριση των 2.2 εκατομ. προ των γεγονότων και 1.25 εκατομ. μετά το τέλος της Γενοκτονίας, όπως παρουσιάστηκε παραπάνω με την επισήμανση ότι τα θύματα στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη κατά την περίοδο 1914-1923 υπολογίζονται μεταξύ 700.000 και 800.000 ατόμων. Αυτή η προσέγγιση είναι η μόνη που ανταποκρίνεται στα δεδομένα που ορίζει πλέον τελεσίδικα το Ψήφισμα του International Association of Genocide Scholars – IAGS.

4. Οι πηγές

Οι πηγές που ο διδάσκων/ουσα πρέπει να βασίσει την παρουσίαση της Γενοκτονίας είναι:

4.1. Τα επιστημονικά έργα που έχουν γραφεί και αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στο θέμα αυτό. Όπως για παράδειγμα:

Tessa Hofmann, Matthias Bjørnlund, Vasileios Meichanetsidis, με τη συμμετοχή των: J. Mourelos, R. Donef, N. Hlamides, M. Stewart, St. T. Stavridis, St. Leonard Jacobs, Alfred de Zayas, R. Levitsky, M. Bruneau and K. Papoulidis, A. Kalaitzidis and D. Wallace, Abr. Der Krikorian and E. Taylor, The Genocide of the Ottoman Greeks: Studies on the State-Sponsored Campaign of Extermination of the Christians of Asia Minor (1912-1922) and Its Aftermath: History, Law, Memory, Νέα Υόρκη, εκδ. Melissa, 2012

Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη, έκδ. Εύξεινος Λέσχη, 1995.

Κωσταντίνος Φωτιάδης, Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Αθήνα, έκδ. Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, 2004.

Βλάσης Αγτζίδης, Έλληνες του Πόντου. Η γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό, Αθήνα, έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αν. Αττικής, 2005. Επανεκδόθηκε από τις εκδόσεις Σκάι.

Ευριπίδης Γεωργανόπουλος, Το νεοτουρκικό κίνημα και οι επιπτώσεις του στον ελληνισμό του Πόντου 1908-1914, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 2001.

Προσεγγίσεις στην ιστορία του Εύξεινου Πόντου. Πρακτικά του 2ου Διεθνούς Συνεδρίου Ποντιακού Ελληνισμού, Κ. Χατζηκυριακίδης-Θ. Κυριακίδης (επιμ.), Άρτεμις Ξανθοπούλου Κυριακού, P. Karpov, R. Hovannisian, M. Meeker, H. Lowry κ.ά., Θεσσαλονίκη, εκδ. Σταμούλη, 2011.

Χαράλαμπος Ψωμιάδης,Η τελευταία φάση του Ανατολικού Ζητήματος, Συμβολή στη μελέτη των ελληνοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων, μετάφραση – επιμέλεια: Γ. Γιαννακόπουλος, Αθήνα, Έφεσσος, 2004.

Χάρης Τσιρκινίδης, Έχω όπλο την αγχόνη’. Το ντοκουμέντο της Μεγάλης Καταστροφής υπό το φως των ξένων απορρήτων αρχείων (1908-1925), Θεσσαλονίκη, εκδ. Ερωδιός, 2005. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθούν έγγραφα διπλωματικών αποστολών από τη μονογραφία του Χ. Τσιρκινίδη, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε (εκδ. Παναγία Σουμελά) παρότι ο σχολιασμός έχει έντονο συναισθηματικό ύφος και δεν υπάρχει παραπομπή στις πηγές.

Προσφυγική Ελλάδα Φωτογραφίες από το αρχείο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, επιμ. Γ. Γιαννακόπουλος, Αθήνα, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 1992

Θεόδωρος Παυλίδης, Ο ελληνισμός του Δυτικού Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 2009.

Ο Πόντος των Ελλήνων, Γιώργος Α. Γιαννακόπουλος (επιμ.), Άρτεμις Ξανθοπούλου Κυριακού, Δ. Θ. Λαζαρίδης, Δ. Τομπαΐδης, Σ. Χατζησαββίδης, Ε. Γ. Γαβρά, Β. Δαλακούρα, Αρχ. Π. Αποστολίδης, Π. Α. Γαϊτανίδης, Κ. Χατζηκυριακίδης, Ε. Π. Καρούμπης, Αθήνα, εκδ. Έφεσος, 2003.

Jean de Murat, Τhe Great Extirpation of Hellenism & Christianity in Asia Minor, Φλόριντα ΗΠΑ, 1999.

4.2. Είναι σημαντικό να χρησιμοποιηθούν μαρτυρίες θυμάτων. Ενδεικτικά προτείνονται τα βιβλία:

Αντώνιος Γαβριηλίδης, Σελίδες εκ της Μαύρης Εθνικής Συμφοράς του Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία, 1992.

Thea Halo, Ούτε το όνομά μου, Αθήνα, εκδ. Γκοβόστη, 2001.< Γεώργιος Ανδρεάδης, Ταμάμα. Η αγνοούμενη του Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Γόρδιος, 1992.

Χρήστος Ηλιάδης, Πόντος Γενοκτονία. Όσα ενθυμούμαι από την περιπετειώδη ζωή μου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Γόρδιος, 2002.

Θα μπορούσε να ξεκινήσει το μάθημα με την ανάγνωση μιας δυνατής αφήγησης από τη Γενοκτονία. Τέτοιες έντονες εικόνες υπάρχουν στο βιβλίο της Thea Halo. Όπως επίσης και η πολύ καλή, από πλευράς μεθόδου, περιγραφή των πορειών θανάτου ως «Άουσβιτς εν ροή», όπως κάνει ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης στο πολύ καλό εισαγωγικό κείμενο της μελέτης του. Η χρησιμοποίηση αφηγήσεων είναι ένα μέσο που στοχεύει στην αύξηση της προσοχής των μαθητών ώστε να κατανοήσουν στη συνέχεια τις αιτίες που προκάλεσαν τα γεγονότα, εφόσον, όπως τονίστηκε παραπάνω, ο κύριος εκπαιδευτικός στόχος είναι η κατανόηση που βασίζεται στην εμπεριστατωμένη γνώση και όχι η δημιουργία συναισθηματικής έντασης.

4.3. Είναι επίσης σημαντικό κατά την διδασκαλία της Γενοκτονίας να χρησιμοποιηθούν και να διαβαστούν έγγραφα διπλωματικών αποστολών εκείνης της εποχής που αναφέρονται στα γεγονότα. Τέτοια έγγραφα υπάρχουν στα βιβλία των Ενεπεκίδη, Φωτιάδη και Τσιρκινίδη.

4.4. Η χρήση τουρκικών πηγών που αναφέρονται στη Γενοκτονία, καθώς και η αναφορά σε έργα Τούρκων ιστορικών και κοινωνικών επιστημόνων που καταγγέλλουν το ρόλο του εθνικισμού στη διάπραξη των εγκλημάτων γενοκτονίας, πρέπει απαραιτήτως να ενταχθούν στη διαδικασία της διδασκαλίας της Γενοκτονίας. Τέτοια κείμενα δημοσιεύτηκαν πρόσφατα και οι διδάσκοντες/ουσες μπορούν να έχουν άμεση πρόσβαση σ’ αυτά. Προτείνονται τα εξής:

Fikret Baskaya : Η συνείδηση της Ιστορίας θα μας απελευθερώσει, -του Ahmet Oral: Για το Αρμενικό, Ελληνικό, Κουρδικό και Αλεβίτικο Ζήτημα, -του Attila Tuygan: Γενοκτονία για την “ιερή πατρίδα”,

-του Τaner Akçam: Οι εκτοπίσεις και οι σφαγές των Ελλήνων του 1913-1914: Πρόβα για τη Γενοκτονία των Αρμενίων

-του Sait Çetinoğlu: Η ιδέα του ανεξάρτητου Πόντου και η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Το Τέλος του Κινήματος και η Εκδίωξη

-της Pervin Erbil: Μια τραγική σελίδα στην εκκαθάριση των Ρωμιών, 1914-1924

Κατά την αναφορά των συγκεκριμένων τουρκικών απόψεων, μπορεί να τονιστεί στους μαθητές η συνάφεια των θέσεων της συγκεκριμένης τουρκικής ιστοριογραφικής σχολής με την προσφυγική ιστοριογραφία, που αναπτύσσεται αργά αλλά σταθερά στην Ελλάδα την τελευταία 25ετία, αμφισβητώντας τα στερεότυπα και αποδομώντας τους κυρίαρχους μύθους.< 4.5.Επίσης ο διδάσκων/ουσα εκτός από την καλή γνώση της ποντιακής ιστορίας και του ευρύτερου πλαισίου πρέπει να έχε συνολική εποπτεία:

-της προσπάθειας των προσφυγικών οργανώσεων να εντάξουν στην εθνική συλλογική μνήμη το Τραύμα του Πόντου,
-των προβλημάτων που συνάντησαν οι πρόσφυγες του ’22 στην Ελλάδα, αλλά και στη Σοβιετική Ένωση,
-τις μορφές της κυρίαρχης (κρατικής και όχι) ιδεολογίας στη μετά το ’22 Ελλάδα που δεν συμπεριλάμβανε την ιστορική εμπειρία του ελληνισμού της Ανατολής,
-τις αιτίες, για τις οποίες υπήρξε Σιωπή και Λήθη από το 1922 έως τη δεκαετία του ’90,
-τις σύγχρονες ιδεολογικές συγκρούσεις στην Ελλάδα για τα ιστορικά ζητήματα και τη διαμόρφωση ενός ρεύματος Αρνητών της Γενοκτονίας.

Βασική πηγή για τα ζητήματα αυτά είναι η μελέτη: Βλάσης Αγτζίδης, «Μνήμη Ταυτότητα και Ιδεολογία στον Ποντιακό Ελληνισμό» από το συλλογικό (με Γιώργο Κόκκινο και Έλλη Λεμονίδου) Tο Τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης, Αθήνα, εκδ. Ταξιδευτής, 2010.

4.6. Η χρήση οπτικοακουστικού υλικού συμβάλλει στη διαδικασία διδασκαλίας, τόσο με την αντικειμενική επιρροή που ασκεί η εικόνα στον θεατή, όσο και με την μετατροπή σε οικείο γεγονός του προσώπου που υπέστη τη Γενοκτονία ή του τοπίου εντός του οποίου συνέβησαν τα τραγικά γεγονότα.

Όμως το υλικό αυτό θα πρέπει να υπακούει σε σαφείς κανόνες, όπως η παρουσίαση αληθινών δεδομένων εντός του πραγματικού ιστορικού πλαισίου και η αποφυγή πλαστογραφιών. Το τελευταίο χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του οπτικού υλικού (κυρίως βίντεο) που έχει παραχθεί για να πλαισιώνει την αφήγηση για την «ποντιακή Γενοκτονία». Πολλές φορές παρουσιάζονται σκηνές, ως αφορώσες και διαδραματιζόμενες στον Πόντο, από τη σφαγή και την καταστροφή της Σμύρνης, τις ωμότητες που συνέβησαν στην υπόλοιπη Ιωνία, καθώς και την προσφυγοποίηση των Καππαδοκών και των Ανατολικοθρακών.

4.7. Κατά τη διαδικασία της διδασκαλίας θα πρέπει να αξιοποιηθεί και η σχετική λογοτεχνία ή η ποίηση που αφορά τον Πόντο. Χαρακτηριτικά προτείνονται τα ποιήματα Του Νίκου Γρηγοριάδη, του Χρήστου Μαχαιρίδη, του Ηλία Τσέχου κ.ά. Χαρακτηριστικότερο δείγμα μιας ποιοτικής ποίησης είναι το ποίημα του Μαχαιρίδη με τίτλο «19 Μαϊου 1919».

Οι ποιητές αυτοί φιλοξενούνται στον τόμο: Νίκος Γρηγοριάδης-Χρήστος Τουμανίδης, Λύρα του Πόντου. Ποιητές ποντιακής καταγωγής, Αθήνα, εκδ. Κώδικας, 2003.< 4.8. Στο πλαίσιο της διδασκαλίας της Γενοκτονίας, θα ήταν χρήσιμη μια επίσκεψη σε κάποιο Μουσείο, που αναφέρεται στον τρόπο ζωής ή στην ιστορική εμπειρία του προσφυγικού ελληνισμού.

5. Κάποια βασικά κείμενα

Οι διδάσκοντες/ουσες πρέπει να διαβάσουν βασικά κείμενα, ώστε να κατανοήσουν το πολιτικό-κοινωνικό πλαίσιο και να εντοπίσουν τις κύριες παραμέτρους που ορίζουν το ιστορικό φαινόμενο της Γενοκτονίας.

Κάποια εύκολα προσβάσιμα κείμενα (ή περιλήψεις) στο διαδίκτυο, είναι με αλφαβητική σειρά τα εξής:

-Βασίλειος Μεϊχανετσίδης, «Η Γενοκτονία των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
-Βλάσης Αγτζίδης, «Η εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού
-Βλάσης Αγτζίδης, «Ποντιακό Ζήτημα και Μικρασιατική Καταστροφή
-Βλάσης Αγτζίδης, «Βασικά κείμενα για τη διδασκαλία της Γενοκτονίας
-Ευριπίδης Γεωργανόπουλος, «Οι προσπάθειες των ελλήνων του Πόντου για αυτοδιάθεση κατά το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1916-1922 (2009)
-Ευριπίδης Π. Γεωργανόπουλος, «Οι αμερικανικές θέσεις για τον ελληνισμό του Πόντου το καλοκαίρι του 1919: τρεις αδημοσίευτες αμερικανικές εκθέσεις

-Θεοδόσης Κυριακίδης, «Μεθοδολογικά πρότερα στη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής»
-Θεοδόσης Κυριακίδης, «Οι ποντιακές σπουδές στον 21ο αιώνα
-George Shirinian, «The German Foreign Office Archives on the Armenian and Greek Genocides
-Michael Meeker, «The Question of Ethnicity in the Eastern Pontos
-Νικόλαος Χλαμίδης. «Πόντιοι και η Γενοκτονία των Ελλήνων»
-Roger Smith, «THE CONCEPT OF GENOCIDE: origin, meaning, related concepts, denial
-Taner Akcam, «Ottoman Documents and Expulsion of Greeks from Asia Minor in 1913-1914


Στο Β’ Γυμνάσιο των Γλυκών Νερών-Αττικής(Απρίλης 2011)


Στο Α’ Τοσίτσειο Γυμνάσιο, Εκάλη-Αττική (2011)

Διαβάστε επίσης:Μιλώντας για τη Γενοκτονία σε μαθητές των Μεσογείων Βασικά κείμενα για τη διδασκαλία της Γενοκτονίας

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα...

O “Iός”, ο Μπουτάρης κι ο Τρεμόπουλος

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

Του Βλάση Αγτζίδη

Για κοίτα σύμπτωση;

- Η πρόσφατη εκλογή του Γιάννη Μπουτάρη στο δημαρχιακό θώκο της Θεσσαλονίκης,
- το σταμάτημα της σελίδας του Ιού από την σαββατιάτικη και την κυριακάτικη Ελευθεροτυπία μετά από 20 χρόνια παρουσίας, αλλά και
- η ισχυροποίηση των Οικολόγων-πράσινων και του βασικού πουλέν τους (εκ του γαλλικού poulain, μάλλον) Μιχ. Τρεμόπουλου στην πολιτική ζωή,
κάνει επίκαιρο το παρακάτω απόσπασμα, που αναφέρεται όλως τυχαίως στους τρεις αυτούς “πρωταγωνιστές” και στην άγνωστη αντιπαλότητα που ανάπτυξαν με το προσφυγικό κίνημα.

Το απόσπασμα προέρχεται απ’ τη μελέτη μου με τίτλο “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”. Συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο: Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.

“Η γενοκτονία και η άρνησή της”


Η βαθμιαία απόρριψη της προσφυγικής κριτικής σε σχέση με την εθνική εκκαθάριση που υπέστησαν οι ελληνικοί πληθυσμοί από τον τουρκικό εθνικισμό, καθώς και η διαμόρφωση ενός νεότερου στερεότυπου, θα αρχίσουν να αποτυπώνονται από το 1992.[1] Ένας χαρακτηρισμός, που κατατέθηκε σ’ ένα αφιέρωμα μ’ αφορμή τα 70 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή επρόκειτο να στοιχειώσει τις σχέσεις ενός τμήματος του πολιτικού χώρου που προήλθε από τη Β’ Πανελλαδική, με το αριστερό κομμάτι του ενεργοποιημένου προσφυγικού χώρου.[2] Η παρουσίαση της Μικράς Ασίας ως του «Βιετνάμ των Ελλήνων» στο αφιέρωμα αυτό, προκάλεσε τη μήνι και παρέμεινε ως συμβολικό σημείο της σύγχρονης απόρριψης των προσφύγων από το ελλαδικό σώμα.[3]

Σημειολογικά, με βάση εκείνη την παρομοίωση, οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους δεν μπορούσαν παρά να είναι είτε ξένοι, ως «βιετναμέζοι», είτε Ελλαδίτες αποστερημένοι από την ιστορική τους μνήμη. Το αφιέρωμα αυτό καθ’ αυτό περιείχε μια ενδιαφέρουσα και σημαντική περιγραφή των δεινών που υπέστησαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα, καθώς και των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου.

Όμως η προσέγγιση αυτή, όπως και όλες οι μετέπειτα αναφορές θα αποσιωπούν και θα καλύπτουν τις πράξεις του τουρκικού εθνικισμού κατά των χριστιανικών πληθυσμών που είχαν προηγηθεί του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αναπαράγοντας μηχανιστικά το παραδοσιακό μανιχαϊστικό σχήμα, που διατύπωσε το ’35 με σαφήνεια ο Ν. Ζαχαριάδης: «Έλληνες ιμπεριαλιστές» κατά «Τούρκων εθνικοαπελευθερωτών», μόνον οι Έλληνες διέπραξαν εθνική εκκαθάριση (“ethnic cleansing”). Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στοιχεία που θα το υπονόμευαν και θα επέτρεπαν στον αναγνώστη να αντιληφθεί ότι οι «Τούρκοι εθνικοαπελευθερωτές» είχαν προαποφασίσει την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών και είχαν αρχίσει να την υλοποιούν πολύ πριν ο ελληνικός στρατός αποβιβαστεί στη Σμύρνη.[4] Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα, που δείχνει τη διαιώνιση αυτής της ενιαίας ιδεολογικής κατασκευής, η οποία υπήρξε και αξιωματική θέση της ελληνικής Δεξιάς, είναι ένα κείμενο του Δικτύου 21, όπου η Μικρά Ασία παρουσιάζεται ως η «Κορέα των Ελλήνων».[5]

Ο προσφυγικός χώρος θα συγκρουστεί και άλλη μια φορά με το ρεύμα του «Ιού», όταν οι προσφυγικές οργανώσεις της Θεσσαλονίκης αντέδρασαν δυναμικά το ’98 στην προσπάθεια του βιομήχανου και συνεργάτη των σοσιαλιστών Γ. Μπουτάρη να διοργανώσει με Έλληνες και Τούρκους επιχειρηματίες τιμητικό συνέδριο για τον Μουσταφά Κεμάλ. Στο πλαίσιο του τιμητικού συνεδρίου, ενυπήρχε και η πρόταση Μπουτάρη για μετονομασία ενός δρόμου της Θεσσαλονίκης σε «Οδό Κεμάλ Ατατούρκ».[6] Η πρωτοβουλία για την αντίδραση προήλθε απ’ τις προσφυγικές οργανώσεις και ήταν άμεση. Μαζί με τις ποντιακές οργανώσεις συμμετείχαν κουρδικές και κυπριακές, καθώς και πολίτες. Ο «Ιός», έχοντας τοποθετηθεί ιδεολογικά στο πλευρό του Μπουτάρη και των διοργανωτών του συνεδρίου, συνέδεσε την αντίδραση με τα «ακροδεξιά δίκτυα στην αστυνομία» καθώς και με τους εθνικιστές της “περίεργης πόλης” της Θεσσαλονίκης. Χρησιμοποιήθηκε ακόμα η δολοφονία του Λαμπράκη για να προκληθούν αρνητικοί συνειρμοί. Ανακλήθηκαν στη μνήμη οι παρακρατικές οργανώσεις του ’63 και συνδέθηκαν αυθαιρέτως οι Πόντιοι, οι Κούρδοι και οι Κύπριοι πρόσφυγες με τις ακροδεξιές ομάδες. Οι Τούρκοι απ΄ την πλευρά τους, στις ανταποκρίσεις για τα γεγονότα δεν έκαναν ουδεμία αναφορά σε ακροδεξιούς, αντίθετα ενοχοποίησαν για όλα τους “φανατικούς Ρωμιούς του Πόντου”.[7]

Όσο οξυνόταν το νέο Μακεδονικό, τόσο οι πρόσφυγες απαξιώνονταν όλο και περισσότερο στα κείμενα του «Ιού». [8] Βαθμιαία θα επικρατήσει ένα ακραία διπολικό σχήμα, στο οποίο οι πρόσφυγες παρουσιάζονται μονοδιάστατα και αρνητικά ως «υποκείμενα του κράτους», που εξυπηρετούσαν την αντίληψή του περί «εθνικής ασφάλειας» και ότι ήταν μέρη ενός «σαφούς σχεδίου εθνολογικής τακτοποίησης της περιοχής». Για παράδειγμα, η αντίθεση μεταξύ καταπατητών στη Βεγορίτιδα λίμνη, στη Δυτική Μακεδονία, θα δώσει την ευκαιρία στους συντάκτες του «Ιού» να αναλύσουν δημοσιογραφικά τα γεγονότα ως «αντίθεση Ποντίων-σλαβοφώνων», ανακαλώντας στη μνήμη τον αρνητικό «ρόλο» που θεωρούσε ότι είχαν οι πρόσφυγες στην περιοχή.[9] Για την υποστήριξη αυτής της ιδεολογικής κατασκευής θα εξαφανιστούν ιστορικά δεδομένα. Ότι δηλαδή από τις περιοχές Φλώρινας και Κοζάνης απελάθηκαν με την Ανταλλαγή των πληθυσμών οι μουσουλμάνοι και στη θέση τους θα έπρεπε να εγκατασταθούν πρόσφυγες, οι οποίοι τελικά ήταν λιγότεροι από τον αριθμό των μουσουλμάνων που αναχώρησαν.[10] Επίσης, δεν θα γίνει καμιά μνεία το ότι στα χρόνια της αρχικής εγκατάστασης, από την πλευρά της διοίκησης υπήρχαν επιφυλάξεις για τους πρόσφυγες που «μπολσεβικίζουν»[11] και ότι σε πολλές περιπτώσεις η μεταχείριση των προσφύγων από τις αρχές ήταν δυσμενής.[12] Η προκατάληψη του «Ιού» κατά των Ποντίων προσφύγων θα είναι τέτοια ώστε ακόμα και στο αφιέρωμα για το Ολοκαύτωμα του ποντιακού χωριού Μεσόβουνο στην Κοζάνη θα επαναλάβουν τη γνωστή τους θέση: «..Η εγκατάσταση των προσφύγων στην περιοχή εξυπηρετούσε γνωστούς -και δημόσια διακηρυγμένους- «εθνικούς στόχους»..»[13]

Εύγλωττη είναι η ολοκληρωτική απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο προσφυγικό πρόβλημα των Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση από το χώρο αυτό, όπως και από τον «αντιρατσιστικό χώρο» κι απ’ τα «αντιρατσιστικά φεστιβάλ». Τα φεστιβάλ αυτά άρχισαν να διοργανωνονται από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο όσον αφορά τα προσφυγικά ζητήματα επηρεαζόταν ιδεολογικά από το ρεύμα του «Ιού». Αντίστοιχα, ουδέτερη έως αρνητική στάση απέναντι στους νέους πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση θα κρατήσει και ο αντίστοιχος πολιτικός χώρος του «Ιού» που υπήρχε στην πάλαι ποτέ «πρωτεύουσα των προσφύγων» κατά Ιωάννου, Θεσσαλονίκη, καθώς και η Οικολογική Ομάδα της πόλης. Η μοναδική αναφορά θα είναι ένα κείμενο του Μιχ. Τρεμόπουλου με τίτλο «Όχι στη Θράκη οι Πόντιοι», όπου απουσιάζει απολύτως κάθε συναίσθημα αλληλεγγύης προς τους νέους πρόσφυγες, οι οποίοι απλώς αντιμετωπίζονται ως ένας εν δυνάμει κίνδυνος για τους «τουρκομουσουλμάνους» της Δυτικής Θράκης, η οποία με τη σειρά της παραλληλίζεται με τα κατεχόμενα της Κύπρου.[14]



Υποσημειώσεις:

[1] Πολλοί διανοούμενοι που προέρχονταν από την Αριστερά ενοχοποίησαν την ιστορική μνήμη των προσφυγικών πληθυσμών και κατασκεύασαν ιδεολογικά σχήματα που βασίζονταν στην αντιδιαστολή της «ανατολίτικης μιζέριας» με το ορθολογικό, εκσυγχρονιστικό δυτικό πνεύμα. Αντιμετώπισαν υπεροπτικά και ειρωνικά την αναφορά στα ιστορικά γεγονότα και τη νοσταλγία των προσφυγικών πληθυσμών, χαρακτηρίζοντάς την ως «συνεχής κλαψούρα για εθνικές συρρικνώσεις και χαμένες πατρίδες…» (Ριχάρδος Σωμερίτης, «Η ανατολίτικη μιζέρια μας», εφημ. Το Βήμα, 31 Μαρτίου 1996.)

[2] Το τμήμα αυτό της Β’ Πανελλαδικής δημοσιογραφικά εκφράστηκε κατ΄ αρχάς με το περιοδικό Σχολιαστής και στη συνέχεια με τη δημοσιογραφική ομάδα του «Ιού». (Πρβ.: «Ο φάκελος της Β’ Πανελλαδικής», Ελευθεροτυπία, 19 Ιανουαρίου 2003) Επηρέασε διάφορες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, όπως το «Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», στις οποίες μετέφερε τις ιστορικές ερμηνείες και τις αξιολογήσεις του για το ποιες κοινωνικές ομάδες ήταν «πολιτικά ορθές» ώστε να υποστηριχθούν. Οι Πόντιοι πρόσφυγες από την πρώην ΕΣΣΔ δεν ανήκαν στις ομάδες αυτές, παρότι την εποχή του Σχολιαστή είχε φιλοξενηθεί ένα σχετικό κείμενο στο περιοδικό.

[3] Ο Ιός της Κυριακής, “Ethnic Cleansing. Το ελληνικό Βιετνάμ», στο «Το άλλο ‘22», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 11 Οκτωρίου 1992, σελ. 50.

[4] Σύμφωνα μ’ αυτό το σχήμα «…η οδύσσεια των εκτοπισμένων στα βάθη της Ανατολίας, η τραγική μοίρα των αιχμαλώτων, ο αποδεκατισμός των ελληνικών κοινοτήτων της Ιωνίας από τους Τούρκους εθνικιστές» έπονται της τουρκικής νίκης του ’22. (Ο Ιός της Κυριακής, ό.π.)

[5] Εισαγωγικό Κείμενο, περ. «Ελληνικό Παρατηρητήριο», έκδ. Δίκτυο 21 Μακεδονίας-Θράκης, τεύχ. 36, Νοέμβριος-Δεκέμβριος ’07. Στο Κείμενο αυτό η εμπλοκή της Ελλάδας στο Μικρασιατικό παρουσιάζεται ως εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων των συμμάχων, οι οποίοι «μας έστειλαν», όπως ακριβώς συνέβη αργότερα και στην Κορέα.

[6] Αναφορά στην τότε πρόταση Μπουτάρη στο: «Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος απαντάει σε όλα τα ερωτήματα των αντιπάλων του: ‘’Γιατί όχι οδός Κεμάλ Ατατούρκ;’’», συνέντευξη στο Σταύρο Θεοδωράκη, εφημ. Τα Νέα, 30 Μαϊου 2009. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου «Εσείς τι πραγματικά προτείνετε;» Ο Μ. Τρεμόπουλος απαντά: «Αυτό που είπε ο Μπουτάρης. Το στενό του Αποστόλου Παύλου που είναι δίπλα στο σπίτι του Ατατούρκ από το 1938 ώς το 1955 που έγινε το πογκρόμ της Πόλης λεγόταν Κεμάλ Ατατούρκ. Γιατί να μην επανέλθει;» Η επαναδιατύπωση της πρότασης Μπουτάρη από τον Τρεμόπουλο, προκάλεσε οργισμένες ανακοινώσεις των προσφυγικών οργανώσεων. Χαρακτηριστική του χάους που χωρίζει τις δύο πλευρές είναι η «Ανοιχτή Επιστολή» που εξέδωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων, όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν: «Εδώ και αρκετό καιρό περιμέναμε να συναισθανθείς το βάρος των πολιτικών και ιστορικών ανοησιών που κατά καιρούς έχεις εκτοξεύσει, εις βάρος της ιστορίας, των προγόνων μας και της αξιολογήσεως των ιστορικών προσώπων….. Ως απάντηση της ανοήτου πολιτικά και ιστορικά προτάσεώς σου, σου προτείνουμε η οδός του Απ. Παύλου, η μισή να μετονομαστεί σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ και η άλλη μισή σε οδό Αδόλφου Χίτλερ…»

[7] «….Η ανάδυση της μικρασιατικής ταυτότητας σήμερα στους ελληνικούς προσφυγικούς πληθυσμούς και η διεκδίκηση ισότιμης συμμετοχής στο έθνος-κράτος των Ελλήνων, δημιουργεί μεγάλη αμηχανία στο παραδοσιακό παλαιοελλαδίτικο κατεστημένο, το οποίο με μεγάλη χαρά θα εκχωρούσε ένα σύγχρονο μικρασιατικό κίνημα (με πρωτοπορία του τον ποντιακό χώρο) στους ακροδεξιούς, είτε θα το σπίλωνε με ανυπόστατες κατηγορίες, αρνούμενο να το αποδεχτεί ως μια υπαρκτή συνιστώσα.» (Β. Αγτζίδης, ”Το επικίνδυνο πρόσωπο του παλαιοελλαδιτισμού ή πώς να κάνεις μια πετυχημένη προβοκάτσια”, περ. Ακρίτεια, δίμηνη έκδοση των Ακριτών του Πόντου Σταυρούπολης, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1998, σελ. 10.)

[8] Ο «Ιός» θα παρουσιάσει αργότερα το δράμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, («Η Ρατσιστική υποδοχή των προσφύγων του 1922. Πάντα ανεπιθύμητοι», εφημ. Ελευθεροτυπία, 24 Ιανουαρίου 2010) με μια «εκμεταλλευτική πρόθεση», όπως θα σχολιαστεί : «Η ομάδα του “Ιού” της Κυριακής που θυμήθηκε το δράμα των προσφύγων της Καταστροφής του ‘22 και της άθλιας και εχθρικής αντιμετώπισής τους από το κράτος και τη Δεξιά για να υποστηρίξει τις απόψεις της για το μεταναστευτικό και τις δικές της εμμονές και ιδεοληψίες.» [«Ο Άρειος Πάγος, ο “Ιός” και ο νεοελληνικός αμοραλισμός», http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/01/24/areios-pagos-ios/ (23-2-2010)]

[9] Ο Ιός της Κυριακής, «Τα στρέμματα της εθνικοφροσύνης», εφημ. Ελευθεροτυπία, 15 Μαρτίου 1998.

[10] Στη Φλώρινα, στη θέση των 32.925 μουσουλμάνων που απεχώρησαν κατέφθασαν 19.105 πρόσφυγες, ενώ στην Κοζάνη οι μουσουλμάνοι που έφυγαν ήταν 68.268 και οι πρόσφυγες που ήρθαν 53.051. [Ευστάθιος Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1994, σελ. 204.] Αυτό δε σημαίνει ότι η κεντρική διοίκηση δεν προσπαθούσε να αυξήσει τα ποσοστά των Ελλήνων κατοίκων στις Νέες Χώρες μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Με την Ανταλλαγή των Πληθυσμών διευκολύνθηκαν κατά πολύ οι κρατικές επιδιώξεις. Η πολιτική αυτή παρουσιάζεται στο Dimitri Petzopoulos, The Balkan exchange of minorities and its impact upon Greece, εκδ. Mouton, Παρίσι, 1962.

[11] Θεοφυλακτος Κ. Θεοφυλάκτου, Γύρω απ’ την άσβεστη φλόγα, 2η έκδοση, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1997, σελ. 390-391.

[12] Σε τηλεγράφημα του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας προς την υποδιοίκηση Καϊλαρίων στις 20 Ιουνίου 1923 αναφέρεται: Υπεβλήθησαν υμίν παράπονα ότι η απέναντι των προσφύγων στάσις υμών, το όσον αφορά εγκατάστασιν αυτών όσον και την περίθαλψιν δεν είνε ευνοϊκή και ότι η εν γένει πολιτεία υμών απέναντι αυτών ουχί εξυπηρετική και διευκολυντική» (Νικηφόρος Μαναδής, Εμπορικός Σύλλογος Πτολεμαϊδας από το 1923, έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης, Πτολεμαϊδα, 2007, σελ. 141.)

[13] Ιός, «Η ανατομία μιας σφαγής», εφημ. Ελευθεροτυπία, 27 Οκτωβρίου 2002.

[14] Μιχάλης Τρεμόπουλος, «Όχι στη Θράκη οι Πόντιοι», περ. Οικοτοπία, Μάρτιος 1990, σελ. 12. Στη Θράκη τελικά εγκαταστάθηκαν περίπου 20.000 από το σύνολο των 250.000 που έφτασε στην Ελλάδα μέσα σε μια δεκαετία, από το 1989. Η πραγματική κατάσταση των Ποντίων που είχαν ήδη εγκατασταθεί στη Θράκη δε φαίνεται να είναι τόσο ζηλευτή. Σε προκήρυξη που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1988 και υπογράφεται από «Επιτροπή Ποντίων» αναφέρεται σε βιασμό μιας Πόντιας από τη ΕΣΣΔ από έναν μουσουλμάνο τονίζεται η δυσμενής κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι Πόντιοι πρόσφυγες και σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους. Η προκήρυξη έχει ως τίτλο «Ο αντρικός σωβινισμός είναι ο ισχυρότερος απ’ όλους τους σωβινισμούς» και έχει ως υπέρτιτλο «Η Κομοτηνή και οι πραγματικές μειονότητες». Στην προκήρυξη επισημαίνεται : «Το συγκεκριμένο και πρωτοφανές για τη Κομοτηνή γεγονός ανέδειξε και κάποιες άλλες πλευρές. Όπως: τον ρατσισμό που επικρατεί στο χώρο της μουσουλμανικής μειονότητας στην αντιμετώπιση των γυναικών…Οι Έλληνες από την ΕΣΣΔ αποτελούν την ελληνική μειονότητα της Κομοτηνής με πολλά προβλήματα.. Στην Κομοτηνή αντιμετωπίζει τον ρατσισμό πολλών άσχετων νεοελλήνων και πολλών μουσουλμάνων…. Το τελευταίο γεγονός του βιασμού απέδειξε ότι οι Έλληνες από την ΕΣΣΔ, εκτός από στόχο ανεγκέφαλων νεοελλήνων αρχίζουν να αποτελούν και πεδίο σεξιστικών ορέξεων των μουσουλμάνων».


http://kars1918.wordpress.com/


Διαβάστε περισσότερα...

Δέκα νεοελληνικά ιδεολογήματα για τη Μικρά Ασία

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Toυ Βλάσση Αγτζίδη

Η ελληνική ήττα στη Μικρά Ασία είχε πολλαπλές συνέπειες τόσο σε επίπεδο διαμόρφωσης των γεωπολιτικών ισορροπιών στην Εγγύς Ανατολή μετά την καταστροφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όσο και στην εμπέδωση νέων στερεότυπων και ιδεολογημάτων στην ελληνική κοινωνία.

Όσον αφορά το δεύτερο, καλλιεργήθηκαν από το σύνολο του πολιτικού κόσμου κάποιες ερμηνείες που δικαιολογούσαν την πρωτοφανή καταστροφή και αθώωναν τους υπευθύνους, μεταφέροντας μηχανιστικά τα πολιτικά βάρη είτε στους αντιπάλους τους είτε και κυρίως στη μοίρα, στο κισμέτ.

Τα βασικά ιδεολογήματα που μπορούμε να εντοπίσουμε είναι τα εξής:

1) Η Ελλάδα, ως όργανο του δυτικού ιμπεριαλισμού, ευθύνεται για την επίθεση κατά της Τουρκίας.

2) Η Ελλάδα κατέλαβε εδάφη της Τουρκίας.

3) Το κεμαλικό κίνημα υπήρξε προοδευτικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

4)Ο τουρκικός λαός αντέδρασε στην ελληνική κατοχή του εδάφους του με έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο.

5) Οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν την Ιωνία σε βάθος χρόνου ακόμα και αν είχαν νικήσει τους κεμαλικούς.

6) Ο Βενιζέλος προκήρυξε τις εκλογές γνωρίζοντας ότι το «παιχνίδι» ήταν χαμένο

7) Η Αριστερά αντέδρασε πλήρως και ολοκληρωτικά στη Μικρασιατική Εκστρατεία

8) Οι μοναρχικοί μετά τον Νοέμβρη του 1920 έκαναν ότι ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσουν την ελληνοτουρκική σύγκρουση και να προστατέψουν τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας

9) Η παράδοση της Ανατολικής Θράκης, Ίμβρου και Τενέδου τον Οκτώβριο του ‘22 ήταν αναπόφευκτη εξέλιξη.

10) Η ελληνική κοινωνία υποδέχτηκε τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής ως «ομοεθνείς αδελφούς εν δυστυχία»

Το συγκεκριμένο σύστημα ερμηνείας αγνοεί πλήρως τα εξής δεδομένα:

• Με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ηττήθηκε η φεουδαρχική πολυεθνική μουσουλμανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, που βρισκόταν υπό εθνικιστική νεοτουρκική διοίκηση.

• Φυσιολογική εξέλιξη της κατάρρευσης της Αυτοκρατορίας ήταν η αντικατάστασή της από εθνικά κράτη.

• Την περίοδο 1919-1922 δεν υπήρχε τουρκικό κράτος, το οποίο ιδρύθηκε το 1923.

• Η επίσημη τουρκική ιδεολογία δεν θεωρεί το εθνικό τουρκικό κράτος, τη σύγχρονη Τουρκία, ως συνέχεια της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την οποία την αντιμετωπίζει περισσότερο ως «ρωμαιίικη» παρά ως «τουρκική».

• Το κεμαλικό κίνημα δεν εξέφρασε την ανύπαρκτη τουρκική αστική τάξη, αλλά τα στρατιωτικά στρώματα τα οποία οικειοποιήθηκαν τα εδάφη και τον πλούτο των χριστανικών ομάδων που υπέστησαν τη γενοκτονία.

• Η κυριαρχία των Τούρκων εθνικιστών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά το πραξικόπημα του 1908 είχε διαταράξει τις παραδοσιακές ισορροπίες των κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων.

• Από τον Οκτώβριο του 1911 η τουρκική κυβέρνηση, που συγκρότησε η εθνικιστική οργάνωση “Ένωση και Πρόοδος”, είχε αποφασίσει σε επίσημο συνέδριο την αφομοίωση ή την εξόντωση των χριστιανών της Αυτοκρατορίας από εξοπλισμένες μουσουλμανικές παρακρατικές ομάδες. Από το 1913 οργάνωσε συστηματικά παρακρατικές ομάδες για τη μελλοντική υλοποίηση των αποφάσεων και διέδοσε στην κοινωνία μια ρατσιστική ιδεολογία απαξίωσης και αποκλεισμού των υπό γενοκτονία πληθυσμών.

• Με αφορμή την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η συστηματική εξόντωση των χριστιανικών ομάδων (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων κ.ά.) με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα.

• Η αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάϊο του 1919 ήταν συνέχεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και αποτέλεσμα της αναπόφευκτης διευθέτησης των μεταπολεμικών γεωπολιτικών ισορροπιών, κατά συνέπεια ο ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν προκλήθηκε από την Ελλάδα.

• Οι Έλληνες αποτελούσαν σημαντικές πολυάνθρωπες κοινότητες και όχι απλά μειονότητες σε συγκεκριμένα σημεία του οθωμανικού εδάφους, όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη με την Ανατολική Θράκη και ο Πόντος στον μικρασιατικό βορρά.

• Με τη Συνθήκη των Σεβρών αποδόθηκε στους Έλληνες το 6% περίπου των οθωμανικών εδαφών, ενώ οι Έλληνες της Ανατολής πλησίαζαν το 20% του συνολικού οθωμανικού πληθυσμού. Το μεγαλύτερο μέρος των οθωμανικών εδαφών αποδόθηκε στους Τούρκους.

• Οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν δικές τους αυτόνομες πολιτικές εκφράσεις (Μικρασιατική Άμυνα στην Ιωνία και Εθνοσυνέλευση του Πόντου στον Βορρά), μέσω των οποίων διεκδικούσαν τη χειραφέτηση από την οθωμανική απολυταρχία και το νεοτουρκικό εθνικισμό.

• Μετά το τέλος του πολέμου, με δεδομένο την πραγματοποίηση γενοκτονίας την περίοδο 1914-1918, δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να νιώσουν ασφαλείς οι Έλληνες της καθ’ ημάς Ανατολής σ’ ένα τουρκικό εθνικό κράτος ως μειονότητες.

• Η Ελλάδα, ως ελεύθερο κράτος των Ελλήνων, δεν μπορούσε να αδιαφορεί για την πολιτική μοίρα των πολυάνθρωπων ελληνικών κοινοτήτων της Ανατολής, τη στιγμή που ο γεωπολιτικός χάρτης βρισκόταν υπό διαμόρφωση.

• Η Ιωνία μαζί με τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου συγκροτούσε αυτόνομο οικονομικό σύστημα, απολύτως βιώσιμο, πολύ περισσότερο από τις Νέες Χώρες που ενσωματώθηκαν με τους Βαλκανικούς Πολέμους και είχαν ελάχιστο γεωγραφικό βάθος.

• Οι μετανοεμβριανοί μοναρχικοί κυβερνήτες οδήγησαν με τη ρεβανσιστική τους πολιτική κατά των βενιζελικών και την αμφιθυμία μεταξύ εγκατάλειψης της Μικράς Ασίας και της νίκης, στην αποδυνάμωση του στρατού.

• Οι κεμαλικές δυνάμεις δεν ήταν ούτε πολυαριθμότερες, ούτε καλύτερα εξοπλισμένες των Ελλήνων. Για το ζήτημα αυτό ο Douglaς Dakin γράφει: …Ακόμα και σήμερα δεν έχει σιγάσει η διαμάχη γύρω από το ζήτημα γιατί οι ελληνικές δυνάμεις που υπερτερούσαν αριθμητικά και δεν ήταν πολύ χειρότερα εξοπλισμένες από τα στρατεύματα του Κεμάλ, οδηγήθηκαν σ’ αυτή την καταστρoφική ήττα.»

• Η παράδοση την Ανατολικής Θράκης, της Ίμβρου και της Τενέδου στους κεμαλικούς από το Βενιζέλο δεν είναι εύκολα εξηγήσιμη πράξη, δεδομένου ότι ούτε τα κεμαλικά στρατεύματα μπορούσαν να διασχίσουν τον Ελλήσποντο και τα Δαρδανέλλια, ούτε η Αντάντ να υποχρεώσει στρατιωτικά την Ελλάδα να αποχωρήσει.

• Οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν ήταν ευπρόσδεκτοι στην Ελλάδα. Ούτε από την κοινωνία -η οποία τους αντιμετώπισε ρατσιστικά, τους απαξίωσε κοινωνικά και πραγματοποίησε ακόμα και προγκρόμ εναντίον τους- αλλά ούτε και από το κράτος στο βαθμό που θα έπρεπε.

• Η στάση της Αριστεράς δεν ήταν ενιαία. Αντιπολεμικη φιλοκεμαλική στάση κράτησε μόνο το τμήμα εκείνο της ελληνικής Αριστεράς που συγκροτηθηκε στην Παλαιά Ελλάδα και επηρεάστηκε από την Φεντερασιόν (ΣΕΚΕ-ΚΚΕ). Η Αριστερά τόσο των Μικρασιατών και των Κωσταντινουπολιτών, όσο και των Ποντίων αντιμετώπιζε το εγχείρημα θετικά και θεωρούσε ότι τα εδάφη αυτά θα έπρεπε να απελευθερωθούν.

* Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας

http://www.diplomatikoperiskopio.com/

Διαβάστε περισσότερα...
“Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια, μη φοβηθείς το χαλασμό.

Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα, π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει, κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων!..

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!"

Κωστής Παλαμάς
«Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται,ζυγόν δουλείας ας έχωσι·

θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία»


Α.Κάλβος
«Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει από τον φόβο τον Τούρκο, που είναι σκλάβος του φόβου του, που θέλει να ζήσει όπως και να είναι. Που κάνει τον ψόφιο κοριό για να μην τον πατήσει κάποιος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα».

Ίωνας Δραγούμης

  © Free Blogger Templates Columnus by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP