Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β' ΠΠ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β' ΠΠ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ένας πιλότος επιστρέφει

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Ο περίφημος εμβολισμός ιταλικού βομβαρδιστικού
Cant Z 1007 bis Alcione από τον Ανθυποσμηναγό

 Μαρίνο Μητραλέξη
Ο Αεροπορικός πόλεμος του 40-41 παραμένει ακόμα εν πολλοίς άγνωστος. Την οπτική γωνία των Ιταλών μας δίνει μια Ιταλική ταινία του 1942 του μετέπειτα γνωστού νεορεαλιστή κινηματογραφιστή Ρομπέρτο Ροσελίνι. Δείχνει πλάνα από Ιταλική Μοίρα βομβαρδιστικών, λογοκριμένα φυσικά και με την έγκριση της Ιταλικής φασιστικής υπηρεσίας προπαγάνδας. Ένα σπάνιο ντοκουμέντο που μας βάζει στο κλίμα της εποχής του πολέμου στο μέτωπο της Αλβανίας. Τότε που κατά πως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης:


"τραβουσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ' αεροπλάνα"



Διαβάστε περισσότερα...

12 Οκτωβρίου 1944: Απελευθέρωση της Αθήνας

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό Πέμπτης, όταν οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα, καλώντας τους Αθηναίους να ξεχυθούν στους δρόμους και να πανηγυρίσουν το τέλος της γερμανικής κατοχής.

Όλο το βράδυ, μικρές φάλαγγες γερμανικών αυτοκινήτων ξεκινούσαν προς το Βορρά και στις 6:30 το πρωί άρχισε η αποχώρηση του κυρίως σώματος. Στις 8, οι ελάχιστοι Γερμανοί που είχαν απομείνει, συγκεντρώθηκαν στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, όπου σε μία βιαστική τελετή, ο στρατηγός Φέλμι κατέθεσε στεφάνι.

Το μόνο που απέμενε ήταν η υποστολή της ναζιστικής σημαίας από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Ένας στρατιώτης κατέβασε τη σβάστικα χωρίς καμία επισημότητα στις 9:15, σημαίνοντας το τέλος της κατοχής που διήρκεσε 1.625 μέρες και την αρχή ενός τρελού πανηγυριού στους δρόμους της Αθήνας. Χιλιάδες κόσμου με τη γαλανόλευκη στα χέρια αλληλοασπάζονταν, αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη», παιδιά σκαρφάλωναν στις οροφές των τραμ, ενώ απ' άκρη σ' άκρη αντηχούσε ο Εθνικός Ύμνος.

Η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, υπό τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, έφτασε στην Αθήνα έξι μέρες αργότερα, στις 18 Οκτωβρίου, και αφού προηγουμένως βεβαιώθηκε ότι ο ΕΛΑΣ τήρησε τη Συμφωνία της Καζέρτας, κατά την οποία θα συμμορφωνόταν προς τις διαταγές του βρετανού αρχιστράτηγου Σκόμπι.

Ωστόσο, αυτό ήταν μόνο μία ελπίδα που θα διαψευδόταν 45 μέρες αργότερα με το ξέσπασμα των Δεκεμβριανών. Τα όπλα θα αντηχούσαν ξανά στους δρόμους της πρωτεύουσας, αλλά αυτή τη φορά θα ήταν στραμμένα κατά αδελφών...

Πηγή

Διαβάστε αναλυτικό αφιέρωμα της εφημερίδας "Καθημερινή" στην απελευθέρωση της Αθήνας εδώ

Διαβάστε περισσότερα...

26 Σεπτεμβρίου 1943: Βύθιση του Α/Τ Βασίλισσα Όλγα

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η 70η επέτειος της βύθισης του αντιτορπιλικού "Βασίλισσα Όλγα" τιμήθηκε χθες στη Λέρο με ρίψη στεφάνου στο σημείο της βύθισής του από τον υφυπουργό Άμυνας Αθ. Δαβάκη, συνοδευόμενο από τον αρχηγό ΓΕΝ αντιναύαρχο Ε. Αποστολάκη. Στην τελετή παρέστη ο μοναδικός επιζών του Α/Τ Βασίλισσα Όλγα - τότε ναύτης αρμενιστής και σήμερα 87χρονος Αθανάσιος Αδριανάκης, καθώς και συγγενείς των 72 μελών του πληρώματος που απωλέσθηκαν κατά τη βύθιση του πλοίου.

Το Α/Τ "Βασίλισσα Όλγα" (D-15), τύπου Greyhound, είχε ναυπηγηθεί στην Αγγλία το 1938 και κατά την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου ήταν (μαζί με το αδελφό του "Βασιλεύς Γεώργιος") τα πλέον σύγχρονα πλοία του Στόλου. Κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου έλαβε μέρος στις επιδρομές στα στενά του Οτράντο, ενώ μετά την κατάληψη της Ελλάδας διέφυγε στη Μέση Ανατολή και ανέπτυξε σημαντική δράση στη Μεσόγειο, λαμβάνοντας μέρος στις επιχειρήσεις του Τομπρούκ και της Σικελίας, και βυθίζοντας ιταλικά υποβρύχια, αντιτορπιλικά και νηοπομπές. Στις 26 Σεπτεμβρίου 1943, όντας αγκυροβολημένο στο Λακκί της Λέρου, δέχθηκε αεροπορική επιδρομή από γερμανικά αεροσκάφη και βυθίσθηκε, με αποτέλεσμα τον ηρωικό θάνατο του κυβερνήτη, πλωτάρχη Γεωργίου Μπλέσσα, και άλλων 71 μελών του πληρώματος.

Αξίζει να διαβάσει κανείς το αναλυτικό ιστορικό της βύθισης του Α/Τ "Βασίλισσα Όλγα", δοσμένο γλαφυρά από τους Ρ. Γιατροπούλου - Κ. Θωκταρίδη:



«Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν όταν χάθηκε το πλοίο - θυμάται ο Ν.Ματάλας. Ακούστηκε μία φωνή ‘Ζήτω η ΟΛΓΑ’ και 120 άνθρωποι που χαροπάλευαν μέσα στη θάλασσα επανέλαβαν την κραυγή ‘Ζήτω η ΟΛΓΑ’». Μέχρι αυτή την ύστατη στιγμή που το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ βυθιζόταν ακούγονταν το ραδιόφωνο στο υπόφραγμα που μετέδιδε την Κυριακάτικη Λειτουργία, σαν να συνόδευε το αντιτορπιλικό μας και τους νεκρούς του στον υγρό τους τάφο...

Αντιτορπιλικό ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ. Το πλοίο - σύμβολο του ναυτικού μας αγώνα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πήρε μέρος σε επικίνδυνες αποστολές στην Αδριατική, στο Τομπρούκ, στη Μεσόγειο και στον Ινδικό Ωκεανό. Το Φεβρουάριο του 1941, ήταν εκείνο που μετέφερε τα αποθέματα χρυσού της Τράπεζας της Ελλάδος, στην Κρήτη. Και ήταν πάλι το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ που επιλέχθηκε για την μετακίνηση της Ελληνικής κυβέρνησης στην Μεγαλόνησο, μετά τη γερμανική εισβολή.

Σήμερα, αναπαύεται στην υγρή αγκαλιά της θάλασσας, στο σημείο που βυθίστηκε παίρνοντας μαζί του στο βυθό 65 μέλη του ηρωικού πληρώματος του. Τώρα προσφέρει καταφύγιο τους κατοίκους του βυθού. Τότε πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην πατρίδα, στον αγώνα για την τελική νίκη και την απελευθέρωσή της... και το έκανε με τον καλύτερο τρόπο.

Η ιστορία του ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ αρχίζει στην Αγγλία, όπου ναυπηγείται και καθελκύεται το 1938. Στις 14 Φεβρουαρίου, το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ με κυβερνήτη τον Μ. Ζαρόκωστα αφήνει τη Γλασκώβη και ξεκινά για την Ελλάδα. Δεκαπέντε ημέρες μετά, την 1η Μαρτίου του 1939, θα καταπλεύσει στον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας.

Η δράση του Β. ΟΛΓΑ αρχίζει στις 15 Αυγούστου του 1940. Τότε, μετά τον τορπιλισμό της ΕΛΛΗΣ στην Τήνο, κλήθηκε μαζί με το αδελφό του πλοίο Β.ΓΕΩΡΓΙΟΣ να συνοδεύσει τα επιβατηγά σκάφη με τους προσκυνητές της Μεγαλόχαρης από την Τήνο στον Πειραιά. Κυβερνήτης του Β. Όλγα αυτή την περίοδο, ήταν ο γνωστός για την «αδυναμία» του στους θεαματικούς και ριψοκίνδυνους χειρισμούς των πλοίων, Πλοίαρχος Α. Λεοντόπουλος.

Με την κήρυξη του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου το 1940, η Β. ΟΛΓΑ αναπτύσσει έντονη πολεμική δραστηριότητα. Παίρνει μέρος σε επικίνδυνες πολεμικές επιχειρήσεις, σε περιπολίες, καταδρομικές εξόδους, συνοδείες νηοπομπών αλλά και αποστολές εξόντωσης των εχθρικών πλοίων.

Στις 27 Απριλίου 1941 όμως, τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αθήνα και υψώνουν στην Ακρόπολη την σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό. Δυο μέρες πριν, η Β. ΟΛΓΑ άφηνε πίσω της, την πατρίδα και έπλεε προς την Αλεξάνδρεια για την συνέχιση του αγώνα.

Στην Αλεξάνδρεια, η Β. ΟΛΓΑ εντάσσεται στη βρετανική μοίρα αντιτορπιλικών ενώ την κυβέρνησή της αναλαμβάνει ο 37χρονος πλωτάρχης Γεώργιος Μπλέσσας. Με κυβερνήτη τον Μπλέσσα η Β.ΟΛΓΑ θα ζήσει τις πιο δοξασμένες στιγμές της αλλά και τις πιο τραγικές της ώρες. Υπόδειγμα αξιωματικού , ο αισιόδοξος κεφαλλονίτης με τη σιδερένια θέληση και τα ακλόνητες αρχές του, ο Γ. Μπλέσσας ταύτισε το όνομά του με την αυτοθυσία και τη συναδελφική αλληλεγγύη. Ο άγγλος αξιωματικός , ανθυποπλοίαρχος G.Connell, περιγράφει τον πλωτάρχη Γ. Μπλέσσα με τα παρακάτω λόγια : «Η Β.ΟΛΓΑ είχε κυβερνήτη τον εγκάρδιο και θαρραλέο πλωτάρχη Μπλέσσα, ο οποίος εκτός από έξοχος επαγγελματίας, ήταν επίσης ένας διεθνούς φήμης πρωταθλητής γέφυρας..»

Αυτός ο κυβερνήτης θα κερδίσει τον σεβασμό και την απεριόριστη εκτίμηση του πληρώματος του πλοίου του, πολύ γρήγορα. Απαιτητικός κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων, πραγματικός φίλος όμως όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν ή το απαιτούσαν. Ηξερε να είναι άψογος κυβερνήτης αλλά και σωστός άνθρωπος με ενδιαφέρον και κατανόηση για τους συντρόφους του. Με αυτόν τον Κυβερνήτη η Β. Ολγα θα γράψει τα χρόνια που θα ακολουθήσουν μία από τις πιο χρυσές σελίδες της ναυτικής μας ιστορίας. Συμμετείχε στη ναυμαχία του Ταίναρου. Μαζί με το αγγλικό αντιτορπιλικό PETARD αιχμαλώτισε το ιταλικό υποβρύχιο UARSCIEK, κοντά στη Βεγγάζη. Εγιναν τρεις επιθέσεις από το PETARD και την Β.ΟΛΓΑ κατά του ιταλικού υποβρυχίου. Η τελευταία από το ελληνικό αντιτορπιλικό έδωσε και τη χαριστική βολή στο UARSCIEK, που αναγκάστηκε να αναδυθεί. Μετά την αιχμαλώτιση του ιταλικού υποβρυχίου, άρχισε η ρυμούλκησή του από το PETARD. Ο κυβερνήτης του αγγλικού αντιτορπιλικού, αντιπλοίαρχος M.Thornton, ήθελε να οδηγήσει θριαμβευτικά το αιχμαλωτισμένο υποβρύχιο στην Μάλτα. Παράλληλα το Β.ΟΛΓΑ εκτελούσε συνεχή ανθυποβρυχιακή περιπολία γύρω από το PETARD και το ρυμουλκούμενο υποβρύχιο. Η απόφαση όμως του Αγγλου Κυβερνήτη να αυξήσει την ταχύτητα ρυμούλκησης στάθηκε μοιραία. Η στεγανή πόρτα του πρυμναίου διαμερίσματος άνοιξε , το υποβρύχιο άρχισε να γεμίζει θαλασσινό νερό και λίγο αργότερα χάθηκε για πάντα στη μαύρη άβυσσο. Ετσι τα δύο πλοία δεν κατάφεραν να μπουν στο λιμάνι της Μάλτας μαζί με το υποβρύχιο, Η επιτυχία τους όμως, παρ’ όλα αυτά, ήταν αναμφισβήτητα μεγάλη. Ο Ε.Δανιήλ, ανθυποπλοίαρχος τότε, σε συνέντευξή του που παραχώρησε στον καθηγητή Μανόλη Ήσυχο, αναφέρει για τη βύθιση του UARSCIEK: « Η μεγάλη επιτυχία της καταστροφής τελικώς αυτού του υποβρυχίου δεν είναι μόνο ότι καταστράφηκε μία μονάδα εχθρική, είναι ότι καταφέραμε και συλλέξαμε τους κρυπτογραφικούς κώδικες του εχθρικού υποβρυχίου που διευκόλυναν το συμμαχικό στρατηγείο να έχει άμεσες πληροφορίες μέχρι ο εχθρός να αντιληφθεί ότι πράγματι ήταν υπό την κατοχή μας». Το UARSCIEK ήταν το τελευταίο από τα 20 ιταλικά υποβρύχια που χάθηκαν στη Μεσόγειο το 1942.

Τον Ιανουάριο του 1943, το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ βυθίζει το Ιταλικό πετρελαιοφόρο STROMPOLI και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς βυθίζει σε συνεργασία με το βρετανικό JERVIS, δύο πολεμικά και δύο πλοία συνοδείας. Πρωτοστάτησε στην επίθεση κατά της Παντελλερίας, του «νησιού φρουρίου» του Μουσολίνι και στην απόβαση της Σικελίας. Ηταν το μοναδικό ελληνικό πλοίο που συμμετείχε το Σεπτέμβριο του 1943, στην παράδοση του ιταλικού στόλου, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Την ομάδα των πλοίων που ανέλαβαν να συνοδεύσουν τον ιταλικό στόλο στη Μάλτα, αποτελούσαν τα θωρηκτά WARSPITE και VALIANT, τα αντιτορπιλικά FAULKNOR, FURY, ECHO, INTREPID, RAIDER, TERRIBLE και η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ. Η συμμετοχή της Β. ΟΛΓΑΣ, ήταν ιδιαίτερα τιμητική τόσο για το θρυλικό αντιτορπιλικό μας όσο και το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Τα συμμαχικά πλοία θα συναντούσαν τον ιταλικό στόλο στις 10 Σεπτεμβρίου, 20 μίλια βόρεια από το ακρωτήριο Bon. Στις 06.50 φάνηκαν στον ορίζοντα επτά μεγάλα ιταλικά πλοία και αρκετά αντιτορπιλικά. Στον ιστό των ιταλικών πλοίων ήταν επηρμένος ο «μαύρος επισείοντας», σήμα που δήλωνε την παράδοση του στόλου. Ο κυβερνήτης και το πλήρωμα της ΟΛΓΑΣ στο θέαμα αυτό ένιωσαν τη μεγαλύτερη υπερηφάνεια και τη δυνατότερη συγκίνηση. «Το πλοίο μας επιλέχθηκε τιμής ένεκεν - θυμάται ο Ε.Δανιήλ - να συμμετάσχει στο συμμαχικό στόλο στον οποίο επρόκειτο να παραδοθεί ο ιταλικός στόλος νοτίως της Σαρδηνίας. Με δάκρυα χαράς, είδαμε τότε τους Ιταλούς να υποστέλλουν τις σημαίες τους και να παραδίδονται στα συμμαχικά πλοία, που αντιπροσώπευαν το Βρετανικό και το Ελληνικό ναυτικό, οι δυο στόλοι, που μονάχοι τους κράτησαν ανοιχτούς τους δρόμους στη Μεσόγειο. Γι’ αυτή την ώρα είχαμε αγωνιστεί, τόσο καιρό ...».

Από την Μάλτα κρίθηκε αναγκαίο να μεταφερθεί στην Αλεξάνδρεια μέρος του ιταλικού στόλου, λόγω της συμφόρησης που είχε προκληθεί στο λιμάνι τόσο από τα παραδοθέντα ιταλικά όσο και από τα συμμαχικά πλοία. Έτσι, τα θωρηκτά V.VENETO και ITALIA, τα καταδρομικά EUGENIO DI SAVOLA, MONTECUCCOLI, DUCA D’ AOSTA, CADORNA και τέσσερα αντιτορπιλικά, ξεκίνησαν με τη συνοδεία των αγγλικών θωρηκτών HOWE και KING GEORGE V και των αντιτορπιλικών FAULKNOR, INTREPID, ECLIPSE, FURY, ECHO και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, για το αιγυπτιακό λιμάνι. Εκεί περίμενε μαζί με τον ναύαρχο John Cunningham ο Έλληνας Αρχηγός Στόλου, ναύαρχος Αλεξανδρής, που περιγράφει στο βιβλίο του αντιναύαρχου ε.α Κ. Μεταλληνού, τις ιστορικές εκείνες στιγμές: «Ο Αρχηγός της Αν. Μεσογείου Ναύαρχος Sir John Cunningham με ειδοποίησεν από της προηγουμένης εσπέρας του κατάπλου, ότι θα ύψωνε το σήμα του επί ενός ναρκαλιευτικού και θα εξέπλεε προς συνάντησιν του Ιταλικού Στόλου, με εκάλεσε δε να τον συνοδεύσω επιβαίνων και εγώ ενός των ιδικών μας ναρκαλιευτικών. Υψωσα λοιπόν το σήμα μου επί του ναρκαλιευτικού ΚΑΡΤΕΡΙΑ ... και περί ώραν 07.15 ακολουθούντες τα ίχνη του Αγγλικού Ν/Α DUBRY åðί του οποίου εκυμάτιζε το σήμα του Ναυάρχου Cunningham εξεπλεύσαμεν από τον λιμένα. Δεν άργησαν να φανούν αραιοί καπνοί κατ’ αρχάς εις τον ορίζοντα και ύστερα από ολίγον οι ιστοί και τα ογκώδη υπερκατασκευάσματα των γεφυρών των Βρετανικών θωρηκτών, που προηγούντο, αμέσως δε κατόπιν και τα των Ιταλικών θωρηκτών. Επροχωρήσαμεν προς αυτά και περί την 08.30 επεράσαμεν μεταξύ της στήλης των θωρηκτών και της παραλλήλου στήλης των αντιτορπιλικών της συνοδείας. Κάθε εν από τα ιταλικά πλοία που επερνούσεν αντιπλέον προς ημάς απένεμε τας κεκανονισμένας τιμάς προς το σήμα του Βρετανού Ναυάρχου και προς το ιδικόν μου. Είναι δύσκολον να περιγράψω τα αισθήματα ικανοποιήσεως και εθνικής υπερηφάνειας, που επλημμύριζαν τας ψυχάς όλων μας κατά τας αλησμονήτους εκείνας στιγμάς, που τα νικημένα πλοία του Ιταλού Δικτάτορος απέδιδαν ταπεινωμένα τιμάς προς τους νικητάς. Ηταν κάτι σαν ένας ιστορικός εξαγνισμός, ύστερα από τας τόσας αδικίας και τας απροκλήτους επιθέσεις που η φασιστική Ιταλία δεν είχε παύσει, από την εποχήν του επεισοδίου της Κερκύρας, να διαπράττη εις βάρος της μικράς Χώρας μας».

Δάκρυσαν από χαρά και συγκίνηση όσοι είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν είτε από το ΚΑΡΤΕΡΙΑ είτε από τις προκυμαίες την άφιξη των πλοίων και ανάμεσά τους την Β.ΟΛΓΑ να μπαίνει στο λιμάνι, συνοδεύοντας τα ηττημένα πλοία και με την ελληνική σημαία να κυματίζει στον ιστό της. Αυτη ήταν μία απο τις πολλες φορές που η Β.ΟΛΓΑ και το πλήρωμά της έκαναν την ψυχή των Ελλήνων να φτερουγίσει...

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, άρχισαν οι επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα. Με κάθε τρόπο, έπρεπε να μην καταφέρουν οι Γερμανοί ν’ αντικαταστήσουν τους Ιταλούς που είχανε πια συνθηκολογήσει. Επιπλέον, τα Δωδεκάνησα έπρεπε να καταληφθούν και να χρησιμοποιηθούν ως ορμητηριο για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τα ελληνικά αντιτορπιλικά παρά τους κινδύνους, έπλεαν πλέον στο Αιγαίο, χτυπούσαν εχθρικές νηοπομπές, απεβίβαζαν κομμάντος στα Δωδεκάνησα και επέστρεφαν στις βάσεις τους για ν’ ανεφοδιαστούν και ν’ αποπλεύσουν πάλι για άλλες περιπολίες ή αποστολές. Μια τέτοια τόσο επικίνδυνη όσο και επιτυχή αποστολή πραγματοποίησε η Β.ΟΛΓΑ τον Σεπτέμβριο του 1943, κοντά στην Αστυπάλαια. Μαζί με τα αγγλικά αντιτορπιλικά FAULKNOR και ECLIPSE είχαν εντοπίσει γερμανική νηοπομπή. Οι Γερμανοί προσπαθούσαν ν’ αποφύγουν την αναμέτρηση. Στάθηκαν όμως άτυχοι. Ο Ε.Δανιήλ, θυμάται : « το ένα από τα συνοδευόμενα πλοία το ανατινάξαμε. Το συνοδό πλοίο το καταστρέψαμε και αφήσαμε το άλλο μεταγωγικό να καίγεται και με μεγάλη ταχύτητα πήραμε κατεύθυνση προς νότο. Επειτα από ώρα και σε αρκετά μεγάλη απόσταση είδαμε μια τεράστια λάμψη που σήμαινε ότι το εχθρικό πλοίο είχε και αυτό ανατιναχθεί». Μέσα σε λίγη ώρα, η γερμανική νηοπομπή που αποτελείτο από μία τορπιλάκατο και δύο μεταγωγικά, είχε καταστραφεί. Έτσι 800 Γερμανοί αντί να αντικαταστήσουν τους Ιταλούς στη Ρόδο, βρεθήκανε στη θάλασσα...

Τρεις μέρες μετά την βύθιση της εχθρικής νηοπομπής στην Αστυπάλαια, η Β.ΟΛΓΑ ξαναβρέθηκε στα Δωδεκάνησα, μεταφέροντας στρατό , αντιαεροπορικά ταχυβόλα, μοτοσικλέτες, τρόφιμα και πυρομαχικά, στη Λέρο. Ήταν η πρώτη φορά μετά από 2,5 χρόνια που το πλήρωμα του Β.ΟΛΓΑ αντίκριζε ξανά ελληνικό νησί..

Τα συναισθήματα ήταν έντονα για τους άντρες του αντιτορπιλικού αλλά και για τους κατοίκους του νησιού, που είχαν πολύ σπάνια την ευκαιρία να δουν από κοντά ελληνικό πλοίο. Αρκετοί από αυτούς πλησίασαν με βάρκες τη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ για να μπορέσουν να μιλήσουν με τα μέλη του πληρώματος. Μάλιστα, δύο παιδιά, με την άδεια του αξιωματικού υπηρεσίας ανέβηκαν στο πλοίο για να φιλήσουν την γαλανόλευκη που κυμάτιζε στην πρύμνη... Κάτω από αυτή την συναισθηματική φόρτιση συνέβη και ένα ελληνοιταλικό επεισόδιο, που δίχασε πολλούς - και διχάζει ακόμα- ως προς το ρόλο που διαδραμάτισε στα γεγονότα που ακολούθησαν λίγες μέρες μετά με αποκορύφωμα τη βύθιση της Β.ΟΛΓΑΣ. Επειδή το νησί υπέφερε από λειψυδρία, ο άγγλος ναυτικός διοικητής , είχε ζητήσει από τα αντιτορπιλικά να δώσουν όσο πόσιμο νερό μπορούσαν για τις ανάγκες της βρετανικής δύναμης και της ιταλικής φρουράς. Έτσι, δίπλα στην ΟΛΓΑ πλεύρισε μία ιταλική υδροφόρα και άρχισε να παραλαμβάνει νερό. Την ώρα εκείνη κάποιοι από τους άντρες του αντιτορπιλικού έπλεναν το κατάστρωμα του πλοίου. Βλέποντας την ιταλική σημαία να κυματίζει στον ιστό της υδροφόρας δεν άντεξαν και ξαφνικά η μάνικα που έπλενε το πλοίο στράφηκε προς την ιταλική σημαία. Αυτό θεωρήθηκε μεγάλη προσβολή. Μερικοί φανατικοί φασίστες μάλιστα, απείλησαν ότι θα ανοίξουν πυρ εναντίον της Β.ΟΛΓΑΣ με τα πυροβόλα των γύρω λόφων. Τελικά, ο Μπλέσσας με εξηγήσεις και ψυχραιμία κατάφερε να ηρεμήσει τα πνεύματα...

Το επόμενο ταξίδι όμως του ελληνικού αντιτορπιλικού στη Λέρο, θα είναι και το τελευταίο του θρυλικού πλοίου. Ενα ταξίδι που άρχισε στις 08.45 της 25ης Σεπτεμβρίου, όταν το Β.ΟΛΓΑ απέπλευσε από την Αλεξάνδρεια μαζί με το αγγλικό INTREPID με προορισμό την θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στην Κρήτη και την Κω. Εκεί τα δύο αντιτορπιλικά θα εκτελούσαν επιθετική περιπολία για να εμποδίσουν τη διέλευση εχθρικών νηοπομπών από λιμάνια της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης προς τα Δωδεκάνησα. Μέχρι τις 04.15 της 26ης Σεπτεμβρίου, τα δύο πλοία περιπολούσαν στην προκαθορισμένη περιοχή, χωρίς απρόοπτα. Τότε, παίρνουν με κρυπτογραφημένο σήμα εντολή να καταπλεύσουν στη Λέρο, στις 07.00 το πρωί.

Στις 07.00 το πρωί της επόμενης ημέρας, τα δύο αντιτορπιλικά έμπαιναν στον όρμο Λακκί της Λέρου. Ηταν Κυριακή, [26-9-1943] ανήμερα της θρησκευτικής εορτής του Αγίου Θεολόγου.

Στο φυσικό λιμάνι της Λέρου υπήρχαν τρεις βρετανικές τορπιλάκατοι και ένα μικρό ιταλικό καράβι, δεμένα κοντά στην προκυμαία. Η ΟΛΓΑ έδεσε κοντά στη δεύτερη είσοδο του όρμου και το INTREPID περίπου 200 μέτρα ανατολικότερα. Το πλήρωμα ήταν κουρασμένο από την ολονύχτια περιπολία κι έτσι οι περισσότεροι κατέβηκαν στα υποφράγματα για να κοιμηθούν. Στη γέφυρα έμεινε ο αξιωματικός φυλακής με τους βοηθούς του, στα πυροβόλα και τα πολυβόλα έμειναν οι πυρήνες των ομοχειριών και στις μηχανές υπήρχαν οι μηχανικοί και οι θερμαστές βάρδιας. Η γαλήνια αιγαιοπελαγίτικη μέρα έκανε τα πληρώματα των πλοίων να πιστέψουν ότι θα περνούσαν μια ήρεμη μέρα στο μέχρι τότε ασφαλές ορμητήριο της Λέρου.

Η παρουσία της Β.ΟΛΓΑΣ ενθουσίασε τους κατοίκους του νησιού. Κάποιοι θέλησαν να επισκεφθούν το θρυλικό αντιτορπιλικό. Ένας από αυτούς, ο Νικόλας Διαμαντάρας αφηγείται στο βιβλίο του Κ. Μεταλληνού : «Πήρα δυο Λεριούς και με μία βάρκα φτάσαμε στην Β.ΟΛΓΑ. Δένουμε κάβο και ανεβαίνουμε πάνω. Μ’ έπιασε συγκίνηση που πάταγα σ’ ελληνικό καράβι. Γονάτισα και φίλησα τις λαμαρίνες». Στις δύο ώρες που ακολούθησαν επτά ναυτικοί από το φορτηγό πλοίο TAGANROG που ήταν αγκυροβολημένο κι αυτό στο Λακκί και δεκαπέντε Λέριοι, είχαν ανέβει στο Β.ΟΛΓΑ. Ανάμεσά τους και δύο παιδιά. Εν τω μεταξύ, στο πλοίο άρχισαν να ακούγονται οι μελωδίες της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας. Ο γιατρός Εμ. Γουργουρής ανθυποπλοίαρχος τότε στο αντιτορπιλικό, περιγράφει σε τεύχος της ‘Ναυτικής Επιθεώρησης’ : «Στις καμπίνες των αξιωματικών και τα υποφράγματα του πληρώματος βασίλευε απόλυτη σιγή. Αυτή τη σιωπή ήρθε να διακόψει σε λίγο το ραδιόφωνο. Δύο - τρεις υπαξιωματικοί στο υπόφραγμά τους προσπαθούσαν να πιάσουν τον σταθμό Αθηνών, την μόνη επαφή μας καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, με την σκλαβωμένη πατρίδα. Ετσι ύστερα από λίγα λεπτά από τον ραδιοφωνικό σταθμό των Αθηνών ακούγαμε την αναμετάδοση της κυριακάτικης λειτουργίας από τον Μητροπολιτικό Ναό. Ήταν τόση η χαρά μας που ακούγαμε την μετάδοση της λειτουργίας, ώστε κανένας μας δεν διαμαρτυρήθηκε. Ακούγαμε όλοι τις ψαλμωδίες με τόση κατάνυξη σαν να βρισκόμασταν μέσα σε εκκλησία. Αναπολούσαμε την πατρίδα, τις οικογένειές μας, τους φίλους μας όταν ξαφνικά και τελείως αναπάντεχα ο παράφωνος και δαιμονισμένος ήχος του κουδουνιού του αεροπορικού συναγερμού διέκοψε τις ονειροπολήσεις μας και τάραξε την ευδαιμονία μας».

Ο Ντίμης Ματάλας, αξιωματικός τότε, περιγράφει εκείνες τις στιγμές: « Στις 9.58 βλέπω από το βουνό να σκάνε μύτη 9 βομβαρδιστικά. Αμέσως τρέχω να πατήσω το συναγερμό.. ώσπου να πατήσω όμως το κουδούνι, πέφτουν οι πρώτες βόμβες» Οσοι βρισκόντουσαν στα υποφράγματα άρχισαν να τρέχουν προς τις θέσεις τους. Πρώτος απ’ όλους ο κυβερνήτης, που με χαρακτηριστική ψυχραιμία προσπαθούσε να εμψυχώσει το πλήρωμά του: «Δεν είναι τίποτα παιδιά - τους φώναζε. Γρήγορα στα πολυβόλα σας!»
Ο Ε.Δανιήλ ξεκουραζόταν στο Γραφείο Χαρτών, στη γέφυρα: «Κοιμόμουν στη γέφυρα, όταν ένα ξαφνικό πανδαιμόνιο, από πολυβολισμούς, εκρήξεις τρομερές και κωδωνοκρουσίες συναγερμού, με ξύπνησε». Ο αιφνιδιασμός ήταν πλήρης, τόσο για τα πλοία όσο και για την ιταλική αεροάμυνα. Γερμανικά αεροσκάφη Ju-88 επιτίθονταν κατά κύματα. Αφηναν τις βόμβες τους από ύψος 300 - 400 μέτρων, ενώ συγχρόνως με τα πολυβόλα τους σάρωναν τα 2 πλοία. Πρώτο χτυπήθηκε το INTREPID. «Βγήκα από το καρέ - συνεχίζει ο Εμμ. Γουργουρής - και έσπευσα προς την πολεμική μου θέση, το θεραπευτήριο του πλοίου. Τρέχοντας είδα από ένα φινιστρίνι το αγγλικό αντιτορπιλικό INTREPID να καίγεται, λίγο μακρύτερα από το καράβι μας. Ενα απαίσιο σφύριγμα από τον ατμό των μηχανών του, που ξέφευγε και πεταγόταν σε μεγάλο ύψος έκανε ακόμη πιο αγωνιώδεις τις στιγμές». Τα γερμανικά στούκας έκαναν κάθετες εφορμήσεις ξανά και ξανά, ρίχνοντας βόμβες εναντίον των δύο αντιτορπιλικών, ενώ συγχρόνως θέριζαν τα καταστρώματά τους για να εμποδίσουν τα πληρώματα να πάρουν θέσεις μάχης.

«Εγώ ήμουν επικεφαλής τεσσάρων αντιαεροπορικών - λέει ο Ν.Ματάλας. Ρίχναμε με τα αντιαεροπορικά και ξαφνικά μας πετυχαίνει μία δέσμη βομβών. Πετάχτηκα στον αέρα και έπεσα ξανά στο πλοίο, για να δω γύρω μου μόνο κεφάλια .. χέρια .. πόδια .. ήταν σκοτωμένοι όλοι. Και οι οκτώ άντρες που βρισκόντουσαν στα αντιαεροπορικά ήταν νεκροί. Μόνο εγώ σώθηκα κατά ένα ανεξήγητο τρόπο». Την ώρα εκείνη ο κυβερνήτης, κατευθύνονταν προς τη γέφυρα από την αριστερή πλευρά του καταστρώματος. Φορούσε μόνο ένα πουλόβερ κι ένα παντελόνι. Η ξαφνική επίθεση τον ανάγκασε ν’ ανέβει στο κατάστρωμα χωρίς παπούτσια. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Κι αυτό ο Μπλέσσας το ήξερε πολύ καλά. Στην πρωραία κάθοδο του μηχανοστασίου σταματά για να δώσει κάποιες οδηγίες στους αξιωματικούς του. Εκεί θα τον βρει και το μοιραίο πλήγμα.
«Ενα αεροπλάνο κατέβηκε, πολυβόλησε και σκότωσε τον Κυβερνήτη - θυμάται ο Ν.Ματάλας. Ο πρώτος νεκρός του ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ ήταν ο κυβερνήτης, πλωτάρχης Γεώργιος Μπλέσσας». Χτυπημένος από μία ριπή στο στήθος και στο λαιμό, ο Μπλέσσας, σκοτώθηκε ακαριαία στο κατάστρωμα του αντιτορπιλικού που είχε ταυτίσει με την ίδια του την ύπαρξη, «Η σφαίρα που τον τρύπησε στο λαιμό - λέει ο Εμ.Γουργουρής ξαναζώντας τις φρικτές εκείνες στιγμές - έκοψε στη μέση την τελευταία φράση που απηύθυνε ο πλωτάρχης Μπλέσσας, εμψυχώνοντας το πλήρωμά του ενώ οι υπόλοιπες διέτρησαν το στήθοςκαι την κοιλιά του. Ετσι με μισοτελειωμένη ακόμη τη φράση στο χείλη του και με διάτρητο το στήθος του από τις εχθρικές σφαίρες, ο κυβερνήτης έπεσε στο κατάστρωμα του καραβιού του, το οποίο είχε οδηγήσει σε τόσες περιπολίες, σε τόσες επιτυχίες και σε τόσους θριάμβους ...» Και οι Γερμανοί συνέχιζαν να επιτίθονται με μανία ξανά και ξανά. Οι Ιταλοί πυροβολητές των αντιαεροπορικών πυροβολείων που ήταν πάνω στους λόφους της Λέρου, όχι μόνο δεν ειδοποίησαν για την εμφάνιση εχθρικών αεροσκαφών αλλά πολεμούσαν κι εναντίον των Γερμανών τόσο αραιά και άστοχα, που ουσιαστικά δεν προσέφεραν καμία βοήθεια .. Οι στιγμές ήταν εφιαλτικές. Αντιαεροπορικά, πολυβόλα και κανόνια γέμιζαν τον ουρανό με τις εκρήξεις των βλημάτων τους. Ο βαρύς βόμβος των αεροσκαφών ανακατεύονταν με τους κρότους των κανονιών και το στρίγκλισμα των πολυβόλων που τρυπούσαν τ’ αυτιά και παρέλυαν τα νεύρα.

Μέσα σε λίγα λεπτά, το ελληνικό αντιτορπιλικό θα δεχτεί το τελικό χτύπημα. Δυο τουλάχιστον βόμβες πέφτουν μερικά μέτρα πίσω από την πρυμναία τσιμινιέρα και ανατινάζουν το βληματοθέσιο. Ακολουθεί μία φοβερή έκρηξη και το πρυμναίο τμήμα σχεδόν αποκομμένο, γέρνει δεξιά και αρχίζει να βυθίζεται. Ο Γιάννης Βαρελάς, υπαξιωματικός τότε στο ΟΛΓΑ, μιλά για την «αρχή του τέλους»: «Μία δέσμη βομβών - εκείνη η οποία επέφερε και το μοιραίο τέλος του πλοίου - μας χτύπησε στη δεξιά καπνοδόχο, στο πίσω μέρος του λεβητοστασίου. Το πλοίο άρχισε να παίρνει κλίση προς τα δεξιά. Εγώ ήμουν στο δεξί κατάστρωμα και προσπαθούσα να προωθηθώ προς την πλώρη αλλά και να βοηθήσω αυτούς που ήταν χτυπημένοι και δεν μπορούσαν να κουνηθούν». Μετά τον θάνατο του Μλέσσα, την ευθύνη της διακυβέρνησης του πλοίου ανέλαβε ο υποπλοίαρχος Μ.Γρηγορόπουλος. Διαπιστώνοντας ότι θα ήταν αδύνατο να φθάσει έγκαιρα στη γέφυρα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αποφασίζει να κατευθυνθεί προς το «βικερς» το κανόνι της ΟΛΓΑΣ και να διευθύνει από εκεί τον αγώνα κατά των Γερμανών, Ο γενναίος όμως ανθυποπλοίαρχος δεν πρόλαβε να κατευθύνει ούτε τον πρώτο χειρισμό της ομοχειρίας. Μια βόμβα που έπεσε εκείνη τη στιγμή πάνω στο «βικερς» κυριολεκτικά διαμέλισε τον υποπλοίαρχο Μ. Γρηγορόπουλο, τον σημαιοφόρο Σημιτζόπουλο και αρκετούς από τους άνδρες της ομοχειρίας. Το σκηνικό στο κατάστρωμα του πλοίου ήταν γεμάτο από τη φρίκη του πολέμου. Ο Εμ.Γουργουρής εξιστορεί: «Τα βογκητά των πληγωμένων ακούγονταν απ’ όλα τα μέρη του πλοίου και μπερδεύονταν με τις ψαλμωδίες της λειτουργίας, που συνέχιζε να μεταδίδει το εγκαταλελειμμένο στο υπόφραγμα των υπαξιωματικών ραδιόφωνο. Το κατάστρωμα της ΟΛΓΑΣ είχε μεταβληθεί πλέον σε μια πραγματική κόλαση. Κραυγές πόνου ακούγονταν απ’ όλες τις θέσεις, από την γέφυρα, από το καμπούνι, από την πλώρη ως την πρύμνη. Ένας από τους πυροβολητές ο οποίος καιγόταν σαν πυροτέχνημα, έβγαλε μόνο μερικές σπαρακτικές κραυγές και μετά σιώπησε για πάντα. Πιο πέρα το σώμα ενός χειριστή πυροβόλου είχε πιαστεί ανάμεσα σε δύο ανεστραμμένες από κάποια έκρηξη βόμβας, λαμαρίνες που έκαναν ακόμη πιο αβάσταχτο και ατέλειωτο το μαρτύριό του. Ήταν κάτι το τρομερό που δύσκολα μπορεί να το αντέξει κανείς ..» Ο τρίτος αξιωματικός της Β.ΟΛΓΑΣ υποπλοίαρχος Δ. Μπάτσης ήταν στην κάτω γέφυρα χωρίς να γνωρίζει ότι εκείνη την κρίσιμη στιγμή ήταν πλέον ο αρχαιότερος επιζών αξιωματικός το πλοίου και κατά συνέπεια κυβερνήτης. Προσπαθώντας να ενισχύσει την άμυνα του πλοίου παρατήρησε ότι το πολυβόλο «έρλικον» του αριστερού εξώστη της γέφυρας είχε πάθει κάποια εμπλοκή. Έτρεξε προς τον πολυβολητή ο οποίος προσπαθούσε να το διορθώσει. Κι ενώ ο υποπλοίαρχος Δ. Μπάτσης προσπαθουσε να ξεμπλέξει το κλείστρο για να λειτουργήσει το πολυβόλο, μία βόμβα εξερράγη εκεί κοντά και τα θραύσματα τον τραυμάτισαν σοβαρά. Κυβερνήτης πλέον του αντιτορπιλικού ανέλαβε ο ανθυποπλοίαρχος Δανιήλ, ο οποίος μαζί με ένα ναύτη μετέφεραν τον πληγωμένο υποπλοίαρχο Μπάτση στο ιατρείο. «Όχι εμένα-φώναζε ο υποπλοίαρχος. Σώστε το πλοίο».

Τραγικό θάνατο - όπως αναφέρεται στο τεύχος της ‘Ναυτικής Επιθεώρησης’ - βρήκε και ο πρώτος μηχανικός υποπλοίαρχος Σακίπης, ο οποίος τρέχοντας προς την κάθοδο των μηχανών για να πάρει τη θέση του χτυπήθηκε στο πρόσωπο από ριπή πολυβόλου ενός γερμανικού αεροπλάνου. Και ήταν τότε, που έδωσε κι εκείνος το δικό του μάθημα ηρωισμού. Τρικλίζοντας έφθασε ως τα «σπιράγια» των μηχανών σε μια προσπάθεια του να πάει ακόμα και την ύστατη στιγμή στη θέση του. Το πρόσωπό του μια πληγή! Στην κατάσταση που βρισκόταν, ήθελε να κατέβει τη σκάλα για το μηχανοστάσιο. Κάποια στιγμή συναντά τον σημαιοφόρο Χριστόφιλο και τον αρχικελευστή Τσωβό και τους δίνει εντολή να απομονώσουν τους τρεις λέβητες, ψελλίζοντας ‘ τα ασφαλιστικά’ ... κάτι που είχε ήδη διαπράξει ο σημαιοφόρος με δική του πρωτοβουλία για να αποφευχθούν τυχόν εκρήξεις.Το τραύμα του υποπλοίαρχου Σακίπη όμως ήταν πολύ σοβαρό. Δεν κατάφερε να πατήσει σταθερά στη σκάλα και κατρακύλησε προς τα κάτω. Χτύπησε πολύ στις λαμαρίνες και έπεσε νεκρός εκεί, δίπλα στις μηχανές του, ως πραγματικός «πρώτος».


Τα γερμανικά αεροσκάφη άρχισαν να απομακρύνονται όταν κατάλαβαν ότι το ελληνικό αντιτορπιλικό είχε λαβωθεί θανάσιμα. Οι πιο τραγικές σκηνές διαδραματίζονται τώρα κοντά στο ιατρείο όπου βρίσκονται οι περισσότεροι τραυματίες για να τους παρασχεθούν έστω και οι πρώτες βοήθειες. Βλέποντας ότι για το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ είχε αρχίσει πλέον η αντίστροφη μέτρηση, ο Ε. Δανιήλ, έστρεψε την προσοχή του στο πιο σημαντικό έργο που έπρεπε να γίνει. Τη μεταφορά των τραυματιών και την επιβίβασή τους σε τρία αγγλικά περιπολικά που μαζί με δυο ιταλικές πετρελαιακάτους είχαν πλησιάσει το ΟΛΓΑ για να τους παραλάβουν. Εν τω μεταξύ στο μικρό νοσοκομείο του πλοίου ο ιατρός Εμ.Γουργουρής, έδινε το δικό το αγώνα, προσπαθώντας να ανακουφίσει τους τραυματίες. Σε ένα από τα κρεβάτια βρισκόταν και ο υποπλοίαρχος Μπάτσης, ο οποίος έσφιγγε τα δόντια για να μην ξεφωνίσει από τον τρομερό πόνο. Ο γιατρός ετοιμαζόταν να του κόψει το πόδι, όταν ακούστηκε ένα ‘κρακ’ που σήμαινε ότι η Β.ΟΛΓΑ είχε χτυπηθεί σε καίριο σημείο και πιθανώς σπάσει στα δύο. Τότε, ακούστηκε από τη γέφυρα, η φωνή του ανθυποπλοιάρχου Δανιήλ, να διατάζει: «Εγκατάλειψη πλοίου. Πέσατε στη θάλασσα. Το πλοίο βυθίζεται». Η αρχική κλίση των 5ο μοιρών αυξήθηκε απότομα και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα η αριστερή πλευρά του πλοίου θα οριζοντιωθεί. Αμέσως μετά το πλοίο ανατρέπεται. Πολλοί εγκλωβίζονται στα υποφράγματα. Κάποιοι άλλοι από τους ναυαγούς πέφτουν σε καιγόμενο πετρέλαιο και βρίσκουν τραγικό θάνατο. Οι περισσότεροι που βούτηξαν στη θάλασσα από την δεξιά πλευρά του αντιτορπιλικού παρασύρθηκαν από τη δίνη ή τραυματίστηκαν από τις υπερκατασκευές του πλοίου. Όσοι ήταν στην αριστερή πλευρά του σκάφους βρέθηκαν κάπως ομαλά στη θάλασσα. Εκείνοι πάντως που ήταν σε καλή κατάσταση προσπαθούσαν να βοηθήσουν , ακόμη και με κίνδυνο της ζωής τους, τους τραυματισμένους συναδέλφους τους. Μέσα στο ιατρείο τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Τα υποφράγματα είχαν αρχίσει να γεμίζουν νερά ενώ το σκάφος ήταν πλέον μπαταρισμένο. Ο γιατρός Εμ. Γουργουρής κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να καταφέρει να σωθεί και να βοηθήσει και τον υποπλοίαρχο Μπάτση. «Κρατώντας τον ετοιμοθάνατο υποπλοίαρχο Μπάτση προσπάθησα , μέσα σε αυτή την κόλαση της φωτιάς και του σιδήρου και ενώ το σκάφος εβυθίζετο, να φθάσω εις την πόρτα του θεραπευτηρίου. Το πλήρωμα εγκατέλειπε τη Β.ΟΛΓΑ και βουτούσε στη θάλασσα. Αγκάλιασα σφιχτότερα τον αείμνηστο φίλο μου Μπάτση και άνοιξα την πόρτα του μικρού νοσοκομείου. Τότε ένα απότομο κύμα αέρος και νερού με κτύπησε στο στήθος και με έκανε να χάσω την ισορροπία μου. Παρασυρόμενος από το κύμα έχασα και τον πληγωμένο θανάσιμα υποπλοίαρχο Μπάτση. Ενα ακόμη κύμα μπουκάρισε απότομα στο θεραπευτήριο και με έσπρωξε προς τα έξω. Βρέθηκα πάνω στο κατάστρωμα, το οποίο εν τω μεταξύ είχε καλυφθεί από την θάλασσα. Ήμουν ένας από τους τελευταίους επάνω στο καράβι γι’ αυτό έσπευσα να πέσω στη θάλασσα».

Λίγο πριν το πλοίο εξαφανιστεί από την επιφάνεια της θάλασσας πέντε από τους εγκλωβισμένους άνδρες στο πρωραίο υπόφραγμα κατάφεραν με απεγνωσμένη προσπάθεια να σωθούν. Ένας από αυτούς ήταν και ο υπαξιωματικός Ν. Χρηστίδης που μίλησε για την περιπέτειά του στον καθηγητή Μανόλη Ησυχο: «Το πλοίο έγερνε. Κατέβηκα τις σκάλες για να δω κάποιον συνάδελφό μου και μπήκα στο μεγάλο υπόφραγμα των ναυτών. Μόλις πέρασα την πόρτα, το πλοίο πήρε μεγάλη κλίση και βρέθηκα εγκλωβισμένος μέσα στο υπόφραγμα δίχως να μπορώ να βγω από εκεί που μπήκα. Πίσω από την πόρτα υπήρχαν κιβώτια τροφοδοσίας και με την κλίση μετατοπίστηκαν. Με την κλίση του καραβιού είδα τα φινιστρίνια να βλέπουν προς τον ουρανό. Μέσα από τα φινιστρίνια περνούσαν οι ακτίνες του ηλίου, κατακόρυφα. Μη έχοντας άλλη επιλογή βρέθηκα σε ένα φινιστρίνι, αρκετά μικρό. Στο καράβι μας όταν το παραλάβαμε δεν υπήρχαν έξοδοι κινδύνου, μεγάλα φινιστρίνια, παρά μόνο μικρά για να παίρνουμε αέρα. Πήγα στο φινιστρίνι λοιπόν κι ενώ ανέβαιναν τα νερά είδα τους συναδέλφους που μου φώναζαν ‘Χρηστίδη το άλλο, το άλλο ‘ Εγώ επειδή ήμουν στο ταβάνι δεν έβλεπα τι εννοούσαν. Με τις φωνές τους όμως συνειδητοποίησα ότι μιλούσαν για μία ανθρωποθυρίδα που είχαμε φτιάξει σε μία επισκευή στην Καλκούτα. Και η τραγική ειρωνεία είναι ότι όταν πρωτοφιάχθηκε αυτή η ανθρωποθυρίδα, επειδή εγώ ήμουν ναυτάκι τότε, οι άλλοι μου έκαναν καλαμπούρι και μου έλεγαν ‘ρε Χρηστίδη για μπες να δούμε χωράς να περάσεις..’ και έτσι με έβαζαν να περνώ από την ανθρωποθυρίδα που ήταν τελικά εκείνη που με έσωσε ... Βγήκα στην καρίνα και άρχισα να τραβώ και τους άλλους. Υπήρχαν όμως και άλλοι ναύτες στα πιο χαμηλά υποφράγματα των μηχανικών και των τορπιλών, που μείνανε μέσα ... δεν πρόλαβαν ...». Στο περιστατικό αναφέρθηκε και ο Γ. Βαρελάς: «Από μία παραφωτίδα ασφαλείας είδα να βγαίνουν 4-5 ναυτοδίοπες, οι οποίοι με πολύ ψυχραιμία -κι αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση - έβγαιναν ο ένας μετά τον άλλον χωρίς κινήσεις πανικού που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα και να μη βγει κανένας τελικά».

Βγαίνοντας στην καρίνα του πλοίου, ο Χρήστιδης είχε κι άλλο ένα πρόβλημα να αντιμετωπίσει. Πάνω στο πλοίο, υπήρχε ένα νεαρό παιδί από τη Λέρο, το οποίο ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια. Για να μπορέσει να κρατηθεί στο πλοίο, το παιδί είχε πιαστεί από ένα σκοινί. «Απλωσα τα χέρια μου για να φθάσω το μικρό - αφηγείται ο Ν.Χρηστίδης - μα εκείνο δεν ερχόταν κοντά .. στην αγκαλιά μου. Σαλτάρισα κοντά του και έπιασα τα χέρια του. Το παιδί όμως έτσι όπως κρεμόταν είχε δει από την άλλη πλευρά του πλοίου μία βάρκα και ήθελε να το πάρουν εκεί. Δεν υπήρχε όμως χρόνος. Ανέβηκα στο σημείο που κρατιόταν και του χτύπαγα τα χέρια για ν’ αφήσει το σκοινί και να μπορέσω να το σώσω εγώ. Το παιδί όμως δεν τ’αφηνε το σκοινί με τίποτα μέχρι που το καράβι μπατάρισε κι άλλο και κατάφερε ν’ ανέβει στην καρίνα και να πηδήξει από την άλλη πλευρά όπου τελικά τον μάζεψε η βάρκα... Εγώ έφυγα από την άλλη πλευρά και βρέθηκα στη θάλασσα, δίπλα στα πετρέλαια που καιγόντουσαν. Εκεί ήταν ένας συνάδελφος, ο Παγώνης. Πλησιάσα να τον βοηθήσω να βγει από τα πετρέλαια και μου φώναξε ‘Μη με πιάνεις Χρηστίδη’ και μου έδειξε το πόδι του που ήταν σχεδόν κομμένο. Βρήκαμε ένα ξύλο, το έπιασε ο Παγώνης και άρχισα να τον σπρώχνω μέχρι που απομακρυνθήκαμε από την πυρκαγιά».

Από το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ μία μαύρη στήλη καπνού ανέβαινε ψηλά κι απλωνόταν. Το ένδοξο αντιτορπιλικό έγειρε δεξιά, και άρχισε να βυθίζεται ώσπου στο τέλος έμεινε όρθια μόνο η ράχη της πλώρης. Στάθηκε για λίγο έτσι η ΟΛΓΑ σαν να μην ήθελε να πεθάνει... Όμως το πλοίο ήταν βαριά λαβωμένο, και χώθηκε απότομα στη θάλασσα που το αγκάλιασε για πάντα μαζί με τους 65 νεκρούς ήρωές του.

«Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν όταν χάθηκε το πλοίο - θυμάται ο Ν.Ματάλας. Ακούστηκε μία φωνή ‘Ζήτω η ΟΛΓΑ’ και 120 άνθρωποι που χαροπάλευαν μέσα στη θάλασσα επανέλαβαν την κραυγή ‘Ζήτω η ΟΛΓΑ’». Μέχρι αυτή την ύστατη στιγμή που το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ βυθιζόταν ακούγονταν το ραδιόφωνο στο υπόφραγμα που μετέδιδε την Κυριακάτικη Λειτουργία, σαν να συνόδευε το αντιτορπιλικό μας και τους νεκρούς του στον υγρό τους τάφο...


Tο θρυλικό ναυάγιο που αναπαύεται στην υγρή αγκαλιά της θάλασσας, στο Λακκί της Λέρου. Η οργάνωση της αποστολής απασχόλησε τα μέλη της ομάδας αρκετούς μήνες. Η σημαντική ιστορία αυτού του αντιτορπιλικού που το τοποθέτησε στη σφαίρα του θρύλου, ήταν μεγάλος πόλος έλξης. Η δυνατότητα να δούμε από κοντά αυτό το πλοίο που με την δράση του έγραψε μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της ναυτικής μας ιστορίας, μας προκαλούσε δέος. Η συνεργασία με τον Δήμο Λέρου ήταν από την αρχή ιδιαίτερα καλή. Οι κάτοικοι της Λέρου δεν ξεχνούν. Κάθε χρόνο πραγματοποιούν μνημόσυνο για τους ήρωες του ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ και καλούν όλους τους επιζώντες δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία να ξαναζήσουν τις στιγμές που πέρασαν μαζί. Στιγμές γεμάτες αγωνία και πολύ συχνά θλίψη αλλά και στιγμές αλληλεγγύης, συντροφικότητας και αληθινής φιλίας. Γιατί το πλήρωμα δεν ξεχνά ποτέ τον κυβερνήτη του όσα χρόνια κι αν περάσουν. Δεν ξεχνά τους συναδέλφους που θυσιάστηκαν. Και τους τιμά όπως τους πρέπει και τους αξίζει.

Πηγή: infognomonpolitics.gr
(αρχική πηγή: www.theabyss.gr που φαίνεται ανενεργή - αν κάποιος συντελεστής του κειμένου επιθυμεί άλλη παραπομπή παρακαλείται να μας ενημερώσει σχετικά)

Διαβάστε περισσότερα...

8 Σεπτεμβρίου 1944: Εκτελείται στο Χαϊδάρι η "Μπουμπουλίνα της Κατοχής", Λέλα Καραγιάννη

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Σαν σήμερα, 8 Σεπτεμβρίου 1944, λίγες εβδομάδες πριν την απελευθέρωση της Ελλάδας από τη ναζιστική Γερμανία, εκτελέστηκε στο Χαϊδάρι η ηρωίδα Λέλα Καραγιάννη, επονομαζόμενη και "Μπουμπουλίνα της Κατοχής".

Μαζί της εκτελέστηκαν άλλοι 58 Έλληνες και Ελληνίδες, στην πλειονότητά τους μέλη των "άσημων" αντιστασιακών οργανώσεων της Αθήνας, αυτών που ο Κ. Σβολόπουλος ονόμασε "Αόρατη Στρατιά", και προσέφεραν τεράστιες υπηρεσίες στον αγώνα κατά του κατακτητή. Στις οργανώσεις αυτές ανήκε και η "Μπουμπουλίνα" της Λέλας Καραγιάννη, που αν και μητέρα 7 παιδιών, δραστηριοποιήθηκε αρχικά στη φυγάδευση Βρετανών στη Μ. Ανατολή, και στη συνέχεια επεκτάθηκε σε κατασκοπεία, πληροφορίες για σαμποτάζ και τροφοδοσία των ανταρτικών σωμάτων της υπαίθρου.

Τον Ιούνιο του 1944 έγιναν οι πρώτες συλλήψεις μελών της οργάνωσης και στις 8 Ιουλίου συνελήφθη και η ίδια η Λέλα Καραγιάννη. Κατά την ανάκρισή της στο κολαστήριο της Μέρλιν, ο Γερμανός ανακριτής έφερε μπροστά της ταυς δυο γιους της που ήδη κρατούσαν οι Γερμανοί, και με το πιστόλι του στο κεφάλι τους, της ζήτησε να μιλήσει. Η απάντηση της Ελληνίδας, αντάξια αρχαίας Σπαρτιάτισσας, αντήχησε μέσα από 2.500 χρόνια ιστορίας: "Τα παιδιά μου εγώ τα γέννησα, αλλά πρωτίστως ανήκουν στην πατρίδα".

Αξίζει να παρατεθεί εδώ η μαρτυρία του γιου της, Βύρωνα Καραγιάννη:

Ήταν Άνοιξη του 1941, όταν μετά από σκληρή πάλη έξι μηνών, έπεσαν τα μαύρα πέπλα του Ναζισμού και του Φασισμού πάνω στην γαλάζια μας χώρα... Ακολούθησαν σε λίγο: πείνα, βία, τρομοκρατία, εκτελέσεις, θάνατος. O λαός μας υπέφερε, δυστυχούσε και έμοιαζε να έχει χάσει κάθε ελπίδα.

Τότε άρχισε να γεννιέται, σε μερικές γενναίες και αδάμαστες ψυχές, η ανάγκη της αντίστασης, ανάγκη για την δημιουργία ομάδων από ψυχωμένους πατριώτες, που θα αναπτέρωναν το κλονισμένο φρόνημα του ελληνικού λαού και θα τον ωθούσαν σε πράξεις αντίστασης κατά των κατακτητών.

Με βαθιά συγκίνηση σας γνωρίζω ότι η πρώτη που οργάνωσε μια τέτοια ομάδα αντίστασης ήταν η αξέχαστη μάνα μας, η Λέλα Καραγιάννη. Είχε επτά παιδιά να φροντίσει, να θρέψει, να μεγαλώσει. Όμως ήταν τόση η αγάπη της για την πατρίδα που έβαλε την οικογένεια σε δεύτερη μοίρα. Υπεράνω όλων η Πατρίδα! Ακριβώς όπως δίδασκαν οι πρόγονοί μας.

Την οργάνωση ονόμασε «Μπουμπουλίνα» και την απετέλεσαν λίγοι στην αρχή, αποφασισμένοι πατριώτες, και τα μεγαλύτερα απ’ τα παιδιά της.

Άρχισε να προκαλεί σαμποτάζ σε βάρος των κατακτητών και ήρθε σε επαφή με το συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, όπου διεβίβαζε πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού. Oι Γερμανοί προσπαθούσαν να την ανακαλύψουν, αλλά δεν το κατόρθωναν.

Και ενώ πια ροδοχάραζε η ελευθερία πάνω απ’ την τυραννισμένη χώρα, η Λέλα Καραγιάννη, ύστερα από προδοσία, συλλαμβάνεται μαζί με τα 5 μεγαλύτερα παιδιά της. Στα χέρια των Ες-Ες μαρτύρησε, αλλά δεν πτοήθηκε. Δεν απεκάλυψε κανένα συναγωνιστή ούτε όταν βρέθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αντίθετα, βρήκε τον θάνατο, ψέλνοντας τον Εθνικό μας Ύμνο, τον ύμνο προς την Ελευθερία για την οποία θυσιάστηκε.

Oι γονείς μου, Νικόλαος και Λέλα Καραγιάννη, απέκτησαν επτά (7) παιδιά. Εγώ είμαι το τέταρτο στη σειρά. Όλα μεγαλώσαμε μέσα σ’ ένα χριστιανικό περιβάλλον, με τις παραδόσεις της φυλής μας, όπου η φιλοπατρία ήταν ανωτέρα στην ιεράρχηση των καθηκόντων. Είχαμε πάθος για την πατρίδα μας, που μας το ενέπνευσαν οι γονείς μας και προπάντων η μητέρα μας.

Με την κήρυξη του πολέμου

Όταν κηρύχθηκε ο Ιταλοελληνικός πόλεμος, η μητέρα, αλλά και εμείς, τ’ αγόρια, λυπηθήκαμε που ήμασταν μικροί και δεν είχαμε την ηλικία για να πολεμήσουμε στην πρώτη γραμμή για τα πάτρια. Το μόνο που απέμενε ήταν να καταταχθούμε στις τάξεις του Ερυθρού Σταυρού και αυτό κάναμε. Τα τέσσερα απ’ τα μεγαλύτερα αδέλφια, αγόρια και κορίτσια, ύστερα από μια σύντομη εκπαίδευση, γίναμε τραυματιοφορείς του Ερυθρού Σταυρού, η δε αδελφή μου Ιωάννα υπηρέτησε ως αδελφή τραυματιοφορέας στους συρμούς, στην μεταφορά των τραυματιών απ’ το μέτωπο. O στρατός μας νικούσε τους Ιταλούς, παρά την μεγάλη αριθμητική υπεροχή τους, και εμείς ζούσαμε σε μια εθνική έξαρση. Αλίμονο όμως, γιατί εκεί που νικούσαμε τους εισβολείς, ξαφνικά μας επετέθησαν οι Γερμανοί, για να σώσουν τους Ιταλούς συμμάχους τους, που εμείς οι Έλληνες είχαμε πάρει στο κυνήγι. Επόμενο ήταν η Ελλάδα να υποκύψει στον Χιτλερικό οδοστρωτήρα και από νικήτρια να βρεθεί σκλαβωμένη από δύο στρατούς. Η πατρίδα μας ήταν απ’ τον Απρίλιο του 1941 κάτω από διπλή κατοχή.

Μ’ αυτές τις πεποιθήσεις και τα ιδανικά, με τα οποία γαλουχηθήκαμε, δεν ήταν δυνατόν να αδιαφορήσουμε γι’ αυτήν την Κατοχή και να περιμένουμε τους συμμάχους να νικήσουν και να μας ελευθερώσουν. Θυμάμαι τη μητέρα μας που έλεγε το αρχαίο ρητό «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», δηλαδή ότι έπρεπε ο κάθε Έλληνας να ξεσηκωθεί, να αγωνισθεί για την ελευθερία του και όχι να περιμένει τους συμμάχους να τον ελευθερώσουν. Και αυτό ακριβώς έκανε εκείνη. Ξεσηκώθηκε και αγωνίσθηκε.

Η πρώτη αντιστασιακή οργάνωση

Όλα άρχισαν απλά, αυθόρμητα απ’ τα βάθη της καρδιάς μας. Απ’ τις πρώτες ημέρες που πάτησαν το πόδι τους στην Ελλάδα τα στρατεύματα κατοχής, άρχισε από μόνη της την πατριωτική της δράση και δημιούργησε ομάδα αντίστασης, η οποία αρχικά απετελείτο απ’ τα μέλη της οικογένειάς μας και μερικούς φίλους μας πατριώτες. Άρχισε να αγωνίζεται ακούραστα με όλη την δύναμη της ψυχής της και καθ’ όλη την διάρκεια της Κατοχής μέχρι το τέλος, την ημέρα που συνελήφθη.

Βέβαια, στην αρχή δεν ήξερε τι να κάνει, ούτε είχε συγκεκριμένα σχέδια, πήγαινε ψαχουλευτά, την καθοδηγούσε η καρδιά της, που ήταν γεμάτη Ελλάδα, και γρήγορα βρήκε το δρόμο της, στην Αντίσταση. Στην αρχή ασχολήθηκε με την περίθαλψη και φυγάδευση των συμμάχων μας, με αυτούς που δεν τα κατάφεραν να φύγουν μαζί με το εκστρατευτικό σώμα και είχαν εγκλωβισθεί στην Ελλάδα. Έλεγε ότι ήταν χρέος και καθήκον ημών των Ελλήνων, να συντρέξουμε τους συμμάχους και συμπολεμιστές μας, που είχαν έλθει απ’ τα πέρατα της γης, για να μας βοηθήσουν, και ότι τώρα που βρίσκονταν σε τραγική θέση, σκόρπιοι σε όλη την Ελλάδα, κυνηγημένοι, πεινασμένοι, και έτρεχαν να κρυφτούν, είχαν απόλυτη ανάγκη απ’ την βοήθειά μας. Εμείς τους βοηθήσαμε με όλη μας την ψυχή, παρά την απειλή του θανάτου και πέρα απ’ τις δυνάμεις μας, και πολλούς απ’ αυτούς τους φυγαδεύσαμε στη Μέση Ανατολή. Εν τω μεταξύ η δράση της μητέρας μπήκε σε άλλο δρόμο. Βρήκε μονοπάτια, που οδηγούσαν στην κατασκοπεία και στις δολιοφθορές κατά του εχθρού. Βρήκε τον τρόπο να κατασκοπεύει τις κυριότερες υπηρεσίες του εχθρού. Oργάνωσε πιο καλά τα σχέδιά της, και χρειαζόταν ικανά στελέχη για να την βοηθήσουν. Μάζεψε γύρω της και άλλους ένθερμους πατριώτες. Έτσι η ομάδα της πλουτίσθηκε με πολλά δυναμικά στελέχη και μεταβλήθηκε, μετά την στελέχωση αυτή, σε αντιστασιακή οργάνωση, την οποία η μητέρα ονόμασε «Μπουμπουλίνα» (απ’ το οικογενειακό όνομα της μητέρας της, η οποία λεγόταν Μπούμπουλη).

Ένας μικρός στρατός

Η οργάνωση ήταν ένας μικρός στρατός που εκινείτο αθόρυβα, σιωπηλά μέσα στο σκοτάδι, με σκοπό να προκαλέσει όσο πιο πολύ κακό μπορούσε στον εχθρό. Ήταν ένας αγώνας ζωής και θανάτου, για την επιβίωσή μας, ως Έθνος και λαός. Η μητέρα ρίχτηκε με ορμή σ’ αυτόν τον ιερό αγώνα μαζί με τα παιδιά της. Όσο μεγάλη και αν ήταν η αγάπη της για μας, δεν μπόρεσε να την κάνει να ξεχάσει ότι πάνω απ’ όλα και από μας ήταν η πατρίδα. Και εμείς, τα έξι απ’ τα επτά πιδιά της, την βοηθήσαμε όσο μπορούσαμε με όλον τον ενθουσιασμό της νεανικής ψυχής μας. Αξιόλογο είναι να τονισθεί εδώ ότι στη οργάνωσή της προστέθηκαν και μερικοί Γερμανοί και Αυστριακοί, αντιναζιστές, αλλά και Ιταλοί, οι οποίοι της παρείχαν πολύτιμες πληροφορίες. Παράλληλα, η «Μπουμπουλίνα» βοηθούσε και τις αντάρτικες ομάδες της υπαίθρου με πολεμοφόδια, που προέρχονταν από αποθήκες των στρατευμάτων κατοχής, και που οι ηρωικές μορφές, για να τα αποκτήσουν, πολλές φορές έδωσαν τη ζωή τους. Ακόμη τις τροφοδοτούσαμε και με φαρμακευτικό υλικό, ένα μέρος του οποίου προερχόταν απ’ την φαρμακαποθήκη του πατέρα μας, διότι εκτός απ’ την αρωματοποιΐα διατηρούσε και φαρμακείο και φαρμακαποθήκη.

Ευθύνες και καθήκοντα

Όλοι είχαμε αναλάβει ορισμένες ευθύνες και καθήκοντα και την βοηθούσαμε, ακόμα και η Νεφέλη που ήταν πολύ μικρή. Πόσες φορές δεν μετέφερα μηνύματά της. Η μητέρα με χρησιμοποίησε πολλές φορές σε επικίνδυνες αποστολές, όπως η μεταφορά σακιδίων γεμάτων με πυρομαχικά και οπλισμό, τα οποία κρύβαμε στο κατάστημα του πατέρα, αλλά και αλλού. Πολλά πυρομαχικά, όπλα και άλλα συναφή, μας έφερνε ο Ζήσιμος Παρρίδος, βασικό στέλεχος της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα» και ο οποίος δεν δίστασε να καταταγεί στον γερμανικό στρατό, μόλις του το ζήτησε η μητέρα, σαν μάχιμος διερμηνέας του Τάγματος Χόλμαν, της Μεραρχίας Βραδεμβούργου, σκοπός της οποίας ήταν η δίωξη και εξολόθρευση των αντάρτικων ομάδων στην Στερεά Ελλάδα και αλλού. Αυτό το παλικάρι δέχτηκε να παίξει αυτόν τον άχαρο και επικίνδυνο ρόλο, προσφέροντας εξαιρετικά πολύτιμες υπηρεσίες. Πληροφορούσε την μητέρα για τις κινήσεις και τα σχέδια του Τάγματος Χόλμαν.

Ανθρωποκυνηγητό

Ήταν αρχές του 1944. Oι νίκες και τα αλλεπάλληλα πλήγματα που κατάφεραν οι σύμμαχοι στους Γερμανούς, στα διάφορα μέτωπα, έδωσαν καινούργιες ελπίδες και κουράγιο στους Έλληνες, τους αναπτέρωσαν το ηθικό, και άρχισαν να βλέπουν ότι πλησιάζει η ώρα της λευτεριάς. Τώρα οι όροι της πολεμικής κατάστασης είχαν αντιστραφεί. Oι Γερμανοί, που έβλεπαν να χάνουν τον πόλεμο, ξεσπούσαν με λύσσα πάνω στους αγωνιστές που έπεφταν στα χέρια τους. Έβλεπαν να διαρρέουν τα μυστικά τους και εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό. Με πληροφοριοδότες τους κατόρθωσαν να εντοπίσουν και να συλλάβουν τους αρχηγούς ορισμένων οργανώσεων. Μερικοί δεν άντεξαν τα φρικτά μαρτύρια, στα οποία τους υπέβαλαν, και μίλησαν και έτσι οι Γερμανοί κατόρθωσαν να ανακαλύψουν την ύπαρξη ορισμένων οργανώσεων. Η μητέρα υπό την πίεση των καθηκόντων είχε κουρασθεί ψυχικώς και σωματικώς και αυτό μας ανησύχησε. Oι ιατροί και συνεργάτες της Μιχαήλ Σαρακηνός και Παύλος Βακατάτσης, μας συμβούλεψαν να την βάλουμε στο νοσοκομείο. Με δυσκολία την πείσαμε να δεχθεί.

Συλλήψεις και βασανιστήρια

Τον Ιούνιο του 1944 έγιναν οι πρώτες συλλήψεις και στελεχών της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα». Αυτές οι συλλήψεις την ανησύχησαν και βγήκε, πολλές φορές, κρυφά απ’ το νοσοκομείο για να ειδοποιήσει τους συνεργάτες της να εξαφανισθούν. Τότε η μητέρα πληροφορήθηκε από άνθρωπο μέσα απ’ τα Ες-Ες, ότι επέκειτο και η δική της σύλληψη. O γαμβρός μου ο Σπύρος έστειλε άνθρωπο να την πάρει και να την κρύψει. Eπίσης ο Άγγλος Έβερτ την παρακάλεσε να την κρύψει αυτός ο ίδιος. Εκείνη όμως ήταν αμετάπειστη και δήλωσε σε όλους ότι θεωρούσε λιποταξία να τρέξει να κρυφτεί για να σωθεί εκείνη και να εγκαταλείψει σ’ αυτήν την κρίσιμη στιγμή τους συνεργάτες της, μερικοί απ’ τους οποίους ήταν ήδη στα χέρια των Ες-Ες. Πίστευε ότι με τη δική της σύλληψη και επωμιζόμενη τις ευθύνες της θα σταματούσε την έκταση του κακού και τις συλλήψεις και ότι έτσι θα έσωζε και εμάς τα παιδιά. «Αν ποτέ σας πιάσουν οι Γερμανοί, μας είπε, να δείξετε γενναιότητα και να μην λυγίσετε, γιατί έτσι θα επιβαρύνετε περισσότερο την θέση σας. Προσέξτε καλά, δεν ξέρετε τίποτα για το τι έκανα, έτσι μόνο θα γλυτώσετε, και δεν θέλω να κλάψετε ή να πενθήσετε γαι μένα, μόνο να σκέπτεστε, ότι ό,τι κάναμε το κάναμε για την πατρίδα και αυτό θα σας ανακουφίζει». Μας έλεγε ακόμη ότι πίστευε στον Θεό και στην βοήθειά του για να σωθούμε εμείς, τα παιδιά της.

Ύστερα, ήλθαν στο δικό μου κλουβί και με ανέβασαν πάλι στον ανακριτή Μπέκε. Αυτήν την φορά είδα με έκπληξη την μητέρα μου και τον αδελφό μου Νέλσωνα στο ανακριτικό γραφείο του Μπέκε. Η μητέρα, προφανώς για να μην λυγίσω, ή για να μην δουν οι Γερμανοί μητρική αδυναμία και στοργή για μας και τα εκμεταλλευτούν, με κοίταξε αυστηρά, κάνοντάς μου νεύρα με το βλέμμα, που σήμαινε να σταθώ στο ύψος μου και να φερθώ γενναία. Μια μόνο λέξη μου είπε επιτακτικά: «Πρόσεχε». Βέβαια είχε δει τα χάλια μου, τα καμένα πόδια μου, το ματωμένο πουκάμισό μου και τα παράλυτα χέρια μου. Αυτή η στάση της, απέναντί μου, έκανε τον Μπέκε να καταλάβει, ότι η Λέλα Καραγιάννη δεν είναι εύκολη λεία, και θα ήταν αδύνατον να της πάρει λέξη. O Μπέκε με άρπαξε και βίαια με γύρισε και με κόλλησε με το πρόσωπο στον τοίχο, το ίδιο έκανε και στον αδελφό μου. Έβγαλε το περίστροφο απ’ την θήκη του, το κόλλησε στο κεφάλι του Νέλσωνα, και κοιτάζοντας το ρολόι του χεριού του και μέσω διερμηνέα είπε στην μητέρα, με ύφος αποφασισμένο να εκτελέσει την απειλή του: «Λέλα Καραγιάννη, πρόσεξε καλά, σου δίνω δυο λεπτά προθεσμία, για να μου απαντήσεις σ’ αυτά που σ’ ερωτώ, διαφορετικά θα εκτελέσω, τώρα εδώ μπροστά σου, ένα - ένα τα παιδιά σου, αρχίζοντας από αυτόν εδώ. Λέγε, γιατί θα πιέσω την σκανδάλη, πού έχεις τον πομπό σου, ποιος τον χειρίζεται, με ποιους συνεργάζεσαι, ποιες είναι οι πηγές απ’ τις οποίες παίρνεις τις πληροφορίες για τις κινήσεις μας, ποιοι είναι οι συνεργάτες σου, πού βρίσκεται ο καπετάνιος Χρυσίνης με το καΐκι του». Το περίστροφο του Μπέκε έσπρωχνε το κεφάλι του Νέλσωνα, και το έκανε να γέρνει, ήταν αγριεμένος και φαινόταν αποφασισμένος να εκτελέσει την απειλή του. Τότε άκουσα την μητέρα να λέει, με σταθερή και ήρεμη φωνή: «Τα παιδιά μου, εγώ τα γέννησα, δικά μου είναι, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι πρωτίστως ανήκουν στην πατρίδα μας. Πρόσεξε καλά, και πάλι σου λέω ότι αυτά δεν ξέρουν τίποτα και άδικα θα τα σκοτώσεις». Η ψυχή της έτρεμε καθώς τα έλεγε αυτά, η φωνή της ηχούσε παράξενα, επίσημα και κατηγορηματικά, ο Νέλσων και εγώ κοιταχτήκαμε έντρομοι με λοξή ματιά, ο Μπέκε έμεινε άναυδος, αμήχανος. Τελικά τράβηξε το πιστόλι απ’ τον κρόταφο του Νέλσωνα και βάζοντάς το μέσα στην πέτσινη θήκη που κρεμόταν απ’ την ζώνη του, είπε τρέμοντας από οργή: «Τα παιδιά σου τα χρειάζομαι προς το παρόν, και μόλις τελειώσω μ’ αυτά, υπόσχομαι να τα στείλω στο εκτελεστικό απόσπασμα, να μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό».

Παίρνουν τη Μάνα...

Το σούρουπο της 7ης Σεπτεμβρίου διεδόθη αστραπιαία στο στρατόπεδο, ότι ήλθαν οι κλούβες με τη συνοδεία αποσπάσματος. O Νέλσων και εγώ σκαρφαλώσαμε στα δυο μικρά παραθυράκια του υπόγειου και είδαμε τις κλούβες, σταματημένες μπροστά στο κτίριο Νο 15. Έβγαζαν απ’ το κτίριο άνδρες κρατουμένους και τους παρέτασσαν εφ’ ενός ζυγού, με μέτωπο προς το κτίριο Νο 4. Είδαμε επίσης να βγάζουν απ’ το κτίριο Νο 14, όπου ήταν η αυστηρή απομόνωση γυναικών, γυναίκες τις οποίες παρέτασσαν κατά τον ίδιο τρόπο. Άκουσα τον αδελφό μου, απ’ το άλλο παράθυρο, να μου φωνάζει: «Βύρων, παίρνουν και την μαμά». Εγώ έντρομος, κοιτώντας προσεκτικά τις γυναίκες, διαπίστωσα ότι η πρώτη της σειράς ήταν η μητέρα μου. Στο γκρουπ των ανδρών ξεχώρισα μερικούς συνεργάτες της μητέρας, καθώς και μέλη της οργάνωσής της. Είδα το Γιαννάκη Χούπη, τον ταγματάρχη Σούλη και άλλους, καθώς και τον Ιωάννη Ριζόπουλο. Στο γκρουπ των γυναικών, εκτός απ’ την μητέρα μου, διέκρινα και μερικές συνεργάτιδές της. Κοντά στην μητέρα στεκόταν ο Γεώργιος Ριζόπουλος. Σε κάποια στιγμή τον είδα να μετακινείται απ’ την θέση του, να παίρνει την θέση του πρώτου, να πλησιάζει την μητέρα, να γονατίζει μπροστά της και να φιλάει το χέρι της. Προφανώς της ζητούσε συγχώρεση γι’ αυτό που είχε κάνει εξ αιτίας του φόβου του για τα μαρτύρια και την ζωή του. Είδαμε την μητέρα να σκύβει προς το μέρος του, σαν να τον συγχωρούσε. Μετά τους έβαλαν όλους στις κλούβες με ένοπλη συνοδεία. Ξεκίνησαν προς άγνωστη κατεύθυνση για μας. Κοίταζα το καμιόνι, που έπαιρνε την μητέρα μου, μέχρι που βγήκε απ’ την πύλη του στρατοπέδου και εξαφανίσθηκε. Εκείνη την στιγμή είδα να έρχεται προς το κτίριό μας ο στρατοπεδάρχης Ραφαήλ Παρίσης, και του φώναξα αν ξέρει πού τους πήγαιναν. Εκείνος για να αποκρύψει την τραγική αλήθεια μου είπε: «Μην ανησυχείς Βύρωνα τους πάνε για όμηρους στα τρένα, και όταν φτάσουν στα σύνορα θα τους αφήσουν ελεύθερους, για να τους αντικαταστήσουν με όμηρους Γιουγκοσλάβους». Παρ’ όλο που μέσα μου ήξερα πολύ καλά ότι δεν θα ξανάβλεπα την μητέρα μου γιατί η κατηγορία ήταν βαρύτατη: «Αρχηγός οργάνωσης, κατασκοπεία σε βάρος των Γερμανών, σαμποτάζ», ήλπιζα μέσα στην απελπισία μου σε κάποιο θαύμα".


Το θαύμα που έλπιζε ο Βύρων Καραγιάννης δεν έγινε: την επόμενη μέρα, πριν το ξημέρωμα, οι γερμανικές κλούβες με τους μελλοθάνατους διέσχισαν την Αθήνα με κατεύθυνση το Χαϊδάρι. Στην Πανεπιστημίου, οι πρωινοί διαβάτες βρήκαν μια εικόνα της Παναγίας τυλιγμένη σε χαρτί, με το μήνυμα του 18χρονου Γιαννάκη Χούπη στους γονείς του: «Να με συγχωρήσετε για την πίκρα που θα σας ποτίσω. Θέλω να ζήσετε για να εκδικηθήτε. Θάρρος, συγγνώμη. Σας φιλώ…» Λίγο αργότερα, στον τόπο της εκτέλεσης, ο 18χρονος άρπαξε το όπλο ενός Γερμανού και το έστρεψε στους εκτελεστές - αλλά το όπλο δεν εκπυρσοκρότησε.

Ο τόπος της εκτέλεσης ήταν μια μικρή χαράδρα κοντά στη Μονή Δαφνίου, στον σημερινό Διομήδειο Κήπο. Στο σημείο αυτό ακριβώς, περίπου 50 μέτρα από την είσοδο του Κήπου, έχει ανεγερθεί το μνημείο των πεσόντων. Και εδώ προκύπτει ένα ζήτημα τιμής για τη σύγχρονη Ελλάδα: το Μνημείο στον Διομήδειο Κήπο ανεγέρθηκε με δαπάνες των συγγενών των θυμάτων. Δικά τους και μόνο τα στεφάνια, κάθε 8 Σεπτεμβρίου στον τόπο της θυσίας. Η μία και μοναδική φορά που έγινε επίσημη τελετή ήταν το 2000, όταν έγιναν τα εγκαίνια του Μνημείου και ήρθε στον Διομήδειο Κήπο ο τότε πρόεδρος τής Δημοκρατίας, Κωστής Στεφανόπουλος. Γιατί άραγε;

Όπως παρατηρεί σωστά ο Μ. Χρόνης στο εξαιρετικό κείμενό του που υπήρξε μια από τις βασικές πηγές του παρόντος, "η απάντηση βρίσκεται στην πολιτική τοποθέτηση των εκτελεσθέντων: δεν ήταν μέλη αριστερών οργανώσεων και, χωρίς πάντως να υπάρχει ακριβής προσδιορισμός, ανήκαν στο δεξιό χώρο. Έτσι η μεν Αριστερά δεν αισθάνθηκε το καθήκον να τους εντάξει στο δικό πλούσιο και συνεπές καλεντάρι επετειακών εκδηλώσεων για την Αντίσταση, η δε Δεξιά, απορροφήθηκε αμέσως μετά τον Εμφύλιο από την "επαγγελματική εθνικοφροσύνη" και το "γκουβέρνο" και δεν είχε χρόνο και ενδιαφέρον για εκδηλώσεις μνήμης ηρώων". Εμείς θα προσθέσουμε ότι αυτή η εξήγηση, που δεν τιμά κανέναν στη μεταπολεμική Ελλάδα, ισχύει και για πολλούς άλλους αγνούς πατριώτες (όπως τον Κ. Περρίκο, ιδρυτή της ΠΕΑΝ) που θυσιάστηκαν στον αγώνα κατά των κατοχικών δυνάμεων, αλλά η θυσία τους έχει μείνει άγνωστη σε μεγάλο βαθμό.

Μήπως ήρθε ο καιρός να κάνει κάτι γι' αυτό η Ελληνική Πολιτεία;




Διαβάστε περισσότερα...

Οι εξοπλισμοί της Ελλάδος (1936-1940)

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Δελτίο Τύπου εκδόσεων Δούρειος Ίππος

Η εμπλοκή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έχει εξεταστεί στην ελληνική βιβλιογραφία εκτενώς και από πολλές απόψεις. Ωστόσο η καθαρά στρατιωτική διάσταση, εξακολουθεί να παρουσιάζει νέα πεδία διερεύνησης. Το 2010 οι Εκδόσεις Δούρειος Ίππος παρουσίασαν την μοναδική εργασία ΟΠΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΡΙΨΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ 1940-1941, έργο ενός ενεργού στελέχους των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, του Υποπλοιάρχου Νικολάου Χριστοφίλη. Πλέον παρουσιάζεται στο ελληνικό κοινό ένα εξειδικευμένο θέμα ΟΙ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 1936-1940, που αφορά την εξοπλιστική προσπάθεια που ανέπτυξε η χώρα ώστε να προετοιμαστεί στο μέτρο του δυνατού για την αναμενόμενη παγκόσμια σύρραξη. Το έργο βασίζεται σε ανέκδοτο υλικό που εντοπίστηκε σε ιδιωτικό αρχείο και αφορά τα επίσημα πρακτικά των συνεδριάσεων του Ανωτάτου Συμβουλίου Εθνικής Αμύνης (ΑΣΕΑ) και συγκεκριμένα τις αποφάσεις που ελήφθησαν σε 75 συνεδριάσεις αυτού, μεταξύ Ιανουαρίου 1936 και Οκτωβρίου 1940.

Μέσα από την μελέτη των πρακτικών ο αναγνώστης θα έχει την ευκαιρία να αντιληφθεί το εύρος της προσπάθειας που αναλήφθηκε, καθώς παρουσιάζονται στην κυβέρνηση από την στρατιωτική ηγεσία, το σύνολον των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των τριών Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων, από την προμήθεια ασυρμάτων, γυλιών, κρανών, φορητού οπλισμού, πυροβόλων, οχημάτων, κινητήρων έως αεροπλάνων, υποβρυχίων και αντιτορπιλλικών. Επίσης αποκαλύπτονται σε σημαντικό βαθμό εγχειρήματα όπως, η ίδρυση ναυπηγείων, η ενίσχυση της παράκτιας άμυνας, οι άδειες που αποκτήθηκαν για την εγχώρια συναρμολόγηση/κατασκευή μιας ποικιλίας υλικού από πυρομαχικά έως αεροσκάφη και γενικότερα η προσπάθεια ανάπτυξης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.

Το έργο συνοδεύει εκτενής εισαγωγή, όπου παρουσιάζεται η αμυντική προπαρασκευή της Ελλάδος μετά την Μικρασιατική Καταστροφή έως το 1935, ώστε ο αναγνώστης να αντιληφθεί το τεράστιο κενό στον πολεμικό εξοπλισμό της χώρας, που καλύφθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος από την κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά. Παράλληλα αναφέρονται τα εμπόδια ή προβλήματα που παρουσιάστηκαν, καθιστώντας περισσότερο κατανοητή την ανάγνωση του κυρίου μέρους του έργου αυτού. Τέλος παρουσιάζονται αναλυτικοί πίνακες με χρονολογική σειρά των υπογραφέντων συμβάσεων για κύριο υλικό αλλά και η συνολική κατάσταση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων όσον αφορά τον οπλισμό τους κατά την 28η Οκτωβρίου 1940, με διάκριση αυτών κατά την επιχειρησιακή τους αξία αλλά και την χρονική τοποθέτηση της απόκτησής τους.

Το έργο έχει σε σημαντικό βαθμό τεχνικό χαρακτήρα με την παράθεση προδιαγραφών των υποψηφίων προς απόκτηση οπλικών συστημάτων, οικονομικών στοιχείων, περιλαμβάνει αποφάσεις για απόκτηση υλικού που τελικά δεν υλοποιήθηκαν και σε γενικές γραμμές δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση του πολύπλοκου αυτού ελληνικού εγχειρήματος, φωτίζοντας μια διάσταση για το πώς η Ελλάδα κατάφερε να εμπλακεί αξιοπρεπώς και τελικά νικηφόρα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης
Εκδόσεις: Δούρειος Ίππος @ 2013, τηλ: 6937937539, website: www.doureios.com, e-mail: doureios@doureios.com
ISBN: 978-618-80031-1-18
Σελίδες: 484

Σημ Εν Κρυπτώ: Aξίζει να σημειωθεί πώς, πριν τα πρακτικά, ο συγγραφέας παρουσιάζει μία ενδιαφέρουσα ανασκόπηση των προσπαθειών επανεξοπλισμού της χώρας, από το 1923 μέχρι το 1935 και τα πενιχρά αποτελέσματα που είχε, σε αντιδιαστολή με τις αντίστοιχες προσπάθειες της περιόδου 1936-1940.

Διαβάστε περισσότερα...

Η πύρρειος νίκη του Γκέρινγκ

Κυριακή 26 Μαΐου 2013

Του Βιστωνίτη Αναστάση

Εβδομηνταδύο χρόνια από τη μάχη της Κρήτης, ο γερμανός ιστορικός Χάιντς Ρίχτερ παρουσιάζει την τελευταία «καθαρή» στρατιωτική επιχείρηση του Β Παγκοσμίου Πολέμου μέσα από γερμανικές, αγγλικές, αυστραλιανές και νεοζηλανδικές πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές O γερμανός ιστορικός Χάιντς Ρίχτερ είναι γνωστός στη χώρα μας και αρκετά βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Μανχάιμ, θεωρείται ειδικός σε θέματα της σύγχρονης ελληνικής και κυπριακής Ιστορίας. Με τη συμπλήρωση πέρυσι 71 ετών από τη Μάχη της Κρήτης, οι εκδόσεις Γκοβόστη κυκλοφόρησαν την ογκώδη ομότιτλη μελέτη του που, σύμφωνα με τον ίδιο, στοχεύει όχι μόνο στο να παρουσιάσει τα γεγονότα που σχετίζονται με μία από τις αποφασιστικότερες μάχες του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και να την αντιμετωπίσει ως κομμάτι της πολιτικής και στρατιωτικής αντιπαράθεσης εκείνων των ετών μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και των συμμάχων της από τη μια και των δυνάμεων του Αξονα από την άλλη. Η μάχη αυτή έχει ειδική σημασία όχι μόνο επειδή για πρώτη φορά ένα νησί καταλαμβάνεται με επιχείρηση από αέρος αλλά και γιατί, κατά τον Ρίχτερ, επιβεβαιώνει τον αφορισμό του Κλαούζεβιτς πως ο πόλεμος είναι η συνέχεια της διπλωματίας με άλλα μέσα. Ετσι αφιερώνει περίπου 150 σελίδες του βιβλίου του στα γεγονότα που προηγήθηκαν προκειμένου να εξηγηθούν τα αίτια της απόβασης των Γερμανών και η σημασία που απέδιδε ο Χίτλερ στο νησί.

Το σχέδιο «Ερμής»

Η επιχείρηση των Γερμανών έφερε το όνομα Ερμής (Unternehmen Μerkur) και το σχέδιο είχε καταστρώσει ο αντιπτέραρχος Κουρτ Στουντέντ. Το νησί υπερασπίζονταν 9.000 έλληνες στρατιώτες και χωροφύλακες και 25.000 στρατιώτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας που αποτελούνταν από τη 2η Μεραρχία Νεοζηλανδών, τη 19η Ταξιαρχία Αυστραλών και τη 14η Βρετανική Ταξιαρχία Πεζικού. Διοικητής των συμμαχικών δυνάμεων ήταν ο νεοζηλανδός υποστράτηγος Μπέρναρντ Φρέιμπεργκ, ο οποίος γνώριζε λεπτομερώς τα σχέδια της επίθεσης, αφού οι Σύμμαχοι είχαν καταφέρει να υποκλέψουν και να αποκρυπτογραφήσουν τα σχετικά γερμανικά σήματα. Αλλά ο Φρέιμπεργκ, παρά την υποστήριξη του Τσόρτσιλ, απεδείχθη ανεπαρκής, κι ας διέθετε πάνω στο νησί υπέρτερες δυνάμεις των γερμανικών. Επιπλέον τα γερμανικά σήματα δεν τα μετέφρασαν ειδικοί σε στρατιωτικά θέματα αλλά γλωσσολόγοι, με αποτέλεσμα ο Φρέιμπεργκ να περιμένει αμφίβια απόβαση και όχι από αέρος. Η επίθεση εκδηλώθηκε κατ΄ εντολήν του Γκέρινγκ νωρίς το πρωί της 20ής Μαΐου 1941 με τη ρίψη χιλιάδων αλεξιπτωτιστών στο αεροδρόμιο του Μάλεμε και με ανηλεή βομβαρδισμό. Οι Γερμανοί υπερείχαν στον αέρα, ως το τέλος όμως της πρώτης ημέρας δεν κατάφεραν να καταλάβουν το αεροδρόμιο και υπέστησαν βαρύτατες απώλειες. Η πρόβλεψη του Χίτλερ ότι η Κρήτη θα καταλαμβανόταν μέσα σε ένα 24ωρο δεν επαληθεύθηκε.

«Πύρρειος νίκη»

 Οι Γερμανοί χρειάστηκαν οκτώ ημέρες για να καταλάβουν το νησί. Στην επιχείρηση αυτή έχασαν περίπου 14.000 στρατιώτες. Μεγάλο μέρος του επίλεκτου σώματος των αλεξιπτωτιστών τους αποδεκατίστηκε. Σκοτώθηκε το 23% όσων έλαβαν μέρος στη Μάχη της Κρήτης, ενώ οι απώλειές τους λ.χ. στη Γαλλία υπολογίζονται στο 5%-7%. Ο Τσόρτσιλ στα Απομνημονεύματά του τη χαρακτηρίζει «πύρρειο νίκη του Γκέρινγκ»



και παρατηρεί πως «με τις δυνάμεις που διέθεσε στην Κρήτη θα μπορούσε να έχει καταλάβει την Κύπρο,το Ιράκ,τη Συρία, ακόμη και την Περσία». Ο τοπικός πληθυσμός επέδειξε απίστευτο ηρωισμό. Παρ΄ ότι οι Κρήτες δεν διέθεταν όπλα (το μεταξικό καθεστώς τους είχε αφοπλίσει μετά την εξέγερσή τους εναντίον του τον Αύγουστο του 1938), επέφεραν βαρύτατα πλήγματα στα γερμανικά στρατεύματα αγωνιζόμενοι με όσα μέσα διέθεταν, ακόμη και με πέτρες και τσουγκράνες. Την αντίστασή τους την πλήρωσαν ακριβά, αφού αμέσως μετά υπέστησαν τα αντίποινα των κατακτητών, γνωστότερα από τα οποία είναι η σφαγή στο Κοντομαρί και η πυρπόληση της Κανδάνου. Ας σημειωθεί ακόμη ότι οι επιθέσεις των ανταρτικών ομάδων των Κρητών εναντίον των δυνάμεων κατοχής ήταν οι πρώτες που εκδηλώθηκαν στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μεγάλες ήταν και οι απώλειες των Συμμάχων, με αποτέλεσμα, στην Αυστραλία κυρίως, η Μάχη της Κρήτης να θεωρηθεί από πολλούς «σφαγή» και να καταλογίσουν ευθύνες στον ίδιο τον Τσόρτσιλ, για τον οποίο ούτε ο Ρίχτερ έχει την καλύτερη γνώμη. Τη φράση του μάλιστα «πύρρειος νίκη» τη χαρακτηρίζει υπερβολική. Η Κρήτη είχε τεράστια σημασία, λέει ο Ρίχτερ, ήταν ένα «αβύθιστο αεροπλανοφόρο» από το οποίο η Γερμανία μπορούσε να ελέγχει τα Βαλκάνια, τα πετρέλαια της Ρουμανίας στο Πλοέστι, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, σε μια περίοδο μάλιστα που ο Ρόμελ προήλαυνε προς την Αίγυπτο.

Ενστάσεις και αμφιβολίες

Το βιβλίο του Ρίχτερ είναι μια σφαιρική επισκόπηση και ανάλυση των συνεπειών της Μάχης της Κρήτης, αλλά κάποιες απόψεις του θα προκαλέσουν αντιδράσεις. Είναι εμφανής λ.χ. η συμπάθεια που εκφράζει για τον Κουρτ Στουντέντ, που μετά την κατάληψη του νησιού ανέλαβε τη στρατιωτική του διοίκηση. Κατ΄ εντολήν του Γκέρινγκ- αλλά με δική του διαταγή εφαρμόστηκαν τα αντίποινα εναντίον των Κρητών μετά την κατάληψη του νησιού. Ο Στουντέντ συνελήφθη το 1945 από τους Βρετανούς, δικάστηκε από βρετανικό στρατοδικείο (όχι όμως για τα εγκλήματα εναντίον αμάχων αλλά βρετανών στρατιωτών), καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε ετών, αργότερα έκανε έφεση, αποφυλακίστηκε το 1948 και πέθανε σε βαθιά γεράματα (88 ετών) το 1978. Την απόφαση του δικαστηρίου ο Ρίχτερ τη θεωρεί «άδικη». Το ελληνικό κράτος βέβαια (για να μη μιλήσουμε για τους Κρήτες) δεν είχε την ίδια γνώμη, αφού το 1947 ζήτησε την έκδοση του Στουντέντ, αίτημα το οποίο απερρίφθη. «Το γεγονός ότι ο Στουντέντ ήταν υπεύθυνος για την έγκριση καταστροφών και εκτελέσεων εξηγεί τον μικρό αριθμό τους» γράφει ο Ρίχτερ και συμπληρώνει: «Πιθανώς, όπως ελέχθη, να ήταν ένα μέσον για να αποφευχθούν χειρότερα αντίποινα». Αυτό βέβαια, ακόμη κι αν περιέχει δόση αλήθειας, δεν μπορούμε να το καταπιούμε, έστω κι αν έχουν περάσει εβδομήντα χρόνια από τότε.

Πηγή
_____________________

Αφιερωμα του ΓΕΣ στη Μάχη της Κρήτης.

Απόσπσμα από ντοκυμαντέρ της ΕΡΤ που αναφέρεται στη μάχη της Κρητης:

Διαβάστε περισσότερα...

οι "50"

Κυριακή 14 Απριλίου 2013

Τον Αύγουστο του 2011 Βρετανικό συνεργείο αρχαιολόγων κατάφερε να ανακαλύψει στη νότια Σιλεσία στην Πολωνία, τον "Χάρρυ", το τούννελ που χρησιμοποιήθηκε για την απόδραση 77 συμμάχων αεροπόρων που κρατούσε ως αιχμαλώτους πολέμου η Γερμανική Λουφτβάφφε. Πενήντα από τους 77 εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από την Γκεστάπο, μεταξύ τους ο τότε Ανθυποσμηναγός ιπτάμενος Σωτήριος Σκάντζικας της 336 Μοιρας που είχε καταρριφθεί στην Κρήτη κατα την διάρκεια πολεμικής αποστολής το 1943. Διαβάζουμε στην σελίδα του Πανελλήνιου Συλλόγου οικογενειών πεσόντων αεροπόρων:

Βιογραφικό Σημείωμα

Γεννήθηκε το 1921 στην Αθήνα.

Τον Σεπτέμβριο του 1940 κατατάχθηκε στη Σχολή Αεροπορίας στο Τατόϊ. Μετά την κατάρρευση του Ελληνικού Μετώπου πήγε στη Μέση Ανατολή, όπου συνέχισε την εκπαίδευσή του και τον Ιούλιο του 1942 ονομάστηκε Αρχισμηνίας χειριστής και πήρε μέρος στις επιχειρήσεις του Αφρικανικού Μετώπου.

Κατά την εκτελεση διατεταγμένης πολεμικής αποστολής στην κατεχόμενη Κρήτη κατέπεσε με το αεροπλάνο του Hurricane (HW250) της 336ης Μοίρας Διώξεως στο έδαφος, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και μεταφέρθηκε ως αιχμάλωτος πολέμου στη Γερμανία. Στις 25 Μαρτίου 1944, δραπετεύσε από το γερμανικό στρατόπεδο Stalag Luft III, και εκτελέστηκε λίγες μέρες μετά από τους Γερμανούς κατά παράβαση της Σύμβασης της Γενεύης περί αιχμαλώτων πολέμου. Προήχθη μετά θάνατον στον Βαθμό του Υποσμηναγού Ιπταμένου.
______________________________________________________________

Επιχείρηση Θέτις - Στόχος . Κρήτη .


Στις 23 Ιουλίου 1943 τόσο η 335 ΜΔ όσο και η 336 είχαν σημαντικές απώλειες σε χειριστές, όταν συμμετείχαν από κοινού στην επιχείρηση Θέτις - τη σημαντικότερη αποστολή των ελληνικών μοιρών δίωξης στην μέση ανατολή

Δύο χειριστές κι ένας μηχανικός της 336 Μοίρας, μπροστά σ’ ένα Hurricane Mk IIc. Αριστερά είναι ο αρχισμηνίας Ελ. Αθανασάκης που θα σκοτωθεί στις 23.07.1943 και στο κέντρο αρχισμηνίας Σ. Σκάντζικας που θα εκτελεστεί στις 30.03.1944, στη «Μεγάλη Απόδραση».




Στόχος η προσβολή γερμανικών στόχων στην κατεχόμενη Κρήτη.
Η αποστολή είχε χαρακτήρα εκδίκησης για την ομαδική σφαγή της Κανδάνου από τους Γερμανούς. Οκτώ αεροσκάφη της 335 ΜΔ απογειώθηκαν από το αεροδρόμιο της Μάρσα Ματρούχ με χειριστές τους σμηναγούς Γ. Πάγκαλο και Ν. Βολονάκη, τους ανθυποσμηναγούς Κ. Μιχαηλίδη και Ε. Χατζηϊωάνου τους αρχισμηνίες Α. Κουντούρη και Ν. Φράγκο και τους επισμηνίες Β. Δούκα και Μ. Λάϊτμερ.
Επίσης, απογειώθηκαν εννέα αεροσκάφη της 336 ΜΔ με χειριστές τους σμηναγούς Σπ. Διαμαντόπουλο, Ιωάνν. Κατσαρό, τον υποσμηναγό Δ. Βουτσινά, τους ανθυποσμηναγούς Ελευθέριο Αθανασάκη και Σωτήρη Σκάντζικα, τους αρχισμηνίες Γ. Παπαϊωάννου, Κων. Κόκκα και Αν. Φραγκιά και τον επισμηνία Γ . Νικολόπουλο.

Κατά την απογείωση του σχηματισμού, αποκολλήθηκε η δεξαμενή καυσίμων από την αριστερή πτέρυγα του αεροπλάνου του Ελευθερίου Αθανασάκη, ο οποίος είχε την τελευταία στιγμή αντικαταστήσει τον ανθυποσμηναγό Στ. Ξύδη.
Παρά το γεγονός ότι ειδοποιήθηκε να επιστρέψει στην βάση του, ο Αθανασάκης παρέμεινε στον σχηματισμό, ενέργεια που ουσιαστικά ισοδυναμούσε με αυτοκτονία καθώς ήταν δεδομένο ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στην βάση του.

Στο βιβλίο του Πετώντας σε ξένους ουρανούς ο Ηλίας Καρταλαμάκης παραθέτει την μαρτυρία του ανθυποσμηναγού Κόκκα ο οποίος πετούσε πλάι στον Αθανασάκη:



Τον πλησιάζω και του κάνω νόημα πως του έχει φύγει η δεξαμενή, μου γνέφει πως κατάλαβε αλλά δεν πρόκειται να φύγει από τον σχηματισμό.
Και άλλο αεροπλάνο του κάνει νόημα για την δεξαμενή του, μα ο Αθανασάκης επιμένει….
Ύστερα από τρίωρη περίπου πτήση, τα ελληνικά Hurricane έπληξαν το σταθμό ραντάρ στην Ιεράπετρα καθώς και την ευρύτερη περιοχή (διάφορους στρατιωτικούς στόχους), παρά τον καταιγισμό πυκνών αντιαεροπορικών πυρών. Στην περιοχή Αγίου Νικολάου, ο ανθυποσμηναγός Ελευθέριος Αθανασάκης ανέφερε ότι είχε πρόβλημα επάρκειας καυσίμων και προέβη σε αναγκαστική προσγείωση. Διαβάζουμε και πάλι στο βιβλίο του Ηλία Καρταμαλάκη τη μαρτυρία του ανθυποσμηναγού Κόκκα:


Τα αεροσκάφη των 335 και 336 Μοιρών ακολούθησαν το βρετανό αρχηγό της αποστολής με ειδικό στόχο το σταθμό Radar (R.D.F..) στην Ιεράπετρα, η καταστροφή του οποίου επετεύχθη αμέσως. Τα ελληνικά αεροσκάφη έπληξαν στην ευρύτερη περιοχή διάφορους στρατιωτικούς στόχους (αυτοκίνητα, πολυβολεία κλπ.) παρά τον καταιγισμό πυκνών αντιαεροπορικών πυρών.
«—Χτυπάμε και συμπληρώνουμε την καταστροφή του εχθρικού R.D.F., — συνεχίζει ο Κόκκας— χτυπάμε καταυλισμούς, αυτοκίνητα, πυροβολεία, και κάθε στρατιωτικό στόχο που βρίσκεται μπροστά μας. Παντού όμως μας δίνουν και απάντηση τα εχθρικά αντιαεροπορικά. Περνάμε μέσα από μια ανοιχτή χαράδρα και βρισκόμαστε στην πεδιάδα του Άη-Νικόλα. Εκεί ακούω τον Αθανασάκη να φωνάζει ότι προσγειώνεται αναγκαστικά. Ακριβώς δεξιά μου πετάει ο συμμαθητής μου ο Σκάντζικας και μου κάνει νόημα με τον αντίχειρα ότι χτυπήθηκε. Το αεροπλάνο του είναι σκεπασμένο με λάδια που φανερώνει τι πρόκειται να συμβεί στον συνάδελφό μου. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα….

Ο αρχηγός της Μοίρας μου Διαμαντόπουλος πολυβολεί πρώτος φάλαγγα στρατιωτικών αυτοκινήτων, τον ακολουθούμε και βλέπουμε μέσα απ' τα σκοπευτικά μας τις εκρήξεις απ' τα κανόνια μας να ζώνουν τ' αυτοκίνητα, και μαύροι καπνοί να βγαίνουν απ' τα ντεπόζιτα βενζίνης και τις μηχανές τους. Τα α/α μας κτυπούν ανηλεώς τόσο λυσσασμένα, όσο τους χτυπάμε κι εμείς. Σ' ένα κτίριο δεξιά μου βλέπω καθαρά να κυματίζει η Γερμανική σημαία, και μόλις προφταίνω να κάνω μια ριπή πάνω της, με την ελπίδα να την κομματιάσω, ίσως και να την γκρεμίσω αν βρει το κοντάρι της βλήμα πυροβόλου (...) Αγγίζουμε σχεδόν τους ανεμόμυλους με τα πεντακάθαρα σπιτάκια τους, ενώ οι Κρητικοί πετάνε τους σκούφους τους και πηδάνε από τη χαρά τους, κουνώντας ακατάπαυστα τα χέρια τους(...)»
Στην περιοχή Αγίου Νικολάου, ο Ανθυποσμηναγός Ελευθέριος Αθανασάκης ανέφερε ότι είχε πρόβλημα επάρκειας καυσίμων και προέβη σε αναγκαστική προσγείωση. Επιχείρησε να διαφύγει από μια Γερμανική περίπολο που τον καταδίωξε. Χρησιμοποίησε το περίστροφο του για άμυνα και καταδιωκόμενος σκοτώθηκε την ίδια μέρα από Γερμανική σφαίρα. Η θυσία του αυτή είναι μια ακόμη μαρτυρία για τα ιδανικά που εμψύχωσαν τους ελεύθερους Έλληνες της Μ. Ανατολής. Πέταξε για να βοηθήσει στο ξεσκλάβωμα της πατρίδας του, και πέφτοντας — τόξερε πως θα πέσει αναζήτησε την ελευθερία, προτιμώντας θάνατο απ' το στρατόπεδο συγκεντρώσεως. Τα ελληνικά αεροσκάφη πέταξαν και προς το Ηράκλειο: «Με κατεύθυνση το Ηράκλειο –αναφέρει πάλι ο Κόκκας- περνάμε σ' ένα καταυλισμό που κυμάτιζε πάλι ο αγκυλωτός σταυρός, ενώ πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα ήσαν σκορπισμένα μέσα στο στρατόπεδο. Οι Γερμανοί με την ευκαιρία της καλοκαιρινής μέρας κολυμπούν στη διπλανή ακτή, και έτσι μέσα απ' τα σκοπευτικά μας είχαμε την ευκαιρία ν' απολαύσουμε ένα εξαιρετικό θέαμα καθώς πατούσαμε το κουμπί των πολυβόλων και ακούγαμε το εκδικητικό κελάιδισμα των πυροβόλων μας. Τα βλήματα σήκωναν εκατοντάδες μικρές στήλες νερού ανάμεσα στους Γερμανούς, και πολύ σύντομα τα αφρισμένα κύματα κοκκίνισαν από το αίμα των κατακτητών(...) Μέσα από τις ελιές, σαν πύρινες αράχνες μας κυνηγούν δίχτυα των αντιαεροπορικών, και μας ζώνουν επικίνδυνα. Λίγο πιο κάτω μια έκρηξη, στον αέρα από βαρύ βλήμα α/α, ρίχνει τον Διοικητή της 94 Μοίρας σε θανάσιμη κατακόρυφη πτώση. Ακριβώς δεξιά μου πετάει ο συμμαθητής μου Ανθ/γός Σκάντζικας και μου κάνει νόημα με τον αντίχειρα κάτω πως κτυπήθηκε. Τ' αεροπλάνο του είναι σκεπασμένο με λάδια που φανερώνει τι πρόκειται να συμβεί στον συνάδελφο μου. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα... Το Ηράκλειο έχει μαυρίσει απ' τους καπνούς που αφήνουν τα α/α με τις εκρήξεις τους. Ο σχηματισμός μας παρακάμπτει το φραγμό επιτυχώς... Μέχρις εδώ είχαμε πετύχει τον αιφνιδιασμό. Όμως τα «ΜΕ 109» είχαν πια σηκωθεί και μας περίμεναν, μα τα «Spitfires» πρόφτασαν να εμπλακούν μαζί τους σε μια ηρωική αερομαχία που γίνηκε στη Δ. Κρήτη(...)»

Ο Έλληνας χειριστής πήδηξε με το αλεξίπτωτο και συνελήφθη αιχμάλωτος σχεδόν αμέσως.

Μετά το πέρας της αποστολής στην Κρήτη, η επιστροφή των συμμαχικών σχηματισμών αποδείχτηκε ιδιαίτερα δύσκολη από αντιαεροπορικά πυρά, μηχανικές βλάβες και η έλλειψη καυσίμων από διαρροές δεν επέτρεψαν την επιστροφή και των επισμηνιών Βασ. Δούκα και Μαυρικίου Λάϊτμερ, της 335 ΜΔ, οι οποίοι βρήκαν το θάνατο.


Δύο μήνες αργότερα , με τηλεγράφημα που έφτασε στην προϊσταμένη Αγγλική Πτέρυγα , ανακοινώθηκε στην 336 ΜΔ ο θάνατος του έως τότε θεωρούμενου αιχμάλωτου Έλληνα χειριστή.


Μετά λύπης σας γνωρίζουμε ότι ο ανθυποσμηναγός Σωτήρης Σκάντζικας (213) της Ε.Β.Α., ανήκων στην μονάδα σας, απολεσθείς την 23-7-1943 (*) και αιχμαλωτισθείς, φέρεται νυν ως αποθανών, εν αιχμαλωσία. Όπως πληροφορήθηκε το υπουργείο αεροπορίας, ο ανωτέρω αξιωματικός εφονεύθη βληθείς την 25η Μαρτίου 1944, καθ’ ον χρόνον προσεπάθει να δραπετεύσει εκ του στρατοπέδου αιχμαλώτων Stalag Luft ΙΙΙ.


(*) όπως αποκαλύφθηκε στην δίκη της Νυρεμβέργης αλλά και από την εξονυχιστική έρευνα της RAF μεταπολεμικά, ο Σκάντζικας θεάθη ζωντανός για τελευταία φορά στις 30 Μαρτίου.

Αθάνατος!

Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Διαβάστε περισσότερα...

Τίμησαν τον Κώστα Περρίκο

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

H ανατίναξη της ναζιστικής ΕΣΠΟ υπήρξε μια από
τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις σαμποτάζ στην
κατεχόμενη Ευρώπη
Σε μία σεμνή τελετή στον χώρο που ήταν τα γραφεία της ΠΕΑΝ  (Πανελλήνιος Ένωσις Αγωνιζομένων Νέων) επί κατοχής [Φιλαρέτου 108, Καλλιθέα , Αθήνα ] και το οποίο σήμερα αναπαλαιώνεται, ετιμήθη χθες ο Αρχηγός της και αντιστασιακός αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας Κώστας Περρικος και οι συναγωνιστές τους για την αντιστασιακή τους δράση με κορυφαία εκείνης της ανατίναξης της ΕΣΠΟ (Εθνικοσοσιαλιστική οργάνωση συνεργαζομένη με τα SS) τον Σεπτέμβρη του 1942. Στη συνέχεια ο Κ. Περρικος και οι συντροφοί του εκτελέστηκαν στην Καισαριανή το 1943.

Αρχικώς ετελέσθη επιμνημόσυνη δέηση για τους δολοφονηθέντες από τα γερμανικά εκτελεστικά αποσπάσματα, στελεχών της ΠΕΑΝ, και στη συνέχεια ακολούθησαν ομιλίες σε παρακείμενο κινηματοθέατρο.

Μίλησαν εκπρόσωποι των Χιακων Οργανώσεων (ο Κ. Περρικος κατηγετο από τη Χιο), ο Αντισμήναρχος [Ι] Παντελής Βατάκης , ως κεντρικός ομιλητής και ,ο Καθηγητής Βασίλης Φίλιας, ο οποίος ως νεαρός μαθητής τότε ηταν εκ των βασικών μελών της Ιεράς Ταξιαρχίας οργάνωσης συνδεδεμένης με την ΠΕΑΝ και η οποία δραστηριοποιήθηκε στον μαθητικό χωρο, κυρίως μετά την εκτέλεση των παραπάνω ηρωικών στελεχών της ΠΕΑΝ.

Τη σεμνή τελετή έκλεισε χορωδία ,συνοδεία καλλιτεχνων, Χιακων οργανώσεων, η οποία απέδωσε με εξαιρετική επιτυχία αντιστασιακά έργα αναφερόμενα στην εποχή, κυριως των συνθετων Μίκη Θεοδωράκη, και Μάνου Χατζιδακη.

Επισυνάπτεται η ομιλία του Αντισμηνάρχου Παντελή Βατακη , καθώς και στο παρακάτω link μπορείτε να βρείτε στα τευχη 6,7 και 8 άρθρα του Αντισμηνάρχου Π.Βατακη για τον Κώστα Περρικο.
http://www.haf.gr/el/articles/artices_ikaros.asp

Δημήτρης Αλευρομάγειρος


Σημ Εν Κρυπτώ: το παραπάνω απόσπασμα από τον λογαριασμό facebook του αντιστράτηγου ε.α. και επίτιμου γενικού επιθεωρητή στρατού Δημήτρη Αλευρομάγειρου, ο οποίος το '74 υπερασπίστηκε την Λευκωσία με το 336 Τάγμα Κυπριακής Εθνοφυλακής (1,2)

Διαβάστε περισσότερα...

Ανάσυρση γερμανικού Αrado Ar-196 στην Νάξο

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

H πτέρυγα του Αrado Ar-196
(Φωτογραφία Naxos news)
Έναν ακόμα μικρό θυσαυρό του Ελληνικού αρχιπελάγους έφερε στην επιφάνεια τις προηγούμενες ημέρες ανεμότρατα στην Νάξο. Πιο συγκεκριμένα οι Ναξιώτες ψαράδες, ανέσυραν ένα γερμανικό υδροπλάνο Arado Ar-196 της εποχής του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, βορειοανατολικά του νησιού.

Πρόκειται για το δεύτερο Ar-196 που ανασύρεται στην συγκεκριμένη περιοχή.  To 1982, το ψαράδικο Ροβινσών του Ναξιώτη καπετάνιου Σαράντη Οικονόμου, παρέσυρε με τα δίχτυα του (στο 36° 49'βόρειο, 25° 22' ανατολικό σε βάθος περίπου 91μ) τα συντρίμμια ενός Arado AR 196. Για να μην ξαναμπλέξει στα δίχτυα και άλλη φορά, το τράβηξε μέχρι τον πλησιέστερο όρμο Αλιμνιά (συνηθισμένη ονομασία για νησίδες και βραχονησίδες, που με την ιταλική παραφθορά έγιναν "'Ιμια") της Ηρακλειάς, νοτιοανατολικά της Νάξου όπου και το απόθεσε. Η δράση των γερμανικών υδροπλάνων στην κατεχόμενη Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα πλούσια, όπως περιγράφει στο εξαιρετικό άρθρο του (Πτήση 2/1995) ο ιστορικός Δημήτρης Βογιατζής.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 1943 οκτώ Beaufighter Mk.VI της 252ης Μοίρας και της 227ης από την Λεμεσό (Ακρωτήρι), επέδραμαν σε τρία γερμανικά πλοία που ελιμενίζοντο νοτιανατολικά της Νάξου, προκαλώντας ζημιές σε αυτά και καταρρίπτοντας ένα υδροπλάνο Ar196. Συγκεκριμένα το κονβόι αποτελούσαν δύο μεταγωγικά πλοία ένα των 5000 κόρων, ένα των 2000 κόρων, και κάποιο πλοίο συνοδείας των 500 κόρων. Με την άφιξη τους στην περιοχή ενεπλάκησαν πρώτα με τα υδρόπλανα συνοδείας καταρρίπτοντας ένα από αυτά από τον αρχηγό σχηματισμού, τον Επισμηναγό Κήθ Φώλκνερ.

(Φωτογραφία Naxos news)
(Φωτογραφία Naxos news)
(Φωτογραφία Naxos news)

Διαβάστε περισσότερα...

Δεκέμβριος 1940 : Η άφιξη της Luftwaffe στα Δωδεκάνησα

Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

Τον Δεκέμβριο του 1940 οι βρετανικές δυνάμεις στη Μεσόγειο προετοίμαζαν την κατάληψη των νησιών της Δωδεκανήσου: Ρόδου, επιχείρηση Cordite, Καρπάθου, επιχείρηση Αrmature,
Καστελορίζου, επιχείρηση Mandible (το Καστελόριζο είχε ιδιαίτερη σημασία λόγω της μικρής απόστασης απο την Κύπρο). Αναπάντεχα, στις 20 Δεκεμβρίου η Luftwaffe απέστειλε στη Ρόδο αεροπορικές δυνάμεις προς ενίσχυση της Ιταλικής Αεροπορίας στην περιοχή (!). Επρόκειτο για 17 βομβαρδιστικά Heinkell He 111 της II/KG26, μερικά αεροσκάφη αναγνώρισης Junkers JU88D της I(F)121 και μεταγωγικά JU52/3M που μετέφεραν προσωπικό και εφόδια στο νησί απο τη Σικελία. Tα αεροσκάφη αυτά στάθμευσαν αρχικά στο αεροδρόμιο Γαδουρά – Καλάθου Ρόδου και σε λίγες ημέρες ήταν έτοιμα να αναλάβουν τις πρώτες αποστολές.

Αεροδρόμιο Γαδουρά Καλάθου Ρόδου

Η άφιξη του αποσπάσματος της Luftwaffe στο ΝΑ Αιγαίο σήμανε για τους Βρετανούς την ανάγκη επιτάχυνσης της επιχείρησης Mandible. Τα λιμάνια της Κρήτης στο εξής θα αποτελούσαν το εφαλτήριο για την εξόρμηση των συμμαχικών αποβατικών σκαφών, όταν θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν και να οργανωθούν εκεί για να αρχίσουν την προσπάθεια κατάληψης της Δωδεκανήσου.

Τη νύχτα της 30 προς 31 Δεκεμβρίου 1940 η γερμανική αεροπορική δύναμη στη Ρόδο πραγματοποίησε την πρώτη επιχείρηση  απο το νησί. Επρόκειτο για την αποστολή  μερικών He 111 της ΙΙ/KG26, που πραγματοποίησαν αεροναρκοθέτηση στην θαλάσσια ζώνη της Διώρυγας του Σουέζ. Πάνω απο τη περιοχή του στόχου τα πληρώματα αντιμετώπισαν σποραδικά αντιαεροπορικά πυρά αλλά όλα επέστρεψαν με ασφάλεια στη βάση τους. Η τελευταία ημέρα του 1940 σηαμδεύτικε απο τις πρώτες Γερμανικές απώλειες στη Ρόδο, όταν ένα JU52/3M συνετρίβη στο νησί σκοτώνοντας το 3μελές πλήρωμά του.

Ο Ιανουάριος της νέας χρονιάς κύλησε με σχετική αδράνεια στον τομέα των επιχειρήσεων στο Αιγαίο. Οι αντίπαλοι προσπαθούσαν να ενισχύσουν τις δυνάμεις και την παρουσία τους στην περιοχή. Όμως η κακοκαιρία εμπόδιζε τις πτήσεις.

Αεροδρόμιο Μαριτσών Ρόδου

Στις αρχές Φεβρουαρίου του 1941 οι Βρετανοί άρχισαν ένα νέο κύκλο αεροπορικών επιδρομών κατά των αεροδρομίων της Ρόδου, προσπαθώντας να εξουδετερώσουν τις δυνάμεις του Άξονα. Έτσι τη νύχτα της 4 προς 5 Φεβρουαρίου 3 βομβαρδιστικά Wellington της 37 μοίρας πετώντας απο βάση της Αιγύπτου βομβάρδισαν και πολυβόλησαν αεροσκάφη και εγκαταστάσεις στο αεροδρόμιο των Μαριτσών Ρόδου. Τέσσερις νύχτες αργότερα, στις 8 προς 9 Φεβρουαρίου 1941, δύο ακόμα Wellington της ίδιας μοίρας επέδραμαν εναντίον της αεροπορικής βάσης Γαδουρά Καλάθου Ρόδου καταστρέφοντας αεροσκάφη και ποσότητες αποθηκευμένων καυσίμων στο έδαφος. Λίγο αργότερα, πάνω απο τη ίδια περιοχή εμφανίστηκαν 8 ακόμα Wellington της 38 μοίρας που επανέλαβαν τον βομβαρδισμό ενώ η βάση φωτιζόταν απο τις πυραγιές που είχε προκαλέσει η προηγούμενη επιδρομή. Την επόμενη νύχτα οι Βρετανοί, αξιολογόντας τις αναφορές των πληρωμάτων που συμμετείχαν στις προηγούμενες επιδρομές, εξαπέλυσαν μια ακόμα επίθεση με 7 βομβαρδιστικά της 37 μοίρας εναντίον του αεροδρομίου Γαδουρά, προκαλώντας κυρίως καταστροφές εφοδίων και μερικών Ιταλικών αεροσκαφών που ήταν σταθμευμένα.

Μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του Καστελορίζου , στις 25 Φεβρουαρίου του 1941, οι Βρετανοί επικεντρώθηκαν στην αεροπορική κάλυψη της Κρήτης και των συμμαχικών νηοπομπών στο Αιγαίο, συγκεντρώνοντας αεροπορικές δυνάμεις απο το υστέρημά τους απο το βορειο αφρικανικό μέτωπο και τα αεροπλανοφόρα του Στόλου της Μεσογείου.

Η Luftwaffe εδρεόνοντας τη θέση της στα Δωδεκάνησα, μαζί με την Ιταλική αεροπορία, συνέχισαν τις επιδρομές εναντίον νηοπομπών και προετοιμάζοντας το έδαφος για την κατάλυψη της Κρήτης.

Πηγή

Διαβάστε περισσότερα...

Το Ελληνικό Επιχειρησιακό Συγκρότημα/Greek Operational Group

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012



Η Ελληνική σημαία κυματίζει δίπλα στην Αμερικανική κατά την παρέλαση του 122ου Ελληνοαμερικανικού Τάγματος στο στρατόπεδο Carson Colorado μπροστά από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Φράνκλιν Ρούσβελτ και τον Στρατηγό Τζόρτζ Μάρσαλ, αρχές του1943. Είναι η μοναδική φορά που επετράπη σε ξένη σημαία να παρελαύνει με αμερικανικό στρατιωτικό τμήμα, δίπλα στην αμερικανική. Οι στρατιώτες ήταν Αμερικανοί υπήκοοι ελληνικής καταγωγής και Έλληνες μετανάστες που δεν είχαν αποκτήσει ακόμη την αμερικανική υπηκοότητα. This photo, taken in Camp Carson, Colorado in early 1943, pictures the first and only time a foreign flag was allowed to fly next to the American flag leading a United States Armed Forces group on American soil. Passing in review for President Franklin Delano Roosevelt and US Army Chief General George C. Marshall, the soldiers were Greek-American and Greek Immigrants, many of whom were not yet American citizens.



Όπως φαίνεται από τις διηγήσεις των βετεράνων Eλληνοαμερικανών κομάντος, ή άφιξή τους στην πατρίδα Ελλάδα, τους γέμισε από αισθήματα χαράς και με μεγάλο ενθουσιασμό πολέμησαν τον κατακτητή. Παράλληλα όμως είχαν αρχίσει να αντιλαμβάνονται ότι η υπόθεση της αντίστασης στην Ελλάδα δεν θα είχε καλό τέλος, βλέποντας την έντονη πολιτικοποίηση των ανταρτών. Οι σχέσεις των τελευταίων με τους Βρετανούς, αν και αγωνίζονταν 3 χρόνια μαζί, δεν ήταν και τόσο εγκάρδιες, γιατί τους έβλεπαν να υποστηρίζουν την μοναρχία και δεν προσεταιρίζονταν τις ιδέες της αριστερής παράταξης. Και οι ίδιοι δεν είχαν πολύ στενές σχέσεις με τους αντάρτες οι οποίοι έδειχναν πολύ κουρασμένοι και ανήσυχοι, μετά από 4 χρόνια στο βουνό!

Η διοίκηση του OSS, για να επιτύχει την απόλυτη ουδετερότητα και την αποφυγή ανάμειξης των τμημάτων της στις εσωτερικές διαμάχες, αλλά και για λόγους ασφαλείας πληροφοριών, είχε δώσει ρητή εντολή να μην μιλούν ελληνικά και να επιδιώκουν να συνεννοούνται μέσω των Βρετανών συνδέσμων. Αυτό το μέτρο αν και φάνηκε υπερβολικό και δύσκολο για τους νεαρούς ομογενείς, που πρώτη φορά βρίσκονταν στην ελληνική γη, τηρήθηκε σε μεγάλο βαθμό. Υπήρξαν όμως και  περιπτώσεις που δεν άντεξαν στο πειρασμό. Ειδικότερα τους φάνηκε πολύ σκληρό το ότι δεν τους επιτράπηκε να επισκεφθούν την Αθήνα, λίγο πριν αναχωρήσουν αεροπορικώς από Ελλάδα για Ιταλία από το Τατόι, για λόγους ασφαλείας, όπως τους είπαν τότε. Δεν είχαν βέβαια σχέση με τις απώτερες επιδιώξεις της αμερικανικής πολιτικής. Ήταν απλοί καταδρομείς μαχητές.

Η Αμερικανική διοίκηση, διαβλέποντας τις άσχημες πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα και για να αποφύγει την περίπτωση αιχμαλωσίας των στρατιωτών της από τους αντάρτες αν τα πράγματα έπαιρναν άσχημη τροπή, ή το αντίθετο, να διαθέσει αυτούς τους άνδρες να στραφούν εναντίον των ανταρτών, με τους οποίους είχαν πολεμήσει σχεδόν μισό χρόνο μαζί τους Γερμανούς, τους απέσυρε εσπευσμένα το τελευταίο 10ήμερο του Νοεμβρίου του 1944 και τους μετέφερε στην Ιταλία.Το Ελληνικό Επιχειρησιακό Συγκρότημα διαλύθηκε και το προσωπικό του μοιράστηκε σε άλλες ειδικές μονάδες. H δράση αυτού του Συγκροτήματος τηρήθηκε μυστική με διαβάθμιση "Άκρως Απόρρητη" από τις αμερικανικές αρχές, ακόμη και μετά τον πόλεμο. Λεπτομέρειες για τη δράση του αποδεσμεύτηκαν και ήλθαν στο φως το 1988.

Κατά τις επιχειρήσεις στην Ελλάδα, σύμφωνα με έγγραφα του Αμερικανικού Υπουργείου Πολέμου εκείνης της εποχής, έδρασαν 12 Ελληνοαμερικανοί αξιωματικοί και 130 υπαξιωματικοί, καταδρομείς. Φονεύθηκαν 3 και τραυματίσθηκαν 23, κατά την διάρκεια 76 καταδρομικών ενεργειών. Συνολικά εκτελέσθηκαν: 14 προσβολές σιδηροδρομικών συρμών εκ των οποίων 11 μηχανές και 32 βαγόνια καταστράφηκαν ολοσχερώς. 25 Ενεδρευτικές προσβολές σε 5 φάλαγγες οχημάτων εφοδιασμού και 61 φορτηγά αυτοκίνητα καταστράφηκαν. Καταστροφές σε 15 γέφυρες διαφόρων τύπων και σε 9 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών.

Οι απώλειες του εχθρού σε προσωπικό, εκτιμήθηκαν σε 2000 νεκρούς και τραυματίες.

Σε ένδειξη αναγνώρισης του αγώνα των Ελληνοαμερικανών πολεμιστών καταδρομέων, η Ελληνική πολιτεία, σε ειδική τελετή με την παρουσία ζώντων βετεράνων και της τότε ηγεσίας του ΥΕΘΑ, εγκαινίασε τον Μάιο του 2005 ένα μνημείο προς τιμήν τους, που βρίσκεται  στο Πάρκο των Ενόπλων Δυνάμεων επί της λεωφόρο Κατεχάκη.

Επίσης με μέριμνα της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού, έχει εκδοθεί ένα βιβλίο με τον τίτλο "Οι Ελληνοαμερικανοί Εθελοντές στην Εθνική Αντίσταση : Ιστορικό των Επιχειρήσεων στην Ελλάδα του 2671 Ανεξάρτητου Ειδικού Τάγματος Αναγνωρίσεων (23 Απριλίου - 20 Νοεμβρίου 1944)( Γενικό Επιτελείο Στρατού, Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, Αθήνα, 2005), συγγραφέας του οποίου, είναι ο  Ιερολοχίτης Στρατηγός Κ. Κόρκας.




Ο Τότε ΥΕΘΑ στα αποκαλυπτηρια του Μνημείου για τους Εθελοντές του 122ου Τάγματος στο Άλσος Στρατόύ στην Κατεχάκη το 2005.

Φωτογραφίες Άγγελος Τσουλούφας.



Πηγές:tolmwnnika.blogspot.gr, http://www.pahh.com/oss/toc.html


Ευχαριστούμε τον φίλο Aviationlive για την επισήμανση της εκπομπής του Σκάϊ
null

Διαβάστε περισσότερα...
“Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια, μη φοβηθείς το χαλασμό.

Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα, π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει, κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων!..

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!"

Κωστής Παλαμάς
«Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται,ζυγόν δουλείας ας έχωσι·

θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία»


Α.Κάλβος
«Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει από τον φόβο τον Τούρκο, που είναι σκλάβος του φόβου του, που θέλει να ζήσει όπως και να είναι. Που κάνει τον ψόφιο κοριό για να μην τον πατήσει κάποιος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα».

Ίωνας Δραγούμης

  © Free Blogger Templates Columnus by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP