Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρασιατική Εκστρατεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μικρασιατική Εκστρατεία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιατί αυτοί νίκησαν και εμείς ηττηθήκαμε;

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ - Η οχύρωση της εξέχουσας



Γράφει ο Αρματιστής

Γενικά στοιχεία περί οργανώσεως εδάφους

Ορισμένοι στρατιωτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι στη σημερινή εποχή η οργάνωση εδάφους μιας αμυντικής τοποθεσίας αποτελεί ένα αναχρονισμό που επιβάλει σημαντικούς περιορισμούς στις σκέψεις και τις ενέργειες μιας στρατιωτικής δύναμης και που έχει σαν τελικό αποτέλεσμα την ήττα αυτής. Η υπόψη θεώρηση εντάσσεται στον αέναο ανταγωνισμό «θώρακος – δόρατος» και φέρει σημαντικά στοιχεία αλήθειας, αλλά και ψεύδους. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ακόμη και σήμερα, όλες οι στρατιωτικές δυνάμεις (παγκοσμίως) και ειδικά αυτές που αντιμετωπίζουν προβλήματα ασφάλειας, οργανώνουν το έδαφος των τοποθεσιών που κατέχουν, με τη κατασκευή διαφόρων έργων, εύρους, μεγέθους και αντοχής ανάλογα με το διαθέσιμο χρόνο και τις προβλέψεις της αμυντικής τους σχεδίασης. Ακόμη και οι χώρες που στηρίζουν την αμυντική τους ικανότητα στα πλέον σύγχρονα οπλικά συστήματα, συνεχίζουν να οχυρώνουν τις αμυντικές τους τοποθεσίες και να προστατεύουν με διάφορα έργα οχυρωτικής στρατιωτικές βάσεις, στρατόπεδα και βάσεις επιχειρήσεων σε περιοχές πολεμικών επιχειρήσεων και γενικά κρίσιμες εγκαταστάσεις.


Η κρατούσα σήμερα άποψη στον Ελληνικό Στράτο, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από το Εγχειρίδιο Εκστρατείας (ΕΕ 100-1) «Επιχειρήσεις Χερσαίων Δυνάμεων», θεωρεί την οργάνωση εδάφους – «οχύρωση» μιας αμυντικής τοποθεσίας από τη δύναμη που έχει σαν αποστολή να αμυνθεί επ’ αυτής, απόλυτα επιβεβλημένη και αναπόσπαστο μέρος της όλης αμυντικής οργάνωσης. Και αν αυτό ισχύει σήμερα, είναι βέβαιο ότι ίσχυε με ακόμη μεγαλύτερη ένταση τη περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας, την επομένη μάλιστα του πολέμου χαρακωμάτων του Μεγάλου Πολέμου.

Σκοπός της οργάνωσης εδάφους, μιας τοποθεσίας, είναι:

1.Η επαύξηση της αποτελεσματικότητας των πυρών της αμυνόμενης δύναμης.
2.Η παρεμπόδιση της αποτελεσματικότητας των πυρών του επιτιθέμενου.
3.Η διευκόλυνση των κινήσεων του αμυνομένου και η παρεμπόδιση των κινήσεων του επιτιθέμενου.

Οι παραπάνω αναφερόμενοι στόχοι της οργάνωσης εδάφους μιας τοποθεσίας είναι διαχρονικοί και κατά τη περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας και με βάση και την εκ του Μεγάλου Πολέμου αποκτηθείσα εμπειρία, επιτυγχάνονταν κυρίως, με:

1.Τη κατασκευή – εκσκαφή σε δεσπόζοντα εδάφη, διαδοχικών γραμμών βαθέων χαρακωμάτων μάχης συνδεομένων μεταξύ τους δια ορυγμάτων συγκοινωνίας, σκεπάστρων προστασίας προσωπικού και υλικού, θέσεων βολής για τα πολυβόλα, πυροβολείων, παρατηρητηρίων, σταθμών διοικήσεως κλπ.
2.Την εγκατάσταση πυκνών σειρών συρματοπλεγμάτων.
3.Τη διάνοιξη οδών για τη ευχερή μετακίνηση του πυροβολικού και των εφεδρειών.
4.Τη ταφή των τηλεφωνικών γραμμών και
5.Την οργάνωση διαδοχικών προς τα πίσω αμυντικών τοποθεσιών.

Σημαντικά στοιχεία για την οργάνωση εδάφους μιας αμυντικής τοποθεσίας:

1. Ο βαθμός οργανώσεως ήταν ανάλογος του διατιθέμενου χρόνου.

2. Η εκσκαφή των χαρακωμάτων απέβλεπε στη προστασία του προσωπικού από τα πυρά όπλων ευθυτενούς τροχιάς, καθώς και στη μερική προστασία από τα πυρά του πυροβολικού. Τα χαρακώματα βεβαίως δεν προσφέρουν προστασία από τις εγκαιροφλεγείς βολές του πυροβολικού ή από βλήματα που εκρήγνυνται εντός του χαρακώματος, ή σε επαφή με αυτό.


3. Κρίσιμα χαρακτηριστικά ενός χαρακώματος, ήταν: α) Το βάθος, που έπρεπε να είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το ύψος όρθιου ανδρός. β) Η δυνατότητα άνετης εκτέλεσης βολής από τη θέση του «ορθίως βάλλοντος». Και γ) Η κατασκευή παθητικών σκεπάστρων προστασίας ή και σκεπάστρων βομβαρδισμού, για τη προστασία του προσωπικού, των σταθμών διοικήσεως, των υλικών και των πυρομαχικών από την βολή του εχθρικού πυροβολικού. Για το προσωπικό που επάνδρωνε το πρόσθιο χαράκωμα μάχης, τα σκέπαστρα κατασκευάζονταν συνήθως στα πλευρά των τοιχωμάτων των χαρακωμάτων, ήταν δυναμικότητας 1-2 ανδρών και αποτελούσαν συγχρόνως και τους χώρους ενδιαίτησης του προσωπικού.

4. Καμιά τοποθεσία δεν ήταν (είναι) δυνατό να διατηρηθεί χωρίς σκέπαστρα προστασίας ικανής αντοχής, επειδή η συγκεντρωτική βολή του εχθρικού πυροβολικού θα είχε σαν αποτέλεσμα τρομαχτικές απώλειες στην αμυνόμενη δύναμη, σοβαρό κλονισμό του ηθικού και τελικά την εγκατάλειψη ή την απώλεια της τοποθεσίας. Ως εκ τούτου επιβαλλόταν (αι) όπως κατά τη διάρκεια της προπαρασκευής της επιθέσεως με το σφοδρό βομβαρδισμό της τοποθεσίας από το πυροβολικό, το προσωπικό να παραμένει υπό κάλυψη σε σκέπαστρα μεγάλης αντοχής.


5. Τα σκέπαστρα κατασκευάζονταν με βαθειά εκσκαφή του εδάφους και καλύπτονταν από επάλληλες σειρές κορμοξυλείας, λαμαρίνες, χώμα, πέτρες και άλλα υλικά. Μετά την άρση και μετατόπιση των πυρών υποστήριξης του πυροβολικού, οι αμυνόμενοι καταλάμβαναν τις θέσεις τους στα χαρακώματα για την απόκρουση της εφόδου του πεζικού.

6. Άλλα σημαντικά στοιχεία κατά την εκσκαφή των χαρακωμάτων ήταν ο αναβαθμός προς τη πλευρά του εχθρού επί του οποίου μπορούσε να σταθεί ο οπλίτης για να εκτελέσει βολή από τη θέση του ορθίως βάλλοντος, το αυλάκι για την απορροή των υδάτων, η υποστήριξη των τοιχωμάτων τους με κορμούς δένδρων – ξυλεία - γαιόσακους – συρματόπλεγμα και άλλα υλικά, για μεγαλύτερη αντοχή στη βολή του πυροβολικού.

7. Σε πετρώδη εδάφη όπου η εκσκαφή του εδάφους ήταν έως αδύνατη, κατασκευαζόταν διπλή ξερολιθιά σημαντικού πάχους με όσο το δυνατόν μεγάλες πέτρες (σχετική εικόνα στο ΜΕΡΟΣ Ι, από τις Τουρκικές οχυρώσεις στο Γιλντίζ Νταγκ).

Το γενικό συμπέρασμα από τις μάχες του 1ου ΠΠ είναι, ότι οι ισχυρά οργανωμένες τοποθεσίες δεν καταλαμβάνονταν, ή καταλαμβάνονταν ύστερα από συστηματικό βομβαρδισμό πυροβολικού και τη καταβολή τρομακτικού φόρου αίματος. Το υπόψη συμπέρασμα επιβεβαιώθηκε και από τις μάχες που έδωσε το καλοκαίρι του 1921 ο ΕΣ στις μάχες γύρω από τη Κιουτάχεια και πέρα του Σαγγάριου.

Υπόψη ότι και σήμερα, την εποχή των ψηφιακών ηλεκτρονικών, των κατευθυνόμενων βλημάτων, των μηχανών, καθώς και όλων των άλλων παραγόντων που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο πόλεμο, ελάχιστα έχουν επηρεαστεί οι επιδιωκόμενοι δια της οργανώσεως του εδάφους σκοποί. Αντιθέτως, η οργάνωση εδάφους σήμερα, χαρακτηρίζεται από άλλη κλίμακα μεγεθών, είναι άλλης μορφής, στηρίζεται πάρα πολύ στα διαφόρων είδη κωλύματα και είναι πολύ μεγαλυτέρων απαιτήσεων από αυτή του 1922.

Η οχύρωση της εξέχουσας

Από τα τέλη Σεπτεμβρίου 1921 που η Μικρασιατική Στρατιά εγκαταστάθηκε στη γενική γραμμή Κίος – ανατολικά (Εσκή Σεχήρ, Σεϊντή Γαζή, Αφιόν) – νότια Αφιόν – νότια Ουσάκ – Μαίανδρος - Αιγαίο, καλύπτοντας έτσι τους ζωτικούς χώρους του Εσκή Σεχήρ, του Αφιόν και τη σιδηροδρομική γραμμή Σμύρνη – Αφιόν - Δορύλαιο. Το τεράστιο αυτό μέτωπο επιβαλλόταν να ισχυροποιηθεί άμεσα με έργα οχυρωτικής, τουλάχιστο στα πλέον ζωτικά του σημεία, προκειμένου να υπάρχει η δυνατότητα διατήρησης του σε περίπτωση Τουρκικής επίθεσης. Σημείο ιδιαίτερης σημασίας αποτελούσε η τοποθεσία που περιέβαλε το Αφιόν, στην οποία η οχύρωση επιβαλλόταν να λάβει εξαιρετική μορφή λόγω της μεγίστης τρωτότητας που παρουσίαζε.

Στο χρονικό διάστημα όμως των 10 περίπου μηνών που μεσολάβησαν από το Σεπτέμβριο του 1921 μέχρι και την 13η Αυγούστου του 1922, τα αποτελέσματα που επετεύχθησαν στο άκρως σημαντικό και κρίσιμο ζήτημα της αμυντικής ισχυροποίησης της εξέχουσας του Αφιόν, θα πρέπει να τα κρίνουμε ως μάλλον απογοητευτικά με βάση τα αναφερόμενα σε επίσημες πηγές, φωτογραφίες εποχής, τα σημερινά απομεινάρια εκείνων των οργανώσεων, καθώς και της επιρροής που άσκησαν οι υπόψη οργανώσεις στο αποτέλεσμα της αμυντικής μάχης της 13ης και 14ης Αυγούστου 1922.


Πριν προχωρήσουμε στη περιγραφή της οργάνωσης εδάφους που πραγματοποιήθηκε και στη δικαιολόγηση του παραπάνω γενικού χαρακτηρισμού, είναι αναγκαίο να παραθέσουμε ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία που αφορούν τις πρακτικές γνώσεις, την εμπειρία και την ικανότητα της Μικρασιατικής Στρατιάς να ισχυροποιήσει διά έργων οχυρωτικής, την πολύ εκτεταμένη αμυντική τοποθεσία στην οποία εγκαταστάθηκε και στην οποία με βάση κυβερνητικές αποφάσεις, προβλεπόταν να παραμείνει επί μακρό διάστημα και να «αμυνθεί μέχρις εσχάτων και άνευ ιδέας υποχώρησης», σε περίπτωση Τουρκικής επίθεσης.

Η προϊστορία

Μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1921, ο Ελληνικός Στρατός δεν είχε βρεθεί στην ανάγκη να εγκατασταθεί για μακρό χρονικό διάστημα σε κάποια αμυντική τοποθεσία, την οποία θα έπρεπε να οχυρώσει, προκειμένου να καλύψει κάποιο σημαντικό ζωτικό χώρο. Ως εκ τούτου, δεν διέθετε σχεδόν καμιά πρακτική γνώση και εμπειρία στην ισχυροποίηση μιας τοποθεσίας μέσω εργασιών οργάνωσης εδάφους - οχύρωσης. Κατά βάση οι γνώσεις του ΕΣ στα αναφερόμενα ζητήματα, ήταν μάλλον θεωρητικές, στις οποίες είναι πλέον ή βέβαιο ότι είχε προστεθεί η εμπειρία από τις επιδόσεις και τις ικανότητες άλλων στρατών, από το 1912 και μετέπειτα. Η μέχρι τότε πρακτική γνώση το Ε.Σ., πήγαινε πίσω στο 1821 και στα γνωστά ταμπούρια, στα προχώματα και τους φράκτες των αγώνων για την ελευθερία του έθνους. Δηλαδή στη κατασκευή μιας μεμονωμένης ή συνεχούς ξερολιθιάς για τη προστασία του μαχητή από τις βολίδες των καρυοφυλλιών.

Τα ταμπούρια μάλιστα, φαίνεται ότι έχουν ριζώσει βαθιά στη Ελληνική στρατιωτική συνείδηση. Στο Μικρασιατικό μέτωπο, είναι έντονη η παρουσία τους. Αλλά και στα μεταγενέστερα χρόνια και αναφέρομαι στη δική μου εμπειρία από την εποχή που ήμουν μαθητής στη Σχολή Ευελπίδων (στην οποία η γενική στρατιωτική εκπαίδευση αφορούσε αποκλειστικά το πεζικό), στις ΤΑΜΣ άμυνας πιάναμε μια θέση, κατασκευάζαμε «ταμπούρια» και αυτό ήταν απόλυτα αποδεκτό. Ποτέ, μα ποτέ, δεν μπήκαμε στη διαδικασία να σκάψουμε έστω ένα απλό όρυγμα γονυπετώς βάλλοντος. Αλλά ακόμη και σχετικά πρόσφατα, στις διάφορες ασκήσεις που συμμετείχα ή παρακολούθησα, το πεζικό συνέχιζε να στήνει «ταμπούρια» ή να σκάβει ένα ρηχό λάκκο, αν και το συνηθέστερο δεν εκτελούσε καμιά εργασία οργάνωσης εδάφους. Και αυτό είναι φανερό στις φωτογραφίες και στα video που δημοσιοποιεί το ΓΕΣ από τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες των Μονάδων. Και αν το 1921 και 1922 η οργάνωση εδάφους αφορούσε κατά πρώτο λόγο το πεζικό και κατά δεύτερο το πυροβολικό, σήμερα η ισχυροποίηση μιας αμυντικής τοποθεσίας έχει προσλάβει εντελώς άλλη μορφή και αφορά όλα τα όπλα και σώματα. Διότι η επιβιωσιμότητα όλων των μονάδων, όπλων και σωμάτων, επί, εγγύς και μακριά από την αμυντική τοποθεσία, αποτελεί το κρισιμότερο παράγοντα για την επίτευξη της νίκης. Επί του προκείμενου τώρα:



Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897

Είναι πλέον ή βέβαιο ότι δεν έγινε οργάνωση εδάφους καμιάς αμυντική τοποθεσία.

Βαλκανικοί πόλεμοι

Στους υπόψη πολέμους ο Ε.Σ. διεξήγαγε αποκλειστικά και μόνο επιθετικές επιχειρήσεις και ως εκ τούτου δεν απαιτήθηκε, να εγκατασταθεί επί μακρό σε κάποια τοποθεσία, την οποία και να οργανώσει αμυντικά. Πιστεύω όμως, ότι οπωσδήποτε όλοι κάτι θα «αποκόμισαν» από τις μόνιμες οχυρώσεις του Σαρανταπόρου και του Μπιζανίου, αλλά πολύ περισσότερο από το εύρος και την ποιότητα των Βουλγαρικών οργανώσεων εδάφους στο Κιλκίς και στο Λαχανά, που τόσο αίμα χύθηκε για την εκπόρθηση τους. Οπωσδήποτε αποκτήθηκε σημαντική εμπειρία μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων, όταν αποφασίστηκε και εκτελέστηκε ευρεία οχύρωση με ημιμόνιμα έργα της Ελληνοβουλγαρικής μεθορίου στις περιοχές Ρούπελ, Νευροκοπίου και Καβάλας, στις εργασίες της οποίας πέρα των συνεργείων οχύρωσης του Μηχανικού, συμμετείχαν και τα Τάγματα πεζικού για τη κατασκευή των έργων εκστρατείας.


1ος Παγκόσμιος Πόλεμος - Μακεδονικό Μέτωπο

Ο Ε.Σ. χρησιμοποιήθηκε κατά το τελευταίο έτος του πολέμου και ως εκ τούτου δεν συμμετείχε στην οργάνωση εδάφους του υπόψη μετώπου. Οι Μεραρχίες του Στρατού Εθνικής Άμυνας (Αρχιπελάγους, Σερρών, Κρήτης) που συγκροτήθηκαν πρώτες, χρησιμοποιήθηκαν κυρίως σε επιθετικές επιχειρήσεις στις μάχες του Ραβινέ, του Σκρα και της Δοϊράνης. Οι Μεραρχίες του Α’ Σ.Σ. (Ι, ΙΙ και ΧΙΙΙ) που επιστρατεύθηκαν τέλη του 1917 – αρχές του 1918, διατέθηκαν στο μέτωπο του Στρυμόνα και εγκαταστάθηκαν σε τοποθεσίες που ήδη είχαν οργανωθεί από τους Βρετανούς. Μετά το τέλος της μάχης του Σκρα οι Μεραρχίες του ΣΕΑ ασχολήθηκαν με την οχύρωση της τοποθεσίας που κατέλαβαν (με μέτωπο προς βορρά) και ως εκ τούτου απέκτησαν σχετική εμπειρία. Σύντομα όμως αντικαταστάθηκαν από Μεραρχίες που δεν έλαβαν μέρος στην επίθεση. Οι Μεραρχίες ΙΙΙ, ΙV και ΧΙV που επιστρατεύθηκαν τελευταίες δεν είχαν ουσιαστική συμμετοχή στις επιχειρήσεις διασπάσεως του μετώπου. Σε κάθε περίπτωση όμως, όλες οι Μεραρχίες ήρθαν σε επαφή και με τις αμυντικές οργανώσεις των συμμάχων που έφεραν τη σφραγίδα του Δυτικού Μετώπου, αλλά και με τις αντίστοιχες των Βουλγάρων εναντίον και των οποίων αγωνίστηκαν σε σημαντικές και αιματηρές μάχες για τη κατάληψη ισχυρά οργανωμένων τοποθεσιών όπως αυτές του Σκρα και της Δοϊράνης και ως εκ τούτου θα αποκόμισαν χρήσιμη γνώση. Είναι χαρακτηριστική η έκπληξη και ο θαυμασμός που εκφράζει για τις Βουλγαρικές οργανώσεις ο Λοχαγός Κλεάνθης Μπουλαλάς (στην ιστορία του 2ου Συντάγματος Πεζικού που συνέγραψε), όταν το Σύνταγμά του παρέλαβε από τους Βούλγαρους δύο οχυρά στη (περιοχή Σιδηροκάστρου Σερρών). Αναφέρει σχετικά:


Στις 20 Σεπτεμβρίου 1918 … το Σύνταγμα προχώρησε και κατέλαβε … τα οχυρά Νιχόρ και Τούμπιτσα (Νέος Σκοπός Σερρών), τα οποία οι Βούλγαροι έπρεπε να εγκαταλείψουν με βάση τη στρατιωτική σύμβαση που είχε γίνει ….. . Μια περιοδεία στα χαρακώματα μας δίνει την εικόνα της τεράστιας οργανώσεως που ‘χαν οι Βούλγαροι στον υποτομέα εκείνο. Το Νιχόρ και η Τούμπιτσα με τα διπλά χαρακώματα, τα διπλά συρματοπλέγματα, τα τεχνητά έλη, τα βαθύτατα (5-7 μέτρων) αμπρί, τους άπειρους σκαμμένους δρόμους συγκοινωνίας είχαν γίνει σωστά φρούρια απόρθητα. Η σιδηροδρομική γραμμή είχε γίνει ένα απέραντο αμπρί. Όλα τα δένδρα που άφθονα ήσαν άλλοτε στη περιφέρεια, είχαν κοπή για να χρησιμεύσουν οι κορμοί τους στην οχύρωση. Και μαζί μ’ όλα αυτά, σ’ όλη τη γραμμή τους είχαν προετοιμάσει πολλά πυροβολεία για να τοποθετούν τα πυροβόλα τους όταν ήταν ανάγκη. Τότε είδαμε πόσος άνισος ήταν ο αγώνας που κάναμε και στον οποίο την έλλειψη της ειδικής μας οχύρωσης αναπλήρωνε η ανδρεία του φαντάρου. Σταθήκαμε όμως τυχεροί γιατί αν γινόταν η επίθεση που είχε σχεδιαστεί, θα πληρώναμε πολύ ακριβά τη κατάληψη του Νιχόρ και της Τούμπιτσας».

Μικρασιατική Εκστρατεία

Ο Ελληνικός Στρατός κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα αντίπαλο ο οποίος επέδειξε αξιόλογη ικανότητα στη ισχυροποίηση αμυντικών τοποθεσιών. Ικανότητα που απέκτησε από προηγούμενες μάχες και εκστρατείες, όπως είναι αυτές που δόθηκαν στη Καλλίπολη, στο Καύκασο και στη Παλαιστίνη. Οι μάχες περί το Εσκή Σεχήρ τη Κιουτάχεια και την Άγκυρα αποτελούν ζωντανή μαρτυρία της ικανότητας του Τουρκικού στρατού στην επιλογή ισχυρών αμυντικών τοποθεσιών και στην υποδειγματική οργάνωση αυτών με έργα εκστρατείας. Ήδη από το πρώτο Μέρος του παρόντος κειμένου, έγινε εκτενής αναφορά στις οχυρωμένες τοποθεσίες ανατολικά του Σαγγάριου, οι οχυρώσεις των οποίων αν και κατασκευάστηκαν σε διάστημα ενός μηνός, είχαν μεγάλη έκταση, κάλυπταν αλλεπάλληλες γραμμές και τοποθεσίες, ήσαν μεγάλης αντοχής και το ίχνος τους συνεχίζει να διακρίνεται ακόμη πολύ καθαρά.


Τελικά, ο Ελληνικός Στρατός μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1921, ακόμη δεν είχε απαιτηθεί να «σκάψει» και μάλλον δεν γνώριζε και πως γινόταν αυτό και νομίζω ότι η αρχική φωτογραφία της ανάρτησης αποτελεί αψευδή μαρτυρία της άποψης μου.

Οι πληροφορίες αναφορικά με τη μορφή, την έκταση, τη ποιότητα και την αντοχή των έργων οργάνωσης του εδάφους - οχύρωσης που εκτελέστηκαν στο Μικρασιατικό μέτωπο κατά τη περίοδο 1921 – 1922 είναι ελάχιστες, αποσπασματικές και προέρχονται κυρίως από φωτογραφικό υλικό της εποχής, από την επίσημη ιστορία της ΔΙΣ/ΓΕΣ και από την εικόνα που παρέχει το Google Earth, όπου μπορούμε να διακρίνουμε σε ορισμένες περιοχές, τα υπολείμματα της οχύρωσης που εκτελέστηκε.

Φωτογραφικά αρχεία

Όλες οι διαθέσιμες φωτογραφίες από το αρχείο της ΕΡΤ, το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ), το αρχείο του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» κ.α., φανερώνουν ότι τα έργα οχύρωσης που εκτελέστηκαν αποτελούσαν μια μετεξέλιξη των «ταμπουριών» των αγώνων της Εθνικής Επανάστασης του 1821 και δεν είχαν λάβει υπόψη τους τα διδάγματα του 1ου ΠΠ και του Μακεδονικού μετώπου, καθώς και τους μέχρι τότε αγώνες του Ε.Σ. εναντίον ισχυρά οργανωμένων τοποθεσιών που είχαν στοιχίσει άφθονο αίμα για την εκπόρθησή τους.

Από τις υπάρχουσες φωτογραφίες είναι απόλυτα φανερό ότι η ποιότητα της εκτελεσθείσας οχύρωσης ήταν ιδιαίτερα χαμηλής αξίας, μικρής αντοχής, ευάλωτη στο συγκεντρωτικό βομβαρδισμό από το εχθρικό πυροβολικό και δεν παρείχε ουσιαστική προστασία στο αμυνόμενο προσωπικό. Ελάχιστα είναι τα παραδείγματα οργανώσεων που εμφανίζουν κάποια σχετική αντοχή. Συγκρινόμενες δε και εξεταζόμενες με τις αντίστοιχες των Τούρκων στο Σαγγάριο, με βάση την εικόνα που δίνει το Google Earth, οι Ελληνικές «πολύ απλά δεν υπάρχουν».

Σχεδόν στο σύνολό τους οι φωτογραφίες παρουσιάζουν μία εκσκαφή το πολύ μέχρι το ύψος του ισχίου και στη συνέχεια τη προσθήκη στο προς τον εχθρό χείλος της εκσκαφής, ενός τοίχου από ξερολιθιά προκειμένου έτσι να δοθεί το αναγκαίο «βάθος». Η υπόψη μορφή οχύρωσης αποτελεί μάλλον «Ελληνική ευρεσιτεχνία» και δεν παρέχει καμιά απολύτως προστασία απέναντι στη συγκεντρωτική βολή του πυροβολικού, επειδή αφ’ ενός από την εκτόνωση των εκρήξεων διαλύεται η ξερολιθιά και εκτοξεύονται πέτρες προς κάθε κατεύθυνση τραυματίζοντας το εντός των χαρακωμάτων προσωπικό, αφ’ ετέρου η προστασία του προσωπικού από τα βλήματα που εκρήγνυνται πίσω από της ξερολιθιά, είναι μειωμένη έως ανύπαρκτη.


Από κάποιες φωτογραφίες που είναι διαθέσιμες στο panoramio και στις οποίες εικονίζονται τα υπολείμματα από τις οχυρώσεις στο Κ.Α. Τιλκί Κιρί Μπελ, είναι φανερό ότι είχε γίνει ευρεία χρήση ξερολιθιάς. Είναι πλέον ή βέβαιο ότι ο όγκος της πέτρας από κάπου αλλού θα είχε μεταφερθεί και εύλογα δημιουργείται η απορία για το εάν το αποτέλεσμα του αμυντικού αγώνα στο Τιλκί Κιρί Μπελ θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό, στη περίπτωση που η προσπάθεια που καταβλήθηκε για τη μεταφορά της πέτρας και τη κατασκευή της ξερολιθιάς, καταβαλλόταν για την εκσκαφή βαθέων χαρακωμάτων και σκεπάστρων αντοχής(;). Σχετική εικόνα από τα υπολείμματα της οχύρωσης στο Τιλκί Κιρί Μπελ, έχει αναρτηθεί στο ΜΕΡΟΣ ΙΙ.

Όσο και αν έψαξα, πουθενά αλλού δεν μπόρεσα να βρω κάτι που να προσομοιάζει με τη γενική μορφή των Ελληνικών οργανώσεων. Πουθενά αλλού, ούτε στο δυτικό μέτωπο, ούτε στο Μακεδονικό, ούτε και στις Τουρκικές οχυρώσεις στη Καλλίπολη, στη Παλαιστίνη ή στη Μικρά Ασία δεν προσέθεταν ξερολιθιά εμπρός από τα χαρακώματα. Γαιόσακους, ναι. Ταμπούρια πουθενά. Και πουθενά αλλού δεν συναντώνται τόσα ρηχά και ευάλωτα χαρακώματα.

Ένα άλλο στοιχείο που προκύπτει από τα φωτογραφικά αρχεία, είναι ότι πουθενά δεν εμφανίζονται σκέπαστρα βομβαρδισμού. Δεν υποστηρίζω ότι δεν κατασκευάστηκαν σκέπαστρα, αλλά είναι εντυπωσιακό ότι δεν υπάρχει ούτε μια φωτογραφία τέτοιων οργανώσεων. Αν συνδυάσουμε όμως τη ποιότητα και την αντοχή των χαρακωμάτων (που ήδη αναφέραμε) με τα δυσμενή αποτελέσματα για τα Ελληνικά όπλα που είχε η συγκεντρωτική βολή του Τουρκικού βαρέως πυροβολικού επί των οργανώσεων των Κ.Α. Τιλκί Κιρί Μπελ και Καμελάρ, μπορούμε να βγάλουμε σημαντικά συμπεράσματα για την αντοχή των σκεπάστρων που ενδεχομένως είχαν κατασκευαστεί.

Εστιάζω τη προσοχή στα ως άνω αναφερόμενα Κ.Α., επειδή εκεί εφαρμόστηκε η Κυρία προσπάθεια της 1ης Τουρκικής Στρατιάς και ακριβώς μπροστά από αυτά τάχθηκαν τα πυροβόλα των Συνταγμάτων Βαρέως Πυροβολικού (18, 19 και 25) των Σωμάτων Στρατού που έλαβαν μέρος στην επίθεση της 13ης και 14ης Αυγούστου.

Το τελικό συμπέρασμα από τις υπάρχουσες φωτογραφίες είναι, ότι σε κανένα σημείο της αμυντικής τοποθεσία της Μικρασιατικής Στρατιάς και ειδικότερα στο νότιο σκέλος της εξέχουσας, δεν επιτεύχθηκε ούτε κατ’ ελάχιστο το επίπεδο οχύρωσης του 1ου ΠΠ, αλλά ούτε και αυτό που πέτυχαν οι Τούρκοι στη Κοβαλίτσα, στη Κιουτάχεια και στην Άγκυρα. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την ανάρτηση, νομίζω ότι επιβεβαιώνουν το γενικό συμπέρασμα.


Επίσημες πηγές – Google Earth

Η πλέον επίσημη πηγή είναι οι εκδόσεις της ΔΙΣ/ΓΕΣ, στις οποίες οι παρεχόμενες πληροφορίες αναφορικά με την οχύρωση του Μικρασιατικού μετώπου είναι πενιχρότατες και σε γενικές γραμμές είναι οι ακόλουθες:

Στα σχεδιαγράμματα επιχειρήσεων, φαίνεται ότι όλη η γραμμή του μετώπου και ειδικά τα Κέντρα Αντιστάσεως, είχαν οχυρωθεί και μάλιστα σε ορισμένα σημεία με δύο ή και τρεις σειρές χαρακωμάτων.

Δεύτερη τοποθεσία μέχρι και την ανάληψη της διοίκησης της Στρατιάς από το στρατηγό Χατζανέστη δεν είχε επιλεχθεί και πολύ περισσότερο δεν είχε οργανωθεί. Επί του σημείου αυτού είναι άκρως διαφωτιστική η επίσημη ιστορία της ΔΙΣ/ΓΕΣ, όπου στο τόμο «Υποχωρητικοί αγώνες Α’ και Β’ Σωμάτων Στρατού», σελ 20, αναφέρεται σχετικά:
«Πάντα τα σχέδια ενεργείας προέβλεπαν άμυνα πάση θυσία επί της πρώτης οχυρωμένης τοποθεσίας, της μοναδικής άλλωστε τοιαύτης …».

Στα σχεδιαγράμματα φαίνεται μερική οχύρωση μιας δεύτερης τοποθεσίας χαμηλά στη κοιλάδα του ποταμού Ακάρ, που έβαινε παράλληλα του ποταμού. Η υπόψη τοποθεσία σχεδιάστηκε μετά την ανάληψη της αρχιστρατηγίας από το Χατζανέστη και οργανώθηκε με χαρακώματα γονυπετώς βάλλοντος, προκειμένου να καταδεικνύεται η θέση της.

Τομέας Ι Μεραρχίας

Επί της κυρίας γραμμής αντιστάσεως στο Τομέα της Ι Μεραρχίας, αναφέρεται (ιστορία ΔΙΣ/ΓΕΣ), ότι είχαν κατασκευαστεί χαρακώματα ορθίως βάλλοντος, σε ορισμένα σημεία σε 2 και 3 σειρές, σκέπαστρα βομβαρδισμού, ορύγματα συγκοινωνίας, πυροβολεία, παρατηρητήρια, αποθήκες πυρομαχικών και σταθμοί διοικήσεως. Η υπόψη γραμμή καλυπτόταν από συρματοπλέγματα ενός και σε ορισμένα σημεία δύο πασάλων. Τα αναφερόμενα επιβεβαιώνονται από τα σωζόμενα υπολείμματα των οργανώσεων στα πολύ σημαντικά Κ.Α., Τιλκί Κιρί Μπελ και Χασάν Μπελ, όπως αυτά φαίνονται στις δορυφορικές εικόνες του Google Earth.

Το Κέντρο Αντιστάσεως Χασάν Μπελ

Στο ύψωμα Χασάν Μπελ ή Cigiltepe κατά τους Τούρκους, το ίχνος της οχύρωσης του ομώνυμου Κ.Α. διακρίνεται ακόμη και σήμερα πάρα πολύ καθαρά, καθαρότερα από οπουδήποτε άλλου στο Μικρασιατικό μέτωπο και αποδεικνύει μια πολύ εξαιρετική και επιμελημένη οργάνωση με 2 και 3 σειρές χαρακωμάτων. Ίσως αυτό να μην είναι τυχαίο, με το ότι οι εκεί αμυνόμενες δυνάμεις του 5ου Δυτικοθεσσαλιώτικου Συντάγματος ΠΖ, που αποτελούνταν από το Ι/5 Τάγμα, που στη συνέχεια ενισχύθηκε και από το ΙΙ/5 Τάγμα υπό το Χαράλαμπο Κατσιμήτρο (ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση όλων των εκεί αμυνομένων δυνάμεων), κράτησαν σταθερά τις θέσεις του μέχρι και την 1430 ώρα της 14ης Αυγούστου που η Ι Μεραρχία διέταξε τη σύμπτυξη όλων των δυνάμεων της, εξ αιτίας της κατάρρευσης του Τιλκί Κιρί Μπελ.

Ο διοικητής της 57 Τουρκικής Μεραρχίας που ενεργούσε για τη κατάληψη του Χασάν Μπελ, λόγω της αποτυχίας της Μεραρχίας του, αυτοκτόνησε (μνημείο του έχει ανεγερθεί επί του υψώματος).


Το Κ.Α. Τιλκί Κιρί Μπελ

Στο Κ.Α. Τιλκί Κιρί Μπελ, ή Tinaztepe, από το ίχνος της οχύρωσης που διακρίνεται αχνά στο Google Earth, διαπιστώνεται ότι είχε γίνει μιας πολύ μεγάλης έκτασης οχυρωτική εργασία, σε μέτωπο περίπου 3 χλμ, που περιελάμβανε 2 και 3 σειρές χαρακωμάτων (σε ορισμένα σημεία περιμετρικής άμυνας), που συνδέονταν μεταξύ τους με ορύγματα συγκοινωνίας. Είχαν οχυρωθεί τρεις διακεκριμένοι μαστοί με τα ονόματα «ΚΙΤΡΙΝΙΑΡΗ», «ΑΣΒΕΣΤΑ» ΚΑΙ «ΚΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ», που αποτελούσαν και Σημεία Στηρίγματος (Σ.Σ.). Φαίνεται όμως ότι και εδώ η Ελληνική «ευρεσιτεχνία» των εκτεταμένων «ταμπουριών» έλαμψε.

Σε έδαφος όμως γαιώδες (όπως φαίνεται σε 3 φωτογραφίες του panoramio), δεν έγινε εκσκαφή (ή έγινε μερική εκσκαφή) αλλά κατασκευάστηκαν μακριές μάντρες, οι οποίες βεβαίως συντρίφτηκαν, κατέρρευσαν και διαλύθηκαν από το σφοδρό βομβαρδισμό του Τουρκικού βαρέως πυροβολικού, προκαλώντας ασφαλώς βαρειές απώλειες στους αμυνόμενους και επιφέροντας πλήρη κλονισμό του ηθικού τους.

Είναι σημαντικό όμως να δούμε τους λόγους της πολύ ταχείας κατάληψης του Τιλκί Κιρί Μπελ από τους Τούρκους, ή μάλλον της εγκατάλειψής του από τους υπερασπιστές του:

1. Το Τιλκί Κιρί Μπελ κατεχόταν από το Ι/49 Τάγμα του 49 Συντάγματος, παλαιότερα Σύνταγμα Μετόπισθεν, μικρής μαχητικής αξίας, που το επάνδρωναν άνδρες παλαιών κλάσεων και που αναφέρεται ότι είχε στασιάσει δύο φορές στο παρελθόν.

2. Εναντίον του υπόψη Κ.Α. επιτέθηκε η 15 Τουρκική Μεραρχία, η οποία μαζί με τις 23, 11 και 5, αποτελούσαν τις Μεραρχίες της Κυρίας Προσπάθειας.

3. Η επίθεση υποστηρίχθηκε από το πυροβολικό α) Της 15 Μεραρχίας, ενισχυμένο μάλλον και από τα πυρά κάποιων από των εφεδρικών Μεραρχιών, ίσως της 3ης Μεραρχίας. β) Από το Σύνταγμα Βαρέως ΠΒ του Ι Σ.Σ. εκ 2 Μοιρών, αποτελούμενο από 3 πυροβόλα των 120 και 12 οβιδοβόλα των 150 και 4 όλμους των 150. γ) Από το Σύνταγμα Βαρέως ΠΒ του V Σ.Σ. Ιππικού αποτελούμενο από 9 πυροβόλα των 120, 12 οβιδοβόλα των 150 και 4 όλμους των 150. («Η Μικρασιατική Ήττα», Κ. Κανελλόπουλος)

4. Ο συγκεντρωτικός βομβαρδισμός του Κ.Α. άρχισε την 0430 ώρα της 13ης Αυγούστου και είχε διάρκεια πλέον των 2 ωρών.

5. Την 0630 καταλήφθηκε ο λόφος Ασβεστά ενώ συνεχιζόταν ο βομβαρδισμός των άλλων δύο λόφων.

6. Λίγο αργότερα «λόγω της σφοδρότητας της Τουρκικής επιθέσεως και των αποτελεσμάτων του καταιγιστικού πυρός του εχθρικού πυροβολικού (απώλειες και ηθικό), το αμυνόμενο επί της τοποθεσίας Ι/49 Τάγμα κλονίστηκε και εγκατέλειψε ολόκληρο το Κ.Α.» (ΔΙΣ/ΓΕΣ).


Κατόπιν όλων των αναφερόμενων, εύλογα μπορεί να υποτεθεί ότι αν οι οχυρώσεις του Τιλκί Κιρί Μπελ δεν αποτελούνταν από «ταμπούρια», αλλά από βαθιά χαρακώματα και σκέπαστρα μεγάλης αντοχής, κατασκευασμένα με βάση τους κανόνες της οχυρωτικής, πιθανό, μάλλον, να μη το εγκατέλειπε η φρουρά του, ή να μη καταλαμβανόταν τόσο σύντομα.

Κατηγορείται απ’ όλους το 49 Σύνταγμα (και εγώ έχω γράψει σχετικά), ότι ήταν αποκλειστικά (και μόνο αυτό) υπεύθυνο για τη κατάρρευση της αμυντικής τοποθεσίας του Α’ Σ.Σ.. Αλλά πόση αλήθεια μπορεί να κρύβει αυτή η κρίση; Μήπως το 49 Σύνταγμα ΠΖ αποτέλεσε το άλλοθι της γενικής αποτυχίας των ανωτάτων διοικήσεων; Πόση αλήθεια μπορεί να κρύβει η φράση του Κ. Κανελλόπουλου: «εγκατέλειπεν άνευ αγώνος, άνευ βολής τυφεκίου, σχεδόν εν επονειδίστω φυγή από της 7ωρ την οχυράν ταύτην θέσιν»;

Αλήθεια, ποιοι είναι αυτοί που μπορούν να αντέξουν δίωρο βομβαρδισμό από 40 βαριά πυροβόλα καλυπτόμενοι πίσω από μάντρες;;;

Και ο χαρακτηρισμός της επονείδιστης φυγής, αποδίδεται σε ολόκληρο το 49 Σύνταγμα, μολονότι το ΙΙΙ/49 Τάγμα που αμυνόταν στο Κ.Α. Κιλίτς Αρσλάν Μπελ διατήρησε τις θέσεις του μέχρι τη 1330 ώρα της 14ης Αυγούστου. Αλλά και το Ι/49 Τάγμα που εγκατέλειψε το Τιλκί Κιρί Μπελ την 0700 ώρα, στη συνέχεια ανασυγκροτήθηκε και μαζί με τα ΙΙ/49, Ι/4, ΙΙΙ/22 Τάγματα συμμετείχε την 1330 ώρα στην αντεπίθεση για ανακατάληψη του Κ.Α.. Το Τιλκί Κιρί Μπελ ανακαταλήφθηκε και διατηρήθηκε μέχρι την 1300 ώρα της επομένης, οπότε και κατέρρευσε πλήρως.

Αποτελεί αξίωμα όμως, ότι καμιά στρατιωτική δύναμη, ακόμη και αυτή που διαθέτει εξαιρετική μαχητική ικανότητα και υψηλό ηθικό, δεν μπορεί να αντέξει σε σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού, χωρίς να διαθέτει ισχυρή κάλυψη. Και το Ι/49 Τάγμα, φαίνεται ότι μάλλον δεν διέθετε.

Κ.Α. Κιλίτς Αρσλάν Μπελ και Σ.Σ. Καγιαντιμπί

Δεν διατίθενται πληροφορίες περί της αμυντικής τους οργάνωσης, αλλά ούτε και αναγνωρίζονται υπολείμματα από τις οχυρώσεις τους, στο Google Earth. Ίσως κάτι ελάχιστο στο Σ.Σ. του Καγιαντιμπί. Είναι χρήσιμο όμως να παρατηρήσουμε για άλλη μια φορά (και να μη το ξεχνάμε), ότι από το μεν «ΚΕΝΟ» του Τσάϊ Χισάρ πέρασε το V Σώμα Ιππικού εκ των 3 Μεραρχιών, στο δε «ΚΕΝΟ ΤΟΥ ΚΑΓΙΑΝΤΙΜΠΙ» των 8 χλμ σε ευθεία γραμμή μεταξύ του αριστερού του Τιλκί Κιρί Μπελ και του δεξιού του Κ.Α. Καμελάρ, οι Τούρκοι ώθησαν 2 Μεραρχίες (την 23 και την 11). Και γράφω «ΚΕΝΟ 8 χλμ», επειδή στο χώρο αυτό υπήρχε ένα Σ.Σ. δυνάμεως Λόχου (δηλαδή τίποτε).

Τομέας IV Μεραρχίας

Για τον υπόψη τομέα δεν παρέχονται πληροφορίες από τις εκδόσεις της ΔΙΣ αναφορικά με την οργάνωση εδάφους που είχε εκτελεστεί. Στη δορυφορική επισκόπηση του Google Earth, σε κανένα σημείο του τομέα δεν διακρίνεται το ίχνος των οχυρώσεων και αυτό δείχνει «κάτι», όσο αφορά την αξία της οχύρωσης. Σε ορισμένα σημεία του Κ.Α. Καμελάρ και με βάση το σχεδιάγραμμα της ΔΙΣ/ΓΕΣ, το ίχνος της οχύρωσης εικάζεται. Από το διαθέσιμο φωτογραφικό υλικό, αρκετές είναι οι φωτογραφίες που αφορούν τον τομέα Της IV Μεραρχίας και οι περισσότερες δείχνουν οργανώσεις αποτελούμενες από «ταμπούρια». Επίσης υπάρχουν και ορισμένες φωτογραφίες από υπολείμματα οχυρώσεων τύπου «ταμπούρια», στο Κ.Α. Καμελάρ.


Περισσότερες όμως πληροφορίες για τις οργανώσεις στον υπόψη τομέα και ειδικά για αυτές του Κ.Α. Καμελάρ, αντλούμε από τα αποτελέσματα που είχε επ’ αυτών ο σφοδρός βομβαρδισμός του Τουρκικού πυροβολικού. Αναφέρεται σχετικά:

«Από την 0500 το καταιγιστικό πυρ του Τουρκικού πυροβολικού, που υπολογίστηκε σε 30 βαρέα πυροβόλα και 40 ορειβατικά ΣΚΟΝΤΑ, συγκεντρώθηκε επί του Μαύρου Βράχου, του Σημείου Στηρίγματος (Σ.Σ.) Μπέλμα και της θέσης Μάτι, καθώς και επί των θέσεων του φίλιου πυροβολικού. Τέτοια ήταν η σφοδρότητα και η ακρίβεια της βολής ώστε εντός ελάχιστου χρόνου τα χαρακώματα της θέσης Μάτι ανασκάφηκαν τελείως και ο κατέχων αυτά 1/35 Λόχος αποδεκατίστηκε».

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το πυροβολικό που υποστήριξε την επίθεση των 5ης και 11ης Τουρκικών Μεραρχιών εναντίον του Κ.Α. Καμελάρ και του ΚΕΝΟΥ μεταξύ Ι και IV Μεραρχιών το αποτελούσαν:

• Το Σύνταγμα Βαρέως ΠΒ του ΙV Σ.Σ. αποτελούμενο εκ 2 Μοιρών με 4 πυροβόλα και 14 οβιδοβόλα των 150 («Η Μικρασιατική Ήττα», Κ. Κανελλόπουλος).
• Τα Συντάγματα ΠΒ των 5ης και 11ης Μεραρχιών, με βασική σύνθεση 12 πυροβόλων κατά Σύνταγμα, εκ των οποίων 6 ορειβατικά και 6 πεδινά (σύνολο 24 πυροβόλα).
• Μέρος ή και το σύνολο του ΠΒ της 12ης εφεδρικής Μεραρχίας του ΙV Σ.Σ. (12 πυροβόλα) που εισήλθε και αυτή στον αγώνα και μέρος του ΠΒ των Μεραρχιών του εφεδρικού ΙΙ Σ.Σ..
• Σημείωση: Επειδή τα 3 Συντάγματα Βαρέως ΠΒ είχαν ταχθεί εμπρός από τα Κ.Α. Τιλκί Κιρί Μπελ και Καμελάρ, και λόγω του μεγάλου βεληνεκούς των Τουρκικών πυροβόλων, είναι βέβαιο ότι το σύνολο των πυρών τους, μπορούσε να μεταφερθεί σε ένα μόνο Κ.Α..

«Η προπαρασκευή του Τουρκικού ΠΒ διήρκεσε μέχρι την 0600, οπότε αλλεπάλληλα κύματα Τουρκικού ΠΖ καλυπτόμενα από πυκνό νέφος καπνού εκ των διαρρήξεων των εχθρικών βλημάτων εμφανίστηκαν προελαύνοντα εναντίον του Σ.Σ. Μπέλμα. Την 0645 ώρα καταλήφθηκε ο Μαύρος Βράχος και η θέση Μάτι. Οι αμυνόμενοι, όσοι διασώθηκαν, υποχώρησαν στη δεύτερη γραμμή αντιστάσεως».


Είναι εύλογο λοιπόν να συμπεράνουμε ότι για να καταληφθούν εντός ελαχίστου χρόνου ο Μαύρος Βράχος και η πρώτη γραμμή αντιστάσεως του ενός εκ των δύο Σημείων Στηρίγματος του Καμελάρ, καθώς να αποδεκατιστεί ολόκληρος ο αμυνόμενος επί του Σ.Σ. Λόχος, μάλλον δεν θα είχαν κατασκευαστεί σκέπαστρα βομβαρδισμού, ή αν υπήρχαν, αυτά θα ήσαν ελαττωμένης αντοχής και ως εκ τούτου δεν άντεξαν στον εχθρικό βομβαρδισμό.

Η παραπάνω διαπίστωση μπορεί να θεωρηθεί βεβαιότητα και από το σύνολο των απωλειών που υπέστη το Ι/35 Τάγμα που αμυνόταν επί του Καμελάρ μέχρι την 0900 ώρα. Σύμφωνα λοιπόν με την αναφορά που υπέβαλε την 0900 στο 35 Σύνταγμα ο Λοχαγός Ανδρεάδης, που αν και τραυματίας είχε παραλάβει την διοίκηση του Τάγματος από το βαριά τραυματισθέντα Λοχαγό Ζήση, που και αυτός είχε αντικαταστήσει το βαρύτατα τραυματισθέντα διοικητή του Τάγματος Ταγματάρχη Τζόκα, οι απώλειες του Τάγματος ύστερα από αγώνα 4 ωρών ανέρχονταν σε νεκρούς, αξιωματικούς 5 και οπλίτες 261. Οι αναφερόμενες απώλειες και ασφαλώς δεν προήλθαν από σφαίρες, αλλά από το σφοδρό βομβαρδισμό της τοποθεσίας από το Τουρκικό πυροβολικό και την ανεπάρκεια της γενομένης οχύρωσης να προστατεύσει αποτελεσματικά το αμυνόμενο προσωπικό. Και η ανεπάρκεια αυτή λογικά θα οφειλόταν στα ευάλωτα χαρακώματα – ταμπούρια και στη μειωμένη αντοχή των υπαρχόντων σκεπάστρων βομβαρδισμού, ή και την απουσία σκεπάστρων. Τέτοιου μεγέθους απωλειες και μάλιστα σε τόσο λίγο χρόνο, με κανένα άλλο τρόπο δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. (Σημείωση: Τελικά τη διοίκηση του Ι/35 Τάγματος παρέλαβε ο τελευταίος εναπομείνας Λοχαγός, ονόματι Βογιώτης Λάζαρος, που και αυτός φονεύθηκε το πρωί της 14ης).

Παρά τις σημαντικές απώλειες, το Ι/35 τάγμα δεν εγκατέλειψε το Καμελάρ. Υποχώρησε στη δεύτερη γραμμή αντιστάσεως και συνέχισε τον αγώνα. Από την 1030 ώρα επενέβη τμηματικά στον αγώνα και το Απόσπασμα της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, ο διοικητής του οποίου Συνταγματάρχης Πλαστήρας ανέλαβε τη διοίκηση όλων των αμυνομένων επί του Καμελάρ δυνάμεων.

Διαπιστώσεις

Στο νότιο σκέλος της εξέχουσας του Αφιόν επελέγη μια άκρως μειονεκτική αμυντική τοποθεσία, που στερούταν παντελώς βάθους για τη διεξαγωγή ελαστικής άμυνας.

Στο τομέα της IV Μεραρχίας και εγγύτατα αυτής, το κατεχόμενο από τον εχθρό έδαφος ανερχόταν συνεχώς προς νότο και κυριαρχούσε ολόκληρης της αμυντικής τοποθεσίας των Ι και IV Μεραρχιών, παρέχοντας εις τον αντίπαλο πολύ σημαντικά πλεονεκτήματα για τις μελλοντικές του ενέργειες.

Η τοποθεσία στο δεξιό της IV Μεραρχίας, όπου και το Κ.Α. Καμελάρ, αντί να κατευθύνεται δυτικά προκειμένου να συνδεθεί με το αριστερό της Ι, στρεφόταν προς βορειοδυτική κατεύθυνση απομακρυνόμενο από αυτό. Κατ’ αυτό τον τρόπο είχε δημιουργηθεί ένα μεγάλο κενό μεταξύ των δύο Μεραρχιών, σε έδαφος που κατερχόταν προς τη πεδιάδα.

Το οχυρωτικό έργο που εκτελέστηκε στην υπόψη τοποθεσία, σε χρονικό διάστημα 10 μηνών περίπου, από τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα, κρίνεται επιεικώς ως ανεπαρκές και ξεπερασμένο για την εποχή του (παρά τη πολύ σημαντική προσπάθεια που είχε καταβληθεί από τις μονάδες), με αποτέλεσμα οι οχυρώσεις να συντριβούν από το μαζικό βομβαρδισμό του Τουρκικού βαρέως πυροβολικού. Η ανεπάρκεια των οργανώσεων και η καταστροφή τους από το Τουρκικό ΠΒ, είχε σαν αποτέλεσμα τρομακτικές απώλειες στο προσωπικό και ανεπανόρθωτο κλονισμό του ηθικού του.

Η Τουρκική ηγεσία, ορθώς εκτιμώντας τη τρωτότητα του νοτίου σκέλους της εξέχουσας και ειδικά του σημείου συνδέσμου των Ι και IV Μεραρχιών, καθώς και την ευμενή εξέλιξη που θα είχε για τη συνέχεια των επιχειρήσεων της τυχόν διάρρηξη στο υπόψη σημείο, επέλεξε αυτό για την εφαρμογή της Κυρίας Προσπάθειάς της και προς τα εκεί ώθησε 4 από τις 7 Μεραρχίες που χρησιμοποίησε σε Α’ κλιμάκιο, την επίθεση των οποίων υποστήριξε με το σύνολο του βαρέως πυροβολικού της.


Επίλογος

Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι η μειονεκτική αμυντική τοποθεσία που επελέγη στο νότιο σκέλος της εξέχουσας του Αφιόν και ειδικότερα στο τομέα της IV Μεραρχίας, καθώς και οι ασθενείς και προβληματικές οχυρώσεις που ανεγέρθησαν, ήταν η αιτία της επιτευχθείσας διάρρηξης από τις Τουρκικές δυνάμεις. Η ήττα ήταν αποτέλεσμα πολύ περισσότερων παραγόντων, που ορισμένοι από αυτούς, κατά καιρούς έχουν αναφερθεί και περιγραφεί σε αυτό το χώρο. Είναι βέβαιο όμως και ιστορικά αναμφισβήτητο, ότι φύσει και τέχνη ισχυρές αμυντικές τοποθεσίες, που επανδρώνονται από ψυχωμένες δυνάμεις, πολύ δύσκολα καταλαμβάνονται. Και οι δυνάμεις που αμύνθηκαν στα οχυρώματα στο νότιο σκέλος του Αφιόν, ήταν ψυχωμένες. Ακόμη και αυτές του Ι/49 Τάγματος.

Κάτω από τα υπολείμματα των ταμπουριών που ακόμη διατηρούνται σε εκείνες τις κορυφές του Αφιόν, είναι πλέον ή βέβαιο ότι κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο τους εκατοντάδες άνδρες, που έπεσαν «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι». Οι σωροί από τις πέτρες που τους σκεπάζουν, είναι τα τρόπαια της ανδρείας τους και της μνήμη τους.

Διαβάστε περισσότερα...

...Γιατί αυτοί νίκησαν και εμείς ηττηθήκαμε;

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΕΡΟΣ ΙΙ

Η εξέχουσα είχε το θάνατο μέσα της …

(Αντισυνταγματάρχης Κ. Δ. Κανελλόπουλος)


Γράφει ο Αρματιστής


Η Ελληνική διοίκηση μετά τη σύμπτυξη των δυνάμεών της από το Σαγγάριο και ύστερα από τον οκταήμερο σκληρό και αιματηρό αγώνα για την απόκρουση της Τουρκικής αντεπίθεσης προς το Αφιόν Καραχισάρ (17 - 25/9/1921), βρέθηκε προ του ζητήματος του καθορισμού της αμυντικής τοποθεσίας επί της οποίας θα εγκαθίστατο. Αποφασίστηκε ότι η τοποθεσία που θα εκλεγόταν, θα έπρεπε να καλύπτει τη σιδηροδρομική γραμμή Σμύρνη – Αφιόν – Εσκή Σεχήρ. Ορθώς εκτιμήθηκε ότι το πλέον κρίσιμο σημείο ήταν ο κόμβος συγκοινωνιών του Αφιόν και έτσι δημιουργήθηκε η ομώνυμη οχυρωμένη εξέχουσα για τη προστασία του, της οποίας βεβαίως το πλέον ευάλωτο σημείο ήταν το νότιο σκέλος της, που έβαινε παράλληλα και σε απόσταση 6-8 χλμ από τη σιδηροδρομική γραμμή Σμύρνη – Αφιόν και στο οποίο αν ο εχθρός κατόρθωνε να επιτύχει διάρρηξη, θα απέκοπτε την οδό συγκοινωνιών και επικοινωνιών με τη βάση της Σμύρνης, όλων τις δυνάμεων που θα βρίσκονταν ανατολικά του σημείου διαρρήξεως.

Για την αμυντική εγκατάσταση στο νότιο σκέλος της εξέχουσας του Αφιόν, επελέγη τελικά η γραμμή των υψωμάτων Τουκλού Τεπέ – Χασάν Μπελ – Κιλίτς Αρσλάν Μπελ – Τιλκί Κιρί Μπέλ (Tinaztepe) – το όρος Μικρό Καλετζίκ (Kucukkalecik), η οποία βαίνει παράλληλα και αμέσως νότια της σιδηροδρομικής γραμμής και της κοιλάδας του ποταμού Ακάρ.

(Σημείωση: Το ύψωμα Μικρό Καλετζίκ έχει υψόμετρο 1710 μ, αλλά σε όλα τα ιστορικά κείμενα αναφέρεται λανθασμένα ως 1310).

Εκ των παραπάνω αναφερθέντων υψωμάτων, το πλέον ισχυρό εξ όλων είναι το Τιλκί Κιρί Μπελ, το οποίο παρουσιάζει απότομες κλίσεις προς όλες τις κατευθύνσεις, κυρίως όμως είναι δυσπρόσιτο προς νότο. Όλα τα υπόλοιπα υψώματα παρουσιάζουν ομαλά πρανή και είναι ευκόλως βατά.



Το ανωτέρω τμήμα της αμυντικής τοποθεσίας, παρουσίαζε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

• Είχε χαραχθεί επί εδάφους ορεινού, ισχυρά διακεκομμένου το οποίο παρείχε στον αμυνόμενο κακή παρατήρηση και περιορισμένα πεδία βολής.

• Οι από βορρά προς νότο (και αντιστρόφως) βαθιές χαραδρώσεις που διαχωρίζουν μεταξύ τους τα αναφερθέντα υψώματα, επέτρεπαν την αθέατη διείσδυση των εχθρικών δυνάμεων στα πλευρά και τα νώτα της τοποθεσίας.

(Σημείωση: Από τη βαθειά γραμμή του Τσάϊ Χισάρ, δυτικά ΚΙΡΚΑ, πέρασε το V Σώμα Ιππικού – 3 Μεραρχίες – στα νώτα της Ι Μεραρχίας. Από τη βαθειά γραμμή ανατολικά του Τιλκί Κιρί Μπελ διευκολύνθηκε η κάθοδος της 23 Μεραρχίας στη πεδιάδα).

• Στερούταν απολύτως βάθους. Πίσω από την τοποθεσία δεν υπήρχε κανένα εδαφικό έρεισμα για να συγκρατηθεί ο εχθρός σε περίπτωση διάρρηξης. Υπήρχε μόνο η κοιλάδα του ποταμού Ακάρ, 400 – 600 μ χαμηλότερα.

• Τα υψώματα που αναφέρθηκαν, αποτελούσαν και τα Ζωτικά Εδάφη της τοποθεσίας και συγχρόνως όριζαν και την αμυντική γραμμή, επί της οποίας είχαν κατασκευαστεί τα έργα αμυντικής οργάνωσης. Η απώλεια οποιουδήποτε υψώματος, έφερνε τον εχθρό στη κοιλάδα του Ακάρ και τη σιδηροδρομική γραμμή.

• Η πρώτη αμυντική γραμμή, αποτελούσε και τη μοναδική γραμμή άμυνας. Πίσω από αυτή δεν είχε οριστεί δεύτερη γραμμή και πολύ περισσότερο δεν είχε οργανωθεί καμιά άλλη αμυντική τοποθεσία, πλην της τοποθεσίας του Τουμλού Μπουνάρ, 50 χλμ δυτικά, η οποία είχε οχυρωθεί από τη ΙΙ Μεραρχία μετά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921.

• Το εμπρός από την αμυντική τοποθεσία έδαφος, ανέρχεται σταδιακά προς νότο και κυριαρχείται από τη κορυφή του Buyukkalecik (Μεγάλο Καλετζίκ) ή Κοτσά Τεπέ (Kocatepe), το οποίο ασκεί πλήρη κυριαρχία σε όλη την προς βορρά εδαφική ζώνη και επιτρέπει την άνετη παρατήρηση μέχρι την κοιλάδα του Ακάρ και τη πόλη του Αφιόν.
(Σημείωση: Επί του Κοτσά Τεπέ την παραμονή της 13ης Αυγούστου 1922, εγκαταστάθηκε σύσσωμη η Τουρκική ηγεσία, Κεμάλ – Φεβζή – Ινονού – Νουρεντίν, για τον έλεγχο και τη διοίκηση των επιχειρήσεων).


• Το ασθενέστερο και πλέον τρωτό τμήμα του νότιου σκέλους της εξέχουσας αποτελούσε η ευρύτερη περιοχή συνδέσμου των Ιης και ΙVης Μεραρχιών, που προσδιοριζόταν:

α) Από το δεξιό της ΙVης Μεραρχίας, που από το Διχαλωτό Βράχο αντί να κατευθυνθεί δυτικά για να ευθυγραμμιστεί με την αμυντική γραμμή της Ιης Μεραρχίας, στρεφόταν προς τα βορειοδυτικά, απομακρυνόμενο από αυτή.

β) Το τεράστιο κενό των 6 χλμ μεταξύ του δεξιού ορίου της ΙVης Μεραρχίας και του «Σημείου Στηρίγματος Καγιαντιμπί» της Ιης Μεραρχίας, νότια του χωριού Καγιαντιμπί.

γ) Το αντέρεισμα Μπελέν Τεπέ του Καλετζίκ που κατερχόταν προς το «Σ.Σ. Καγιαντιμπί» και εκείθεν προς τη πεδιάδα

δ) Τη βαθειά γραμμή μεταξύ του Τιλκί Κιρί Μπελ και του Μπελέν Τεπέ (χαράδρα του Σινίρ Κιόι, 400 μέτρα χαμηλότερα από το Τιλκί Κιρί Μπελ).

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω, στην υπόψη περιοχή είχε δημιουργηθεί μια εισέχουσα στην αμυντική τοποθεσία, σε έδαφος με έντονο ανάγλυφο που κατερχόταν προς το εσωτερικό της τοποθεσίας και τη πεδιάδα.

(Σημείωση: Κατά την Τουρκική επίθεση της 13ης Αυγούστου, στο χώρο αυτό ωθήθηκε προς το μεν Μπελέν Τεπέ και το Σ.Σ. Καγιαντιμπί η 23 Τουρκική Μεραρχία, προς δε το κενό των 6 χλμ η 11 Μεραρχία).



• Το αμέσως νότια και νοτιοδυτικά της πόλης του Αφιόν τμήμα της εξέχουσας (που απείχε από το Αφιόν 5 χλμ) που οριζόταν από το Μικρό Καλετζίκ (Υψ. 1710) και τα εκατέρωθεν αυτού αντερείσματά, παρουσίαζε ακόμη περισσότερα μειονεκτήματα, επειδή εμπρός και σε μικρή απόσταση από την αμυντική τοποθεσία, υπήρχαν πολλά και μεγαλυτέρου ύψους υψώματα που επέτρεπαν στον εχθρό αφ’ ενός την άνετη και εκ του σύνεγγυς παρατήρηση της Ελληνικής τοποθεσίας και αφ’ ετέρου την αθέατη συγκέντρωση νότια αυτών ισχυρών δυνάμεων, για εκτόξευση επιθετικής ενέργειας προς βορρά.

(Σημείωση: Ο υπόψη χώρος, αποτέλεσε τους Χώρους Συγκεντρώσεως και Εξορμήσεως των 23ης, 11ης, 5ης και 8ης Τουρκικών Μεραρχιών για την επίθεση της 13ης Αυγούστου 1922. Οι 11η και 5η είχαν αναλάβει τη Κυρία Προσπάθεια και είχαν ως αντικειμενικό σκοπό το Κέντρο Αντιστάσεως Καμελάρ το οποίο περιελάμβανε το Μαύρο Βράχο, το Κιουτσούκ Καλετζίκ και τα προς το Καγιαντιμπί κατερχόμενα αντερείσματα. Οι θέσεις των αναφερομένων Μεραρχιών προσδιορίζονται (σήμερα) επί του εδάφους με αραβικούς αριθμούς, για το σκοπό παρουσίασης της μάχης).

Γράφει σχετικά ο στρατηγός Κ. Κανελλόπουλος:

«Η εδαφική υπεροχή του Μεγάλου επί του Μικρού Καλετζίκ είναι όπως βλέπει κάποιος απόλυτος. Παρατηρητήριο θαυμάσιο και προπέτασμα ασφαλέστατο το Μεγάλο Καλετζίκ, έδωσε στη Τουρκική Διοίκηση την ασφαλή βάση δια την επιτυχία της μεγάλης αυτής επιθέσεως. Αύτη ορθώς εκτιμήσασα το τρωτό τούτο σημείο της Ελληνικής παρατάξεως, επεχείρησε προς τα εκεί την κυρία επιθετική αυτής προσπάθεια …»)



Συμπέρασμα

Τα ως άνω αναφερθέντα πολύ σοβαρά μειονεκτήματα, καθιστούσαν την επιλεγείσα αμυντική τοποθεσία στο νότιο σκέλος της εξέχουσας, εξόχως ευάλωτη σε ενδεχόμενη ισχυρή εχθρική κρούση και ως εκ τούτου για την ισχυροποίηση της απαιτούνταν πολύ σοβαρές εργασίες αμυντικής οργάνωσης, διάθεση σημαντικών δυνάμεων για την επάνδρωση της, καθώς και πρόβλεψη ισχυρών εφεδρειών πίσω από αυτή, για την άμεση αντιμετώπιση εκτάκτων καταστάσεων. Το παραπάνω σοβαρότατο πρόβλημα, επιβαρύνονταν από το ότι:

• Όλα τα σχέδια ενεργείας προέβλεπαν «άμυνα μέχρις εσχάτων» επί της κατεχομένης οχυρωμένης τοποθεσίας, που αποτελούσε άλλωστε και τη μοναδική αμυντική τοποθεσία.

• Μελέτες και σχέδια για τη σύμπτυξη του μετώπου και μάλιστα υπό τη πίεση του εχθρού δεν είχαν καταρτιστεί από το Α’ Σώμα Στρατού, ειδικά για το νότιο σκέλος της εξέχουσας που αποτελούσε και το νευραλγικότερο σημείο του όλου Μικρασιατικού μετώπου.

• Αναγνωρίσεις προς τις πίσω τοποθεσίες δεν είχαν πραγματοποιηθεί.

• Οι υπάρχουσες οδεύσεις από τα μετόπισθεν προς την οχυρωμένη τοποθεσία δεν είχαν διευθετηθεί ώστε να επιτρέπουν την ταχεία κίνηση των εφεδρειών προς τα απειλούμενα σημεία. Το γεγονός αυτό υπήρξε και η αιτία που το πεδινό πυροβολικό παρέμεινε στις θέσεις του και δεν μπόρεσε να μετακινηθεί για να συμμετάσχει στον αμυντικό αγώνα της 13ης και 14ης Αυγούστου.


Απορίες και ερωτηματικά

Εύλογα όμως δημιουργείται το ερώτημα, πως επελέγη μια τόσο εξόφθαλμα ασθενής και προβληματική τοποθεσία για την κάλυψη του πλέον ευαίσθητου τμήματος της Ελληνικής αμυντικής διάταξης στο Μικρασιατικό μέτωπο, όταν βεβαίως αμέσως νοτιότερα υπήρχαν άλλες ισχυρότερες. Πιστεύω ότι η καλύτερη απάντηση βρίσκεται στο σύγγραμμα με τίτλο «Η Μικρασιατική Ήττα», του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Κανελλόπουλου, που ως λοχαγός του Μηχανικού, υπηρετούσε το 1922 στο ΙΙΙ γραφείο (επιχειρήσεων) του Α’ ΣΣ και ως εκ τούτου ήταν γνώστης του όλου ζητήματος. Στο εν λόγω σύγγραμμα, αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Μετά την απόκρουση της Τουρκικής αντεπίθεσης στο Αφιόν Καραχισάρ και την υποχώρηση των Τουρκικών δυνάμεων προς νότο, γεννήθηκε το ζήτημα της αμυντικής γραμμής που έπρεπε να καταληφθεί. Η Στρατιά υπέδειξε όπως νότια του Αφιόν, καταληφθεί η γραμμή «Μιχαήλ», η οποία είναι η γραμμή του Μεγάλου Καλετζίκ. Το Α’ Σ.Σ. (Υποστράτηγος Κοντούλης, Επιτελάρχης Γονατάς) συμφώνησε με την υπόδειξη της Στρατιάς και διέταξε την IV Μεραρχία (Υποστράτηγος Δημαράς, Επιτελάρχης Τσολάκογλου) να καταλάβει τη γραμμή «Μιχαήλ». H IV Μεραρχία αφού κατέλαβε τη γραμμή του Μικρού Καλετζίκ (Kucukkalecik), έκρινε περιττό να προωθήσει νοτιότερα τα συντάγματά της, θεωρώντας ότι η γραμμή που κατέλαβε ήταν αμυντικώς ισχυρότατη και ότι η προώθηση μέχρι τη γραμμή «Μιχαήλ» θα προκαλούσε δυσχέρειες στους ανεφοδιασμούς και θα επιμήκυνε το μέτωπο. Το Α’ Σ.Σ. ενέκρινε την ενέργεια της IV Μεραρχίας, αποδεχόμενο τα επιχειρήματα αυτής. Οι Τούρκοι αφού διαπίστωσαν τη μη κατάληψη του Μεγάλου Καλετζίκ από τους Έλληνες, το κατέλαβαν αυτοί και εγκαταστάθηκαν ισχυρώς απ’ αυτού. Όταν στις αρχές του 1922 ανέλαβε τη διοίκηση του Α’ Σ.Σ. ο Υποστράτηγος Τρικούπης (εδώ γίνεται κάποιο λάθος, επειδή ο Τρικούπης ανέλαβε το Α’ Σώμα τέλη Μαίου του 1922), ανήλθε στο Μικρό Καλετζίκ, αντιλήφθηκε το «εξόχως μειονεκτικό των εκεί Ελληνικών θέσεων», πλην όμως έκρινε ότι ήταν πλέον δυσχερέστατη αν όχι αδύνατη η κατάληψη του Μεγάλου Καλετζίκ, επειδή ο εχθρός είχε ισχυροποιηθεί επ’ αυτού». 


Με βάση τα παραπάνω οι δυνάμεις της Ελληνικής Στρατιάς εγκαταστάθηκαν αμυντικά σε μια τοποθεσία απόλυτα μειονεκτική για τη διεξαγωγή αμυντικής μάχης. Το πόσο λάθος ήταν η εκτίμηση του διοικητού της IV Μεραρχίας που έκρινε «ως περιττή την προώθηση της Μεραρχίας του νοτιότερα στη γραμμή Μιχαήλ» και το πόσο αυτή έβλαψε τον αμυντικό αγώνα του Α’ ΣΣ κατά την 13η και 14η Αυγούστου 1922, φαίνεται από το μέγεθος των δυνάμεων (4 Μεραρχίες) που συγκεντρώθηκαν αθέατες και απρόσβλητες σε απόσταση μόλις 4 χλμ από το Μικρό Καλετζίκ, εκ των οποίων οι 11η και η 5η επιτέθηκαν εναντίον του Ι/35 Τάγματος που αμυνόταν στο Κέντρο Αντιστάσεως του Καμελάρ, με την 11η να έχει και ως αποστολή τη διείσδυση στο κενό των 6 χλμ.

(Σημείωση: Στη συνέχεια την ευθύνη του Καμελάρ την ανέλαβε το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων του Πλαστήρα).

Εκτός από τη γραμμή «Μιχαήλ» και το Μικρό Καλετζίκ, υπήρχε άλλη κατάλληλη αμυντική τοποθεσία;

Ασφαλώς. Και προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση, το «γιατί» η ΙV Μεραρχία παρέμεινε στο Μικρό Καλετζίκ (ενώ αμέσως μπροστά του και σε απόσταση 2 χλμ υπήρχαν υπερκείμενα υψώματα) και δεν προώθησε τη διάταξή της 4 χλμ νοτιότερα, όπου η γραμμή των υψωμάτων 1505 – 1670 – 1798 – 1735 – 1690 θα της παρείχε περισσότερα πλεονεκτήματα για τη διεξαγωγή του αμυντικού της αγώνα και επιπλέον θα ευθυγράμμιζε τη διάταξή της με αυτή της Ι Μεραρχίας! Βεβαίως και η γραμμή των υψωμάτων 1505 – 1670 – 1798 – 1735 – 1690 υπόκειται στη κυριαρχία του Μεγάλου Καλετζίκ, αλλά το προ αυτών έδαφος κατέρχεται για 5,5 χλμ περίπου, πριν αρχίσει να ανέρχεται προς το Μεγάλο Καλετζίκ. Η ευθυγράμμιση όμως της διάταξης και η δυνατότητα παρατήρησης και βολής σε απόσταση 6 χλμ, είναι κάτι που κανένας διοικητής δεν μπορεί να αγνοήσει. Επιπλέον η παραπάνω γραμμή προσέδιδε αρκετό βάθος στη τοποθεσία της IV Μεραρχίας (που τόσο πολύ απουσίαζε), καταργούσε το μεταξύ των δύο Μεραρχιών κενό, εξουδετέρωνε εν πολλοίς τα προβλήματα που δημιουργούσε η χαράδρα του Σινίρκιοϊ και πλαγιοφύλασσε το ευαίσθητο Τιλκί Κιρί Μπελ.



Η εξέχουσα του Αφιόν, «είχε το θάνατο μέσα της» (Κ. Κανελλόπουλος).

Δυστυχώς το ευάλωτο του νότιου σκέλους της εξέχουσας του Αφιόν, εκτός από τον Τρικούπη το αντιλήφθηκε και ο νέος αρχιστράτηγος Χατζανέστης, ο οποίος όταν στις 24 Μαΐου 1921 ανέλαβε τη διοίκηση της Στρατιάς, αμέσως διαπίστωσε τα μειονεκτήματα της Ελληνικής διάταξης και ρώτησε τον Επιτελάρχη Υποστράτηγο Πάλλη: «Πως κοιμάσθε ήσυχοι με τοιαύτην παράταξη του στρατεύματος και άνευ δευτέρας γραμμής εκ των προτέρων προπαρασκευασμένης;». Στη συνέχεια ο Αρχιστράτηγος έφυγε για επιθεώρηση του μετώπου, αφού προηγουμένως διέταξε το επιτελείο του να ετοιμάσει μελέτες για τη σύμπτυξη του μετώπου. Ο Χατζανέστης διαπίστωσε το ευάλωτο της εξέχουσας του Αφιόν, αλλά πείστηκε από τους διοικητές των Μεραρχιών «ότι το μέτωπο είναι ακλόνητο, ότι οι άνδρες έχουν υψηλό ηθικό και ότι το ηθικό του Τουρκικού στρατού είναι πεσμένο!!!», (Σημείωση: Δεν ξέρω αν σε κάποιους αυτές οι φράσεις τους θυμίζουν κάτι...).


Μια ρεαλιστική πρόταση που αγνοήθηκε

Ενώ ο Χατζανέστης βρισκόταν στο μέτωπο, έφθασε στη Σμύρνη ο συνταγματάρχης Πάσσαρης και ανέλαβε τα καθήκοντα του υπαρχηγού του επιτελείου της Στρατιάς. Αντιλήφθηκε ότι οι μελέτες της προηγούμενης διοίκησης της Στρατιάς αναφορικά με τις δυνατότητες ενέργειας του εχθρού και τη διάταξη της Στρατιάς ήταν εσφαλμένες και προχώρησε στη σύνταξη υπομνήματος με το οποίο εξέθετε τις σκέψεις του για το δέον γενέσθαι. Κεντρικό σημείο του όλου σκεπτικού του, ήταν ότι η περιοχή του Αφιόν αποτελούσε την «Αχίλλειο πτέρνα» της Ελληνικής διάταξης και το σημείο στο οποίο οι Τούρκοι θα μπορούσαν να επιτύχουν στρατηγικό αποτέλεσμα και ως εκ τούτου θεωρούσε ότι η διατιθέμενη δύναμη στο τομέα του Αφιόν δεν ήταν ανάλογη της αξίας του και έπρεπε να ενισχυθεί άμεσα.


Πρότεινε λοιπόν όπως η περιοχή του Αφιόν αφ’ ενός να ενισχυθεί με δυνάμεις που θα αποσύρονταν από το τομέα του Ουσάκ (εκεί βρισκόταν η Μεραρχία Ιππικού) και αφ’ ετέρου η ΙΙ Μεραρχία που βρισκόταν σε προκάλυψη δυτικά του Τουμλού Μπουνάρ, να συγκεντρωθεί στη περιοχή Μπαλ Μαχμούτ (πίσω από το Τιλκί Κιρί Μπελ) ως γενική εφεδρεία της Στρατιάς. Επίσης πρότεινε τη πιο αραιή κάλυψη του βόρειου και κεντρικού τομέα της Στρατιάς και με την εξοικονόμηση των δυνάμεων που θα προέκυπτε τη συγκρότηση στρατηγικής εφεδρείας από 5 Μεραρχίες περίπου (X, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΗ (-), VII, IX, XIII).

Ο Χατζανέστης επιστρέφοντας από το μέτωπο, δεν αποδέχθηκε την εισήγηση του Συνταγματάρχη Πάσσαρη, επειδή είχε κατά νου άλλες ριζικότερες απόψεις για τη σύμπτυξη του μετώπου και έτσι η διάταξη παρέμεινε αμετάβλητη.

Η έναρξη της Τουρκικής επίθεσης βρήκε το Α’ ΣΣ με μοναδική εφεδρεία το Απόσπασμα Πλαστήρα (5/42 Σ.Ε. + ΜΟΠ) το οποίο και το διέθεσε αμέσως στο Καμελάρ του οποίου και ανέλαβε τη διοίκηση. Η VII Μεραρχία του Β’ Σ.Σ. που αποτελούσε μέρος της στρατηγικής εφεδρείας της Στρατιάς, βρισκόταν σε απόσταση 20 χλμ από το Αφιόν, τέθηκε αμέσως σε σύντονη πορεία κάτω από το καυτό Αυγουστιάτικο ήλιο του κεντρικού Μικρασιατικού υψιπέδου και φθάνοντας κατάκοπη στη περιοχή του Αφιόν, διατέθηκε στην Ι Μεραρχία η οποία και τη χρησιμοποίησε τμηματικά και όχι συγκεντρωτικά. Ενεπλάκη στον αγώνα αργά το απόγευμα της 13ης Αυγούστου.


Επίλογος

Όπως γίνεται αντιληπτό, όλοι είχαν αντιληφθεί το ευάλωτο του νοτίου σκέλους της εξέχουσας, όλοι γνώριζαν ότι η εξέχουσα είχε το θάνατο μέσα της, λύσεις υπήρχαν, λύσεις προτάθηκαν, αλλά κατά ένα περίεργο τρόπο όλοι «πίστευαν» ότι το μέτωπο ήταν ακλόνητο και δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να διορθώσουν τη κατάσταση.

Ακόμη και τις παραμονές της Τουρκικής επίθεσης, ενώ είχαν εκτιμήσει ότι απέναντι από το νότιο σκέλος είχαν συγκεντρωθεί 6 Τουρκικές μεραρχίες (είχαν συγκεντρωθεί 12 πεζικού και 3 ιππικού) και ότι επίκειται επίθεση, δεν μετακίνησαν έγκαιρα, έστω και την 12η Αυγούστου, την VII Μεραρχία στη περιοχή όπισθεν του Μπαλ Μαχμούτ. Για την ακρίβεια ο Τρικούπης ζήτησε τη μετακίνηση, αλλά η Στρατιά δεν απάντησε. Η VII Μεραρχία μετακινήθηκε το πρωί της 13ης Αυγούστου με πρωτοβουλία του διοικητή του Β’ ΣΣ στρατηγού Διγενή και η Στρατιά ενέκρινε εκ των υστέρων.

Η Τουρκική διοίκηση παρατηρώντας επί ένα περίπου έτος από το θαυμάσιο παρατηρητήριο του Κοτσά Τεπέ, το Ελληνικό μέτωπο, σχημάτισε σαφή αντίληψη για τα μειονεκτήματα και τα τρωτά σημεία της Ελληνικής αμυντικής τοποθεσίας και διάταξης στην ευρύτερη περιοχή του σημείου συνδέσμου των I και IV Μεραρχιών και κατ’ αυτής της περιοχής κατηύθυνε την 13η Αυγούστου 1922 την κυρία κρούση της, με τη σχεδόν απόλυτη βεβαιότητα ότι θα επετύγχανε διάρρηξη. Απέναντι σε 4 Ελληνικά τάγματα που τηρούσαν τη γραμμή από το Διχαλωτό Βράχο μέχρι και Τιλκί Κιρί Μπελ, επιτέθηκε με 4 Μεραρχίες σε πρώτο κλιμάκιο, με στόχο την ταχεία επίτευξη αποφασιστικού αποτελέσματος. Γνώριζε τι ήθελε και πέτυχε.

Η μη κατάληψη της γραμμής «Μιχαήλ» από τη IV Μεραρχία αποτέλεσε στρατηγικό λάθος πρώτου μεγέθους, που είχε ολέθριες συνέπειες στην εξέλιξη των αμυντικών επιχειρήσεων του Α’ Σ.Σ. στις 13 και 14 Αυγούστου 1922.

Η παραμονή της IV Μεραρχίας στη γραμμή Μαύρος Βράχος – ύψωμα 1710 και η μη κατάληψη των υπερκείμενων υψωμάτων 2-4 χλμ νότια του Μικρού Καλετζίκ, ήταν ένα παιδαριώδες λάθος που στοίχισε ακριβά.

Η χάραξη της αμυντικής γραμμής ανάμεσα στο Διχαλωτό Βράχο και το Τιλκί Κιρί Μπελ κατ’ αυτό τον ανεξήγητο τρόπο που δημιουργούσε μια εισέχουσα στην Ελληνική αμυντική διάταξη, έδωσε στη Τουρκική διοίκηση το κρίσιμο χώρο για την αθέατη από την Ελληνική παρατήρηση, συγκέντρωση των Μεραρχιών της Κυρίας της Προσπάθειας πολύ πλησίον στις Ελληνικές αμυντικές οργανώσεις.

Η IV Μεραρχία, το Α’ Σ.Σ. και η Στρατιά, παραχώρησαν στον εχθρό κρίσιμο ζωτικό χώρο χωρίς μάχη και πολύ πριν τη κρίσιμη μάχη της 13ης Αυγούστου.

Αντιθέσεις

Όπως ήδη αναφέρθηκε, του Α’ Σ.Σ. είχε εγκατασταθεί και είχε οχυρώσει την άκρως ελαττωματική και επικίνδυνα τρωτή αμυντική τοποθεσία Τουκλού Τεπέ – Τιλκί Κιρί Μπελ – Μικρό Καλετζίκ, καθώς και όλη την εξέχουσα του Αφιόν, με το σύνολο των δυνάμεων του (I, IV, V, XII Μεραρχίες) χωρίς να τηρεί ουσιαστική εφεδρεία, εκτός από το Απόσπασμα Πλαστήρα. Το Β’ Σ.Σ. (VII, IX, XIII Μεραρχίες) που θεωρητικά αποτελούσε τη στρατηγική εφεδρεία της Στρατιάς, αφ’ ενός είχε διαθέσει δυνάμεις για τη προκάλυψη του προ αυτού μετώπου, αφ’ ετέρου βρισκόταν 20-40 χλμ βόρεια του Αφιόν με αποστολή να εκτοξεύσει πλευρική αντεπίθεση προς Τσάϊ σε περίπτωση που οι Τούρκοι επιτεθούν στο νότιο τμήμα της εξέχουσας!!!

Από την άλλη πλευρά, οι Τουρκικές δυνάμεις για να αποφύγουν ένα νέο Σαγγάριο, επάνδρωναν την προκάλυψη τους στη περιοχή της εξέχουσας δια 4 Μεραρχιών πεζικού και 1 Ιππικού και τηρούσαν 10 Μεραρχίες πεζικού και 3 Ιππικού συγκεντρωμένες ιππαστί της σιδηροδρομικής γραμμής Αφιόν – Ικόνιο, στη περιοχή Τσάϊ – Μπουλαβαντίν – Μπαγιάτ, για άμεση επέμβαση όπου θα απαιτείτο. Επί πλέον με συνεχή εργασία και επιμελημένη προσπάθεια είχαν οργανώσει την άμυνα της περιοχής Μπουλαβαντίν – Μπαγιάτ, που αποτελούσε συνδετικό κρίκο των μετώπων Άγκυρας και Ικονίου. Σε εδαφική έκταση βάθους 50-60 χλμ είχαν οργανώσει τρεις διαδοχικές αμυντικές τοποθεσίες (τελικά δεν χρησιμοποιήθηκαν), ίχνη των οχυρώσεων των οποίων διασώζονται ακόμη.


Ακολουθεί το ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ


Διαβάστε περισσότερα...

...Γιατί αυτοί νίκησαν και εμείς ηττηθήκαμε;

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Προκοπίου, «μέχρις εσχάτων»

Γράφει ο Αρματιστής

2 Σεπτεμβρίου 1922 - Αλάτσατα - χερσόνησος Ερυθραίας


Η ώρα είναι 2100 όταν ολόκληρη η δύναμη του Αποσπάσματος του Αντισυνταγματάρχη Οδυσσέα Μαρούλη, αποτελούμενο από το 1ο Σύνταγμα Πεζικού της ΙΙ Μεραρχίας και δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες, εγκαταλείπει υπό τη κάλυψη των πυρών των θωρηκτών και των Α/Τ του στόλου την τοποθεσία «Αλάτσατα» της Ερυθραίας και κατευθύνεται προς το λιμάνι του Τσεσμέ. Είναι το Σύνταγμα της Μικρασιατικής Στρατιάς στο οποίο έλαχε ο κλήρος να εγκαταλείψει τελευταίο τη γη της Ιωνίας. Είχε παραμείνει στη τοποθεσία ολόκληρη την ημέρα για να καλύψει την αποχώρηση των Μεραρχιών του Α’ ΣΣ. Τελευταία, στις 1100 ώρα, είχε διέλθει από τις θέσεις του Αποσπάσματος η ΧΙΙΙ Μεραρχία υπό το Πλαστήρα.


Την 0115 ώρα της 3ης Σεπτεμβρίου επιβιβάστηκε στη τελευταία φορτηγίδα και ο διοικητής του Αποσπάσματος με το μητροπολίτη Τσεσμέ. Μετά την επιβίβαση και του τελευταίου τμήματος, ο Αντισυνταγματάρχης Μαρούλης διέταξε το αρχισαλπιγκτή του 1ου Συντάγματος Πεζικού να σημάνει επί της προκυμαίας του Τσεσμέ το σάλπισμα της αποχώρησης. Ο Ελληνικός Στρατός είχε ήδη εγκαταλείψει το προσφιλές και αιματόβρεκτο έδαφος της Μικράς Ασίας.

«Άμα τη σημάνσει του ανωτέρω σαλπίσματος, άπας ο εν τω λιμένι πολεμικός και επιβατικός στόλος απήρε, κατευθυνόμενος εις τα νήσους Χίον και Μυτιλήνην. Ενώ ο Ελληνικός Στρατός απεχώρει εκ Μικράς Ασίας, συγχρόνως εκ διαφόρων ορμίσκων της Ερυθραίας απήρχετο ομοίως αθρόως ο Ελληνικός πληθυσμός επιβιβαζόμενος διαφόρων πλωτών μέσων».

Πέρασαν 90 χρόνια από το σάλπισμα της αποχώρησης από την Ιωνία και το Μικρασιατικό ζήτημα θα συνεχίζει να στοιχειώνει το έθνος για πολλά χρόνια ακόμη. Στη προσπάθεια να δοθούν απαντήσεις για τα αίτια που προκάλεσαν τη καταστροφή, έχουν χυθεί χιλιάδες τόνοι μελάνι. Έχουν γραφεί αναρίθμητα πονήματα. Οι μη στρατιωτικοί συγγραφείς, έχουν τη τάση να αποδίδουν τις ευθύνες σε Άγγλους Γάλους Πορτογάλους, στους πολιτικούς, στο ΚΚΕ, στο Στεργιάδη, στους Μπολσεβίκους, στους Βενιζελικούς, στους Αντιβενιζελικούς, στο βασιλιά και όποιον άλλον βρίσκουν πρόχειρο.

Η καταστροφή όμως, ήταν αποτέλεσμα της συντριβής του στρατού. Και το μέγεθος της καταστροφής ήταν ανάλογο της ασύλληπτης ταχύτητας με την οποία συντρίφτηκε και αποσυντέθηκε η περήφανη Μικρασιατική Στρατιά, που ένα χρόνο πριν από το σάλπισμα της αποχώρησης, έκρουε τις πύλες της Άγκυρας στους βράχους του Καλέ Γκρότο. Και η ευθύνη για τη συντριβή του στρατού, είναι καθαρά Ελληνική, ανήκει σε μας και σε κανένα άλλο. Η ευθύνη για τη σφαγή και το ξεριζωμό από τις πατρογονικές του εστίες του πιο γνήσιου τμήματος της Ελληνικής φυλής, του Ελληνισμού της Ιωνίας με τη τρισχιλιετή ιστορία, βαρύνει αποκλειστικά σύσσωμη τη παλαιά Ελλάδα. Άρχοντες και αρχομένους. Πολιτικούς, πολίτες και στρατιωτικούς. Αυτοί ανέλαβαν το μεγάλο εγχείρημα και αποδείχτηκαν «λίγοι» για να το φέρουν σε αίσιο τέλος.

Το παρόν κείμενο, έχει σαν στόχο να αναδείξει μερικά (πολύ ελάχιστα), από τα ζητήματα που αφορούν τις αιτίες της στρατιωτικής ήττας. Είναι ζητήματα απλά και χειροπιαστά, αντιληπτά και από το μη ειδικό, που δεν έχουν να κάνουν σε τίποτα με την υψηλή στρατηγική, τη τακτική, ή τη διεύθυνση των επιχειρήσεων και της μάχης. Είναι θέματα με διαχρονική αξία που συνεχίζουν να προβληματίζουν όλους όσους από θέση ευθύνης ασχολούνται με την άμυνα μιας χώρας. Τα ζητήματα που θα θίξω, έχω την άποψη ότι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη των επιχειρήσεων κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία και είχαν κρίσιμο ειδικό βάρος στο τελικό αποτέλεσμα. Πιστεύω όμως ότι και μόνο από την ιστορική τους σκοπιά αν τα δούμε, είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα.

Ζητήματα προς παρουσίαση:

1.Η εκλογή της αμυντικής τοποθεσίας
2.Η οχύρωση
3.Το πυροβολικό

ΜΕΡΟΣ Ι

Η εκλογή της αμυντικής τοποθεσίας στη περιοχή του Σαγγάριου από τη Τουρκική Διοίκηση


Μετά τη μάχη του Εσκή Σεχήρ, η Τουρκική διοίκηση σύμπτυξε τις δυνάμεις της σε βάθος 150 περίπου χιλιομέτρων και τις εγκατέστησε αμυντικά αμέσως ανατολικά του Σαγγάριου. Σκοπός της ήταν να ρυμουλκήσει την Ελληνική Στρατιά σε όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόσταση από τις Βάσεις Συντηρήσεώς της. Κατά τη σύμπτυξή της, κατέστρεψε ολοσχερώς τη σιδηροδρομική γραμμή Εσκή Σεχήρ – Άγκυρα, καθώς και τα τεχνικά έργα αυτής.

Η απόφαση της Τουρκικής διοίκησης για την εγκατάλειψη του Εσκή Σεχήρ και τη σύμπτυξη των δυνάμεών της ανατολικά του Σαγγάριου, ήταν μια πολύ δύσκολη απόφαση αλλά ταυτόχρονα και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, στρατηγικά σοφή, διότι δια ταύτης απέκτησε σημαντικότατα πλεονεκτήματα για τη συνέχιση των επιχειρήσεων, όπως:

• Κέρδισε χρόνο για την ανασυγκρότηση των μονάδων της, την αναπλήρωση των απωλειών, τη συγκρότηση νέων Μεραρχιών με την επιστράτευση και άλλων κλάσεων και την οργάνωση της άμυνας στην επιλεγείσα αμυντική τοποθεσία.
• Μείωσε το μήκος του μετώπου της, εξοικονομώντας έτσι δυνάμεις για τη διεξαγωγή ενεργητικής άμυνας.
• Κάλυψε ευρέως την Άγκυρα που αποτελούσε τη μεγαλύτερη βάση εφοδιασμού της.
• Συντόμευσε τις μεταφορές της από τη βάση ανεφοδιασμού της Άγκυρας προς τη νέα γραμμή του μετώπου της και επιπλέον
• Σε περίπτωση που η Ελληνική Στρατιά θα συνέχιζε τις επιχειρήσεις προς ανατολάς καθώς εκτιμούσε, θα απομακρυνόταν υπέρμετρα από τις βάσεις συντηρήσεως της, με αποτέλεσμα αφ’ ενός σημαντικές δυσχέρειες στον εφοδιασμό των δυνάμεών της κατά τη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και αφ’ ετέρου την απαίτηση διάθεσης ακόμη περισσοτέρων στρατευμάτων για τη προστασία των εκτεταμένων γραμμών συγκοινωνιών της. Στρατευμάτων που υποχρεωτικά θα αφαιρούνταν από τις δυνάμεις κρούσης.

Η απόφαση για την υποχώρηση του Τουρκικού στρατού από το Εσκή Σεχήρ, λήφθηκε προσωπικά από τον Κεμάλ, ο οποίος προσκλήθηκε επί τούτου στο στρατηγείο του Ισμέτ πασά την 6η Ιουλίου 1921. Η απόφαση, όπως μεταφέρεται από επίσημες πηγές, έχει ως εξής: «Εκκενώσατε την περιοχήν, δώσατε διαταγήν υποχωρητικής μάχης εφ’ ολοκλήρου του μετώπου και υποχωρήσατε κατά 300 χλμ μέχρι και πέραν του Σαγγάριου και οργανώσατε αμυντικώς την τοποθεσίαν καλύπτοντες την Άγκυραν. Τούτο θα υπερτείνη τας συγκοινωνίας του εχθρού και θα βραχύνη κατ’ ίσην απόστασιν τας συγκοινωνίας ημών. Επιπλέον θα μας ευκολύνη εις το να ανασυγκροτήσωμεν τα δυνάμεις ημών». (Αντιστράτηγος Γ. Σπυρίδων, «Πόλεμος και Ελευθερίαι», σελ 152)

Η Τουρκική διοίκηση επέλεξε ως αμυντική τοποθεσία για να προστατεύσει την Άγκυρα, μία συνεχή σειρά δεσποζόντων υψωμάτων ανατολικά του Σαγγάριου και βόρεια των παραποτάμων του Γκεούκ και Κατραντζί Ντερέ, που άρχιζε από τη περιοχή βόρεια του Γόρδιου και του Πολατλί, συνέχιζε προς νότο μέχρι το όρος Γκιλντίζ, στη συνέχεια καμπτόταν σε ορθή γωνία προς τα ανατολικά και ακολουθώντας τη κατεύθυνση του Γκεούκ, έφθανε μέχρι το Μανγκάλ Νταγκ. Ύστερα από την αναγνώριση του εύρους του υπερκερωτικού ελιγμού της Ελληνικής Στρατιάς, η υπόψη γραμμή επεκτάθηκε έτι ανατολικότερα, μέχρι τα βραχώδη υψώματα του Ουλού Νταγκ και του Καλέ Γκρότο.

Χαρακτηριστικά της εκλεγείσας τοποθεσίας:

• Διέθετε ανάπτυγμα 90 περίπου χλμ.
• Στήριζε ισχυρά τα πλευρά της, βόρεια στις νοτιοδυτικές αντηρίδες του όρους Ελμά Νταγκ και ανατολικά στα βραχώδη υψώματα Καλέ Γκρότο και το Ουλού Νταγκ.
• Ήταν οικονομική.



• Τα προς νότο κατερχόμενα πρανή των δεσποζόντων υψωμάτων της εκλεγείσας αμυντικής τοποθεσίας επί των οποίων στηρίχθηκε και το πλέγμα της αμυντικής οργάνωσης, είναι παντελώς ακάλυπτα από βλάστηση, παρουσιάζουν μικρές και ομαλές κλίσεις και παρέχουν στον αμυνόμενο επ’ αυτών, ευρεία παρατήρηση και αναπεπταμένα και καθαρά πεδία βολής (προς νότο και δυτικά) που επιτρέπουν την εκτέλεση θεριστικής βολής πολυβόλων.

• Στην ανωτέρω περιοχή και σε ζώνη βάθους 25-35 χλμ, οργανώθηκαν από τους Τούρκους τρεις διακεκριμένες διαδοχικές αμυντικές τοποθεσίες, καθώς και κάποιες ενδιάμεσες.

• Οι αμυντικές τοποθεσίες περιελάμβαναν φύσει ισχυρά εδάφη που κυριαρχούσαν στην ευρύτερη περιοχή τους και των οποίων η φυσική αμυντική ισχύς επαυξήθηκε σημαντικά από την ποιότητα της αμυντικής οργάνωσης που επιτεύχθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Τα υπόψη υψώματα, όπως το Ντουά Τεπέ του Πολατλί, οι αμυντικές περιβολές του Τοϊντεμίρ, η Γυμνή Κορυφή και ο Τραπεζοειδής λόφος της Σαπάντζας, το Μανγκάλ Νταγκ, το Τουρμπέ Τεπέ και οι Δίδυμοι Λόφοι του Ταμπούρ Ογλού, το Καρά Τεπέ, οι γρανιτένιες κορυφές των Καλέ Γκρότο και Ουλού Νταγκ, το Καρακουγιού, το Τσαλ Νταγκ και το Αρντίζ Νταγκ, ποτίστηκαν με το αίμα χιλιάδων Ελλήνων μαχητών, που κοιμούνται εκεί τον αιώνιο τους ύπνο.



• Το σύνολο της αναφερομένης εδαφικής ζώνης (ανατολικά και δυτικά του Σαγγάριου και βόρεια και νότια του Γκεούκ), είναι άδενδρο και ακάλυπτο και δεν παρέχει ούτε την ελάχιστη απόκρυψη και κάλυψη στις κινήσεις δυνάμεων που επιχειρούν στην υπόψη περιοχή. Οι κινήσεις των σχηματισμών της Ελληνικής Στρατιάς, είτε κατά τη προέλαση για τη λήψη της επαφής με την ως άνω τοποθεσία, είτε κατά τη προσπέλαση για την εκτόξευση των επιθέσεων, εγένοντο αντιληπτές από μεγάλες αποστάσεις, με αποτέλεσμα η Τουρκική διοίκηση να προσαρμόζει έγκαιρα τις δυνάμεις της και τα πυρά της ανάλογα με τις απαιτήσεις.


Ακόμη όμως και αν επιτυγχανόταν η κατάληψη και των τριών αμυντικών τοποθεσιών, το έδαφος μέχρι την Άγκυρα προσφερόταν απόλυτα για την οργάνωση και άλλων αμυντικών γραμμών για τη συνέχιση του αμυντικού αγώνα. Και όπως φάνηκε κατά την εξέλιξη των επιχειρήσεων, όταν οι Τουρκικές δυνάμεις ύστερα από αιματηρές μάχες έχαναν ένα ύψωμα ή μια τοποθεσία, συμπτύσσονταν λίγο πιο πίσω και άρχιζαν το σκάψιμο. Είναι χαρακτηριστικός ο διάλογος του Λοχαγού διοικητή λόχου του 34 Συντάγματος της ΙΙ Μεραρχίας με φίλο του διμοιρίτη, ύστερα από την αιματηρή μάχη του Ταμπούρ Ογλού, κατά την οποία το 34 Σύνταγμα κατέλαβε την αιματόβρεκτη κορυφή του Τουρμπέ Τεπέ:

Διμοιρίτης: Κύριε Λοχαγέ στην Άγκυρα δεν θα πάμε, βγάλτο από το νου σου.
Λοχαγός: Μη ρίχνεις το ράϊ, μη κιοτεύεις θα τους φάμε.
Διμοιρίτης: Με ξέρεις αν κιοτεύω, αλλά τώρα έχασα κάθε ελπίδα. Κοιτά τους πως δουλεύουν εις όλην την γραμμήν, κοίτα με γυαλιά σου καλά.
(Και του έδειξε τη γραμμή του Εβλί Φακιλί, στην οποία οι Τούρκοι έσκαβαν χαρακώματα ταχύτατα και σε όλη την έκταση, οι δε διοικητές τους περιφέρονταν έφιπποι επιβλέποντες τις λεπτομέρειες της οχύρωσης).



Η αμυντική οργάνωση της εκλεγείσας τοποθεσίας


Στο χρονικό διάστημα από της 8ης Ιουλίου 1921 κατά την οποία οι Τουρκικές δυνάμεις υποχώρησαν από το Εσκή Σεχήρ, μέχρι και την 11η Αυγούστου που άρχισε η Ελληνική επίθεση για την κατάληψη της Άγκυρας, η Τουρκική διοίκηση επέδειξε ιδιαίτερη ικανότητα στην εκλογή των θέσεων άμυνας επί της εκλεγείσας αμυντικής τοποθεσίας και συγχρόνως ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα για την αμυντική ισχυροποίηση της. Όλο ο στρατός και όλοι οι πολίτες που μπορούσαν, συμμετείχαν στην οργάνωση του εδάφους.

Οι αμυντικές οργανώσεις που εκτελέστηκαν αποτελούνταν αποκλειστικά από έργα εκστρατείας υπό τη μορφή περιβολών που επέτρεπαν την άμυνα προς όλες τις κατευθύνσεις. Περιελάμβαναν χαρακώματα κυρίως ορθίως βάλλοντος, ορύγματα συγκοινωνίας, παρατηρητήρια, θέσεις για τα αυτόματα όπλα και συρματοπλέγματα στα πλέον ευπαθή σημεία. Η πυκνότητα των έργων ήταν ιδιαιτέρως μεγάλη στη περιοχή μεταξύ του όρους Γιλντίζ και της Σαπάντζας. Εκεί που το έδαφος το επέτρεπε εκτελέστηκαν εκσκαφές και όπου αυτό ήταν πετρώδες, εκτελέστηκαν κατασκευές από ξερολιθιά. Στη περιοχή του Καλέ Γκρότο, η βραχώδης φύση του εδάφους αποτέλεσε ουσιαστικά τη μοναδική οχύρωση. Πλέον αυτών κατασκευάστηκαν πολλές και εναλλακτικές θέσεις για το πυροβολικό. Επειδή δε το έδαφος ήταν ερημικό και ομοιόμορφο χωρίς χαρακτηριστικά σημεία αναφοράς, για τη προσαρμογή της βολής του πυροβολικού δημιουργήθηκαν σωροί από πέτρες ως σημεία αναφοράς.

Είναι μάλλον σαφές ότι μέχρι και την δεύτερη ημέρα της Ελληνικής προέλασης προς το Σαγγάριο, οι Τουρκικές αμυντικές οργανώσεις πρέπει να είχαν φθάσει μέχρι και τη Σαπάντζα. Τούτο αποδεικνύεται από τη διάταξη των Τουρκικών δυνάμεων της 2ας Αυγούστου 1921, σύμφωνα με την οποία η ΧΙΙ Ομάδα Μεραρχιών που αποτελούσε το άκρο αριστερό της Τουρκικής διάταξης, κάλυπτε την αμυντική τοποθεσία μέχρι το Ινλάρ Κατραντζί (ΔΙΣ/ΓΕΣ, Επιχειρήσεις προς Άγκυρα, Σχεδιάγραμμα 13).

Η εκτέλεση των αμυντικών οργανώσεων στη περιοχή του Ταμπούρ Ογλού θα πρέπει να ξεκίνησε μετά το βράδυ της 5ης Αυγούστου 1921, οπότε εισήλθε στην Τουρκική αμυντική τοποθεσία στη περιοχή του Ταμπούρ Ογλού η ΙΙ Ομάδα Μεραρχιών, που μέχρι εκείνη τη στιγμή τηρούσε την επαφή με την Ελληνική Στρατιά νότια του Σαγγάριου στην Αλμυρά Έρημο. Στη συνέχεια και μετά την 7η Αυγούστου, όταν πλέον άρχισαν να αποσαφηνίζονται οι προθέσεις της Ελληνικής Στρατιάς για υπερκέραση του αριστερού πλευρού της, πρέπει οι εργασίες οχύρωσης να επεκτάθηκαν και στο Μανγκάλ Νταγκ. (Σημείωση: Τα παραπάνω αναφερόμενα αποτελούν και μια έμμεση απάντηση σε όσους ισχυρίζονται ότι η Τουρκική διοίκηση είχε πληροφόρηση για τις προθέσεις της Ελληνικής διοίκησης.)



Αλλά και από το Google Earth διαπιστώνεται μια πολύ επιμελημένη οχύρωση στις περιοχές Γιλντίζ και Σαπάντζας και μια πολύ βιαστική στο Ταμπούρ Ογλού, αν και ακόμη δεν μπορεί να σχηματιστεί αντικειμενική άποψη, διότι εκεί το Google Earth μας παρέχει εικόνα από λήψεις του 2002.

Η ποιότητα των αμυντικών έργων που εκτελέστηκαν από τους Τούρκους μέσα σε διάστημα 30 ημερών, ήταν αξιοθαύμαστη, αφού ακόμη και σήμερα στα χέρσα εδάφη διακρίνονται καθαρά τα ίχνη τους (οι οχυρώσεις στα καλλιεργούμενα εδάφη έχουν εξαφανιστεί). Αλλά και οι ελάχιστες εικόνες που μπόρεσα να βρω, αυτές φανερώνουν πολύ βαθιές εκσκαφές και θέσεις μάχης ορθίως βάλλοντος πραγματικές.

Ποιο ρόλο όμως έπαιξαν στην εξέλιξη των επιχειρήσεων:

• Η εκλογή από τη Τουρκική διοίκηση ως τελικής τοποθεσίας άμυνας αυτής αμέσως ανατολικά του ποταμού Σαγγάριου;
• Η χάραξη των επιμέρους τοποθεσιών άμυνας επί των δεσποζόντων και των φύσει ισχυρών υψωμάτων;
• Το εύρος και η ποιότητα των Τουρκικών αμυντικών οργανώσεων;


Όσο αφορά το πρώτο ερώτημα, η απάντηση είναι πολύ απλή:

Όλες οι προβλέψεις που ενυπάρχουν στην απόφαση του Κεμάλ, επιβεβαιώθηκαν.

• Οι γραμμές συγκοινωνιών του Τουρκικού Στρατού βραχύνθηκαν ενώ της Ελληνικής Στρατιάς επιμηκύνθηκαν χωρίς ποτέ να επιτευχθεί ένα επαρκές ρεύμα μεταφορών, ειδικά σε πυρομαχικά.

• Οι επιθέσεις των Ελληνικών Μεραρχιών πληρώνονταν με άφθονο αίμα επειδή η υποστήριξη του πυροβολικού ήταν τραγικά ανεπαρκής εξ αιτίας του ότι τα πυρομαχικά του πυροβολικού δεν μπορούσαν να φθάσουν στις Μεραρχίες.

• Αλλά και οι λοιπές δυσχέρειες στον ανεφοδιασμό της Στρατιάς και στην εκκένωση των τραυματιών ήταν τραγικές.

• Η Ελληνική στρατιά αναγκάστηκε να διαθέσει δύο ενισχυμένες Μεραρχίες (IV και XI) για τη κάλυψη των εκτεταμένων πλευρών της βόρεια του Πουρσάκ και νότια του Σαγγάριου, χωρίς ποτέ να μπορέσει να προστατεύσει ικανοποιητικά τις γραμμές συγκοινωνιών της από τις επιθέσεις του Τουρκικού ιππικού.

• Και το πλέον τραγικό είναι ότι οι δύο Μεραρχίες που έμειναν πίσω, ίσως να ήταν η στρατηγική μάζα που έλλειψε για την εκμετάλλευση όλων όσων κερδήθηκαν με αίμα ανατολικά του Σαγγάριου. Από την υπέρτατη προσπάθεια του Ελληνικού έθνους, έλειψαν οι 30.000 άνδρες που δυστυχώς υπήρχαν, αλλά δεν διατέθηκαν. Από την άλλη πλευρά οι 13 Μεραρχίες των Κεμαλικών που συμμετείχαν στη μάχες Κιουτάχειας – Εσκή –Αφιόν, αυξήθηκαν σε 18 δια της νέας στρατολογίας και της αθρόας προσέλευσης, αξιωματικών του πρώην Οθωμανικού στρατού.


Όσο αφορά τα δεύτερο και τρίτο ερωτήματα, εδώ η απάντηση είναι μία και λακωνική:

«Οι τραγικά μεγάλες απώλειες».


Απώλειες δυσβάστακτες που αραίωσαν τις τάξεις των ηρωικών Συνταγμάτων και απομείωσαν δραματικά τη μαχητική ισχύ της Ελληνικής Στρατιάς. Οι Έλληνες μαχητές ύστερα από αλλεπάλληλες επιθέσεις, τις περισσότερες φορές με ελλιπή υποστήριξη πυροβολικού, καταλάμβαναν τα Τουρκικά χαρακώματα και εκδίωκαν από αυτά τους αντιπάλους τους δια της λόγχης. Η μέχρις αυτοθυσίας ορμητικότητα των Ελλήνων μαχητών, εθραύστη μπροστά στους Τουρκικούς προμαχώνες του Γιλντίζ, της Σαπάντζας, του Ταμπούρ Ογλού και του Καλέ Γκρότο, τους οποίους υπεράσπιζαν με την ίδια αυτοθυσία άνδρες που μάχονταν για την ελευθερία της πατρίδα τους. Οι θυελλώδεις επιθέσεις τους για τη κατάληψη των Τουρκικών τοποθεσιών εκτελούνταν ως επί το πλείστο με απουσία πυροβολικού, είτε λόγω της κακής χρησιμοποίησης του από τις διοικήσεις των Σ.Σ. και Μεραρχιών, είτε λόγω της αδυναμίας του να προωθηθεί και να ταχθεί για την υποστήριξη του αγώνα, είτε ως και το συνηθέστερο λόγω έλλειψης πυρομαχικών εξ αιτίας της «επιμήκυνσης των γραμμών συγκοινωνιών και της δράσης του εχθρικού ιππικού στα μετόπισθεν των Ελληνικών δυνάμεων». Μέχρι οι Έλληνες μαχητές να τρέξουν εκείνα τα μακρά και ακάλυπτα πρανή για να φθάσουν στα Τουρκικά χαρακώματα, θερίζονταν κυριολεκτικά από τα Τουρκικά πολυβόλα.

Δυστυχώς η Ελληνική Στρατιά αιθεροβατούσε. Οι εκτιμήσεις του επιτελείου της για την οργάνωση των διακομιδών, βασίστηκαν στη πρόβλεψη ότι ο πιθανός αριθμός των τραυματιών θα ανερχόταν σε 2.500-3.000 περίπου. Αλλά φευ. Οι απώλειες μόνο για την κατάληψη της 1ης Τουρκικής αμυντικής τοποθεσίας ανήλθαν σε:

Μάχη Ταμπούρ Ογλού – Α’ Σ.Σ.

Νεκροί: (Αξκοί 25 + Οπλίτες 415, Σύνολο 440)
Τραυματίες: (Αξκοί 115 + Οπλίτες 2.452, Σύνολο 2.567)
Αγνοούμενοι: 169

Μάχη Σαπάντζας – Γ’ Σ.Σ.

Νεκροί: (Αξκοί 30 + Οπλίτες 416 = 446)
Τραυματίες: (Αξκοί 83 + Οπλίτες 2.151 = 2.234)
Αγνοούμενοι: 53

Μάχη Καλέ Γκρότο – Β’ Σ.Σ.

Νεκροί: (Αξκοί 35 + Οπλίτες 529 = 564)
Τραυματίες: (Αξκοί 107 + Οπλίτες 2.737 = 2.844)
Αγνοούμενοι: 176

Μάχη Πολατλί – VII Μεραρχία

Νεκροί: (Αξκοί 17 + Οπλίτες 260 = 277)
Τραυματίες: (Αξκοί 65 + Οπλίτες 1.631 = 1.696)

Συνολικές απώλειες:

Νεκροί 1727 + Τραυματίες 9341 + Αγνοούμενοι 398 = 11.466.

Και μόνο για τη κατάληψη της 1ης τοποθεσίας. Αυτό δεν ήταν μάχη, αλλά σφαγή. Και θα επακολουθούσαν και άλλες ανθρωποθυσίες, με το τελικό αριθμό των απωλειών να ανέρχεται στις 24.000 άνδρες. Η Στρατιά μπροστά στους προμαχώνες της Άγκυρας θα χάσει τον ανθό της. Τα «γκεσέμια» της. Τους καλύτερους μαχητές της. Τους ηρωικότερους και τους ορμητικότερους των αξιωματικών και οπλιτών της. Αυτούς που έσερναν το κάρο. Ή καλύτερα αυτούς που έσερναν το χορό του θανάτου. Αυτόν που σέρνει χιλιάδες χρόνια η φυλή μας. Έχασε το 1/3 της μάχιμης δύναμής της.

Οι μεγάλες απώλειες είναι αυτές που θα οδηγήσουν τη Στρατιά στην αναστολή των επιθετικών επιχειρήσεων, στη μετάπτωση της σε άμυνα και τέλος στην αποχώρηση στους χώρους από τους οποίους ξεκίνησε για το όνειρο. Μετά την επική μάχη εμπρός στα χαρακώματα της Άγκυρας, θα χρειαστεί ένα μόνο λάθος για να ηττηθεί η Μικρασιατική Στρατιά. Και δυστυχώς στη συνέχεια έγιναν πάρα πολλά.

Διαβάστε περισσότερα...

13 Αυγούστου 1922, Εξέχουσα Αφιόν Καραχισάρ: Η Αρχή του Τέλους

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Γράφει ο Βελισάριος

Ὑπὲρ τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας πολεμήσαντες

Ἀνδρεῖοι σεῖς ποὺ πολεμήσατε καὶ πέσατ᾿ εὐκλεῶς
τοὺς πανταχοῦ νικήσαντας μὴ φοβηθέντες.
Ἄμωμοι σεῖς, ἂν ἔπταισαν ὁ Διαῖος κι ὁ Κριτόλαος.
Ὅταν θὰ θέλουν οἱ Ἕλληνες νὰ καυχηθοῦν, «Τέτοιους βγάζει τὸ ἔθνος μας» θὰ λένε γιὰ σᾶς. Ἔτσι θαυμάσιος θά ῾ναι ὁ ἔπαινός σας.



Σαν σήμερα, την 05.00 της 13ης Αυγούστου 1922 άρχισε σφοδρός βομβαρδισμός των θέσεων των I και IV Μεραρχιών από το τουρκικό πυροβολικό, που θα οδηγούσε μέσα σε λίγες μέρες στην κατάρρευση του στρατού της Μικρασίας και το τέλος του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Η Μικρασιατική Καταστροφή είναι το κομβικό σημείο της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας, ασύγκριτα σημαντικότερο από ό,τι προηγήθηκε και από ό,τι ακολούθησε. Η Καταστροφή δε σήμανε μόνον την απώλεια του Μικρασιατικού Ελληνισμού, τον μαρτυρικό θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, το χαμό δεκάδων χιλιάδων γυναικών και παιδιών στα σκλαβοπάζαρα και τον ξεριζωμό των περισσότερων από ενάμιση εκατομμυρίου Μικρασιατών από τις εστίες τους. Αυτά, τα ανείπωτα τραγικά, θα μπορούσαν κάποτε να επουλωθούν από το χρόνο.

Η Μικρασιατική Καταστροφή σήμανε κάτι πολύ βαθύτερο για την Νεώτερη Ελλάδα: σήμανε την εσωτερίκευση της ήττας, της εξάρτησης και της αδυναμίας. Η Καταστροφή έπεισε τις έκτοτε διαδοχικές ελληνικές ηγετικές ομάδες ότι χωρίς την πατρωνία “Μεγάλων” ξένων δυνάμεων “η Ελλάς ασφαλώς και δεν είναι σοβαρό Κράτος”, όπως έλεγε ο Γούναρης. Αφαίρεσε από τις ηγετικές ομάδες της χώρας την αίσθηση ιστορικής ευθύνης για την πορεία και το μέλλον της. Εγκατέστησε στις πολιτικές συνειδήσεις την πεποίθηση ότι η παρουσία στο διεθνή χώρο είναι κάτι που δεν εξαρτάται από εμάς τους ιδίους αλλά από εξωγενείς παράγοντες, από τις διαθέσεις άλλων, από τις συγκυρίες και την τύχη. Και τους επέτρεψε, έτσι, στους πολιτικούς να πολιτεύονται στη χώρα ως καιροσκόποι βλαχοδήμαρχοι: χωρίς καμία συναίσθηση ιστορικής ευθύνης και χωρίς κανέναν ιστορικό ορίζοντα. Η Καταστροφή εγκαθίδρυσε και στον απλό λαό μια βαθιά αίσθηση ήττας, μιζέριας και ανικανότητας σε όλα τα επίπεδα – και όχι μόνον της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό είναι το κρυφό νήμα που ενώνει τη Μικρασιατική Καταστροφή με το παρόν μας.

Ήταν ανέφικτη εξ αρχής η επιτυχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας;

Από απόψεως υψηλής στρατηγικής το εγχείρημα ήταν ακραίο. Οι πόροι που ήταν διαθέσιμοι – εξοπλισμός, ανθρώπινο δυναμικό, χρηματικά διαθέσιμα, παραγωγική ικανότητα, συσχετισμός διεθνών δυνάμεων – ήταν οριακά. Όμως, ιστορικά, δεν υπήρξε ποτέ εναλλακτική λύση για το Ελληνικό Έθνος: το θέμα του Ανατολικού Ζητήματος τέθηκε εκείνη τη στιγμή, τέθηκε παρά τη θέλησή μας, και δε μπορούσε να το αποφευχθεί. Εναλλακτική λύση από την εντολή για τη Μικρασία δεν υπήρξε ποτέ. Για την ακρίβεια: η μόνη εναλλακτική λύση ήταν η εκ των προτέρων, αμαχητί αποδοχή της Μικρασιατικής Καταστροφής, δηλαδή της γενοκτονίας και της εθνοκάθαρσης του Μικρασιατικού Ελληνισμού, χωρίς απόπειρα υπεράσπισής του από το Ελλαδικό Κράτος. Η πορεία είχε ξεκινήσει, ήδη από το 1914, και δεν αφορούσε, φυσικά, μόνον τους Έλληνες Μικρασιάτες. Οι Αρμένιοι της Ανατολίας σφαγιάσθηκαν ακόμη μαζικότερα, και δεν είχαν ποτέ να προσβλέπουν κάπου.

Ο Μεταξάς, ένας από τους ικανότερους, ιστορικά, έλληνες στρατιωτικούς, μπορεί να αξιολογούσε το εγχείρημα ως ανέφικτο, όμως είναι αφέλεια να πιστεύεται ότι η κρίση του αυτή ήταν αυστηρά στρατιωτική, ανεπηρέαστη από προσωπικές πολιτικές απόψεις και πικρίες – δικαιολογημένες ή μη, αδιάφορο.

Υπάρχει ένα πιο απλό κριτήριο για να αξιολογηθεί αν το εγχείρημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας ήταν εφικτό, ή αν αυτή ήταν εξ αρχής καταδικασμένη. Κι αυτό είναι ο τρόπος διεξαγωγής της, καθ’ εαυτός. Από την αρχή των επιθετικών επιχειρήσεων, τον Ιούνιο του ’20, μέχρι ΚΑΙ τον Ιούλιο το ’21 η αποφασιστική νίκη ήταν εντός των δυνατοτήτων των ελληνικών δυνάμεων, και μόνον η συστηματικά εξαιρετικά κακή διεύθυνση των επιχειρήσεων και τα συνεχόμενα μείζονα σφάλματα της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας έσωσαν τον Μουσταφά Κεμάλ από την ήττα και τη συνθηκολόγηση – αν πιστέψουμε τους βιογράφους του, και δεν έχουμε λόγο να μην τους πιστέψουμε, βάσει των αντικειμενικών δεδομένων.

Στον πόλεμο τα λάθη είναι μέρος της φύσης του. Μαζί με την άγνοια της πλήρους κατάστασης – την “ομίχλη του πολέμου” – και τις απρόβλεπτες καθυστερήσεις, είναι τα τρία κατ΄εξοχήν εγγενή στοιχεία της φύσης του. Δεν υπάρχει κανείς πραγματικός πόλεμος που να έχει διεξαχθεί ως”τέλεια διαδρομή”.

Αλλά τα λάθη της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας, το μέγεθός τους και η επιμονή τους, σε επίπεδο Στρατιάς και Σωμάτων Στρατού απείχαν κατά πολύ από το επίπεδο αυτό. Ο συστηματικά κακός σχεδιασμός και διεύθυνση των επιχειρήσεων υποδείκνυε έλλειψη στρατιωτικής αντίληψης και επαγγελματική ανεπάρκεια. Δυστυχώς, όσο οδυνηρό και αν είναι, σε πάρα πολλά επίπεδα, η Μικρασιατική εκστρατεία θυμίζει δυσάρεστα την Γαλλο-γερμανική σύγκρουση του 1940. Μάλιστα, υπάρχει μία εξαιρετικά δυσάρεστη “τεχνική” πτυχή στην παρομοίωση αυτή: τόσο λόγω επαγγελματικών και οργανωτικών επιρροών, όσο και λόγω των πρόσφατων, αντίστοιχων ιστορικών εμπειριών, ο τουρκικός στρατός ήταν πολύ πιο έτοιμος και πρόθυμος να διεξαγάγει επιχειρήσεις σε βάθος, όπως το απαιτούσε το μεγάλο και αναπεπταμένο θέατρο επιχειρήσεων της Μικρασίας και όπως το είχαν αναπτύξει και το τελειοποιούσαν από μακρού χρόνου οι Γερμανοί, ενώ ο ΕΣ είχε εμμονή με τη μεθοδική μάχη, όπως την είχε διδαχθεί από τους Γάλλους και την είχε αφομοιώσει στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Συνεπώς, η μετατόπιση του βάρους για την εξήγηση της ήττας στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, ενώ είναι εύλογη, δεν δικαιολογείται απολύτως από την παρακολούθηση της εκστρατείας στο στρατηγικό και στο επιχειρησιακό επίπεδο. Μπορεί, ασφαλώς, να γίνει σοβαρή συζήτηση για το αν η κακή ποιότητα της στρατιωτικής ηγεσίας ήταν εγγενές χαρακτηριστικό, απότοκο προβλημάτων στη στρατιωτική υποδομή και παιδεία του ΕΣ της εποχής, ή αν ήταν συγκυριακό πρόβλημα που προκλήθηκε από την πολιτική αναταραχή του Διχασμού η οποία προκάλεσε την απόλυτη αναξιοκρατία στο στράτευμα, αλλά δε μπορεί κανείς να παριστάνει ότι αυτό το επίπεδο του πολέμου υπήρξε αμέτοχο ευθυνών, και όλα τα λάθη έγιναν σε επίπεδο υψηλής στρατηγικής.

Μάλιστα, η μετατόπιση των αιτίων σε άλλο επίπεδο αποθαρρύνει και αποθάρρυνε την συστηματική μελέτη του πολέμου για τη διεξαγωγή πρακτικών συμπερασμάτων που να αφομοιωθούν θεσμικά από τον ΕΣ. Σε αυτό συνετέλεσε και η μεταπολεμική επικράτηση (τελικά) της βασιλικής μερίδας, η οποία προφανώς είχε κάθε λόγο να αποθαρρύνει τη σχετική συζήτηση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο ΕΣ, αν και ηττημένος, δεν βελτιώθηκε ουσιωδώς μετά την ήττα του και εξ αιτίας αυτής. Δεν έχει κανείς να αντιπαραβάλει την αφομοίωση της ήττας του Α’ΠΠ από το Γερμανικό Στρατό (που επίσης συνετρίβη και αποσυντέθηκε), τη μελέτη της, την ανάλυσή της και την αφομοίωση των διδαγμάτων, όπως φάνηκαν στο Β’ΠΠ με την αντίστοιχη ελληνική έλλειψη ανάλυσης και αφομοίωσης, καθώς και με τον τρόπο που διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις στην Αλβανία, το ’40-’41.

Επειδή η καλύτερη τιμή που μπορεί να αποδοθεί στους ήρωες είναι να προσπαθούμε να γινόμαστε καλύτεροι, αντί άλλου αφιερώματος ακολουθεί μία στρατιωτική αποτίμηση της διεξαγωγής των επιχειρήσεων του ΕΣ κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πρόκειται για την μελέτη με τίτλο: “Στρατηγικά και Τακτικά Συμπεράσματα από τις Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στην Μικρά Ασία” του τότε Επιλάρχου και νυν Συνταγματάρχου (ΤΘ) Λαλούση Χαραλάμπου.

Αφιερώνεται στους Γίγαντες που διέσχισαν την Αλμυρά Έρημο.



Στρατηγικά και Τακτικά Συμπεράσματα από τις Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στην Μικρά Ασία

Επιλάρχου Λαλούση Χαραλάμπου

(το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από τη Στρατιωτική Επιθεώρηση 2003, τ.2)

Ο Ελληνικός στρατός αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 κατόπιν συμμαχικής συναίνεσης, με αποστολή να εξασφαλίσει την τάξη στην περιοχή αυτή και να προστατεύσει το πολυπληθές Ελληνι­κό στοιχείο. Το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 1919 μέχρι τον Μάιο του 1920, χαρακτηρίζεται από επιχειρήσεις τοπικού χαρακτήρα για την εκκαθάριση της κατεχό­μενης περιοχής. Γενικά ήταν μία περίοδος στασιμότητας και αναγκαστικής αναμονής για τον Ελληνικό στρατό, λόγω των απαγο­ρευτικών διαταγών των Συμμαχικών δυνά­μεων. Μια κηδεμονία δεσμευτική στις ενέρ­γειες του Ελληνικού στρατού, χωρίς την δυνατότητα αντίδρασης, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος εις βάρος των Ελληνικών συμφερόντων. Έτσι, την περίοδο αυτή δεν σημειώνεται δράση μεγάλων Μονάδων και οι ενέργειες των Ελληνικών τμημάτων περιορίζονται στη δράση Ταγμάτων, Λόχων και πολλές φορές μικτών αποσπασμάτων. Οι επιχειρήσεις αυτές γενικά αφορούν αγώνες κατά ατάκτων και δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη σημασία στρατηγική ή και τακτική.

Η στρατηγική του Τουρκικού στρατού από τον Μάιο του 1919 σε όλα τα μέτωπα συνίστατο, λόγω ανεπάρκειας δυνάμεων, σε αμυντική στάση, κυρίως στην αποφυγή μάχης εκ παρατάξεως και την υποχώρηση λόγω ανάγκης σε άλλη τοποθεσία. Η στρα­τηγική αυτή εφαρμόζονταν με την παραχώ­ρηση μεγάλων εδαφικών εκτάσεων, την καταστροφή των συγκοινωνιών και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απομάκρυνση του αντιπάλου από τις βάσεις του. Ακολουθού­σαν έτσι κατά υποδειγματικό τρόπο την τακτική της αποφυγής της μάχης και ο εξα­ναγκασμός αυτών να δεχθούν τον αγώνα δεν ήταν εύκολος. Σε αυτό συντελούσε η γνώση του εδάφους, αλλά και το υπάρχον βάθος, το οποίο δεν προβλημάτιζε την Τουρκική ηγεσία στο να υλοποιήσει αυτή την δοκιμασμένη τακτική.

Οι επιχειρήσεις προς Φιλαδέλφεια – Προύσα – Ουσάκ από τον Ιούνιο του 1920, είναι οι πρώτες σε σχετικά μεγάλη κλίμακα που ανέλαβε ο Ελληνικός στρα­τός. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές οι Ελληνι­κές δυνάμεις, παρά την υπεροχή τους από άποψη αριθμού, οργάνωσης και μέσων, δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τον στρατηγικό τους αντικειμενικό σκοπό. Πέτυχαν με ευχέρεια και με μικρές απώλειες να καταλάβουν τους γεωγραφικούς αντικει­μενικούς τους σκοπούς, αλλά δεν πέτυχαν τη συντριβή και αιχμαλωσία των Τουρκι­κών δυνάμεων. Έτσι την περίοδο αυτή, η κατάληψη εκτεταμένων περιοχών δεν είχε μόνο σαν συνέπεια το διπλασιασμό του Μικρασιατικού μετώπου, που πραγματοποιήθηκε χωρίς παράλληλη αύξηση της Ελληνικής στρατιωτικής δύναμης, αλλά και τον διαχωρισμό των Ελληνικών δυνάμεων σε δύο μέτωπα, μεταξύ των οποίων παρεμ­βάλλονταν το Μικρασιατικό οροπέδιο.

Όσον αφορά την τακτική των Ελλήνων, απότοκο του πολέμου χαρακωμάτων, στον οποίο ενεπλάκησαν τα Ελληνικά στρατεύ­ματα στην Μακεδονία κατά τα έτη 1917 και 1918, είναι η ακαμψία στις κινήσεις, η μη χρησιμοποίηση ευρέων ελιγμών και ο μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών κα­θορισμός από τα προϊστάμενα κλιμάκια του τρόπου ενεργείας των υφισταμένων τους. Καθορίζονταν με τις λεπτομερείς αυτές διαταγές, όχι μόνο η δύναμη, η κατεύθυν­ση ενεργείας και ο αντικειμενικός σκοπός των υφισταμένων, αλλά και η ενδεχομένη στάση αυτών ανάλογα με την αντίδραση του εχθρού, γεγονός που περιόριζε καθορι­στικά την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας. Κα­τά βάση δηλαδή παρατηρούμε μετωπικές επιθέσεις χωρίς την ύπαρξη καταλλήλου εφεδρείας, για την εκμετάλλευση τυχόν ση­μειωθείσας επιτυχίας και οι προσπάθειες κύκλωσης και εγκλωβισμού του εχθρικού στρατού που σημειώθηκαν, δεν είχαν το ανάλογο βάθος, την ευρύτητα, αλλά και τον απαραίτητο συντονισμό στην εκτέλεση.

Γενικά η Διοίκηση της Στρατιάς Μ. Ασί­ας σε όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, διέπονταν από αυ­στηρά συγκεντρωτικό πνεύμα στο ζήτημα της διεξαγωγής τους, αλλά και στη διαδι­κασία των ανεφοδιασμών και μεταφορών, χωρίς να αφήνει στα υφιστάμενα κλιμάκια πρωτοβουλία ενεργείας, επεμβαίνοντας πολλές φορές και μέχρι του κλιμακίου του Συντάγματος. Η διεξαγωγή των επιχειρή­σεων για να έχει θετικό αποτέλεσμα, απαι­τούσε πρωτοβουλία και τόλμη ενεργείας όχι μόνο στο κλιμάκιο της Στρατιάς, αλλά και στους υφιστάμενους Σχηματισμούς με τα­χείες αποφάσεις και άμεση εκτέλεσή τους, καθώς και άμεση εκμετάλλευση τυχόν ευνο­ϊκών καταστάσεων με την χρησιμοποίηση εφεδρικών Μονάδων.

Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, η Στρατιά προέβη σε δύο επιθετικές ενέρ­γειες, χωρίς καμία αριθμητική ή υλική ενί­σχυση των μέσων της και όχι επαρκώς πλη­ροφορημένη για την σημαντική αύξηση των πολεμικών μέσων της Κεμαλικής Τουρκίας. Η πρώτη από αυτές, η επιθετική αναγνώρι­ση που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριου του 1920 στην περιοχή του Εσκή Σεχήρ για τη διαπίστωση των εχθρικών δυνατοτήτων, ήταν μια λανθασμένη τακτική επιλογή, δίνο­ντας στον Κεμάλ την ευκαιρία να ομιλεί για ήττα των Ελλήνων. Οι επιθετικές αναγνω­ρίσεις αποτελούν μέρος της τακτικής διε­ξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά όταν γίνονται με τόσες μεγάλες δυνάμεις (ενισχυμένη Μεραρχία), θα πρέπει είτε να υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσής τους για την εκμετάλλευση των αδυναμιών του αντιπάλου είτε να ακολουθούνται από επι­θετικές επιχειρήσεις, οι οποίες με βάση τις διαπιστώσεις της αναγνώρισης να οδηγούν σε αποφασιστικό αποτέλεσμα. H Διοίκηση της Ελληνικής Στρατιάς τίποτα δεν έπραξε από όλα αυτά. Αφού διαπίστωσε ότι η Τουρ­κική ισχύς ήταν σημαντική και επομένως δεν υπήρχε δυνατότητα εκμετάλλευσης αδυ­ναμιών, έμεινε άπρακτη για δυόμισι μήνες. Χάθηκε έτσι μία λαμπρή ευκαιρία από την Στρατιά να καταληφθούν το Εσκή Σεχήρ και η Κιουτάχεια και ίσως και το Αφιόν Καραχισάρ, εάν επωφελούνταν από την ανταρσία των Τουρκικών δυνάμεων του Ετέμ κατά του Κεμάλ και εάν επιπλέον ωθούσε προς Κιουτάχεια και προς Τουμλού Μπουνάρ τις δυνάμεις του Α’ Σώματος Στρατού, που μέχρι τότε η αποστολή τους ήταν καθαρά αμυντική.

Η δεύτερη προσπάθεια με τις επιχειρή­σεις του Μαρτίου, με τις οποίες επιδιώκο­νταν η κατάληψη της στρατηγικής γραμμής Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ και η συντριβή του εχθρού, κατέληξαν σε πλήρη αποτυχία, οφειλόμενη στην εφαρ­μογή αστόχου και κακώς προετοιμασμένου σχεδίου επιχειρήσεων, την ανεπάρκεια δυνάμεων για την εφαρμογή του, την υπο­τίμηση των δυνατοτήτων του εχθρού και την αδέξια διεύθυνση του αγώνα από τη Στρατιά και το Γ’ Σώμα Στρατού. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, ο Ελληνικός στρα­τός αντιμετώπισε εχθρό συγκροτημένο και άριστα διοικούμενο, η δε διεύθυνση των επιχειρήσεων από την Ανωτάτη Τουρκική Διοίκηση υπήρξε πράγματι αριστοτεχνική και δύναται να χρησιμεύσει ως υπόδειγμα στρατηγικού ελιγμού.

Χαρακτηριστικό του Ελληνικού σχεδίου ήταν ότι εφαρμόσθηκε κατά μέτωπο επίθε­ση δύο ισόρροπων ομάδων, χωρίς καμία ιδέα ελιγμού και τομέα κυρίας προσβολής και χωρίς σύγκλιση των κυρίων ενεργειών, ως αποτέλεσμα της ισχυρής αντίστασης των Τούρκων στον Βόρειο τομέα και της ανεπάρκειας Ελληνικών δυνάμεων στον Νότιο τομέα. Δηλαδή, τα δύο Ελληνικά συγκροτήματα ενήργησαν αυτοτελώς και ανεξάρτητα μεταξύ τους, χωρίς να μπορούν να παράσχουν αμοιβαία υποστήριξη. Έτσι, δεν εφαρμόσθηκε ο κανόνας της επιθέσεως «συνταύτιση προσπαθειών».

Επιπλέον παρατηρούμε ότι η Στρατιά επεδίωξε κρίσιμο αποτέλεσμα συγχρόνως σε δυο αντικειμενικούς σκοπούς, στο Εσκή Σεχήρ και στο Αφιόν Καραχισάρ. Κανένας στρατός, όσο ισχυρός και εάν είναι, δεν πρέπει να επιζητεί κρίσιμο αποτέλεσμα σε δύο διαφορετικές περιοχές συγχρόνως, διό­τι δεν δύναται στον ίδιο χρόνο να διεξαγά­γει κρίσιμη μάχη σε δυο διαφορετικά μέρη. Αντιθέτως οι Τούρκοι, επωφελήθηκαν από τις αποκλίνουσες ενέργειες των Ελληνικών συγκροτημάτων και διαθέτοντας κατάλλη­λες εσωτερικές συγκοινωνίες προέβησαν στην μεταφορά του μεγαλυτέρου μέρους των δυνάμεών τους στο Εσκή Σεχήρ, προς αντιμετώπιση του Γ’ Σώματος Στρατού. Με­τά τη σύμπτυξη του Σώματος αυτού μετα­κίνησαν σημαντικές δυνάμεις εναντίον του Α’ Σώματος Στρατού, που ενεργούσε στην περιοχή Αφιόν Καραχισάρ.

Η Ελληνική Διοίκηση όφειλε να προ­σαρμόσει τον ελιγμό της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτύχει την υπεροχή δυνάμεων σε κάθε ένα από τα δυο μέτωπα, εφαρμόζοντας αυστηρά την αρχή της «οικονομίας δυνάμε­ων» και διατηρώντας την ελευθερία ενερ­γείας της να μην επιτρέψει στον εχθρό να αποκτήσει αριθμητική υπεροχή με τη μεταφο­ρά δυνάμεων από το ένα μέτωπο στο άλλο, εκμεταλλευόμενος την ευκολία που είχε να κινείται δια εσωτερικών γραμμών ανενόχλη­τος, όπως δυστυχώς συνέβη. Αυτό ήταν ίσως το νευραλγικό σημείο του ελιγμού.

Από την μελέτη των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921, διαπιστώνει κανείς ότι για να πετύχει τη νίκη ένας στρατός, δεν αρ­κεί μόνο να αποτελείται από μαχητές που έχουν υψηλό φρόνημα, αντοχή στις σωματι­κές κακουχίες και στις ψυχικές δοκιμασίες του πολέμου. Είναι επιπλέον απαραίτητο να ηγούνται αυτών ηγήτορες, οι οποίοι να έχουν επιπλέον την γενναιότητα, αυτοθυ­σία και την εμπειρία του πολέμου, υψηλή επαγγελματική κατάρτιση και ενημερότητα, ικανούς δε να εφαρμόζουν στην πράξη τις αρχές του πολέμου με επιτυχία και να χρη­σιμοποιούν επίκαιρα και αποτελεσματικά τα νέα πολεμικά μέσα, ώστε να αξιοποιούν τις πολεμικές αρετές των μαχητών τους.

Ένα άλλο γεγονός που επηρέασε τις εξελίξεις κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτί­ου 1921, ήταν η αντικατάσταση σημαντικού αριθμού Αξιωματικών, μετά τις εκλογές του 1920. Ανεξάρτητα από τις επαγγελματικές και διοικητικές τους ικανότητες και τον ζήλο που επέδειξαν για την εκπλήρωση της αποστολής τους, είναι πάντως γεγονός ότι μερικοί από αυτούς, αναλαμβάνοντας διοίκηση λίγο μόλις χρόνο πριν την 10η Μαρτίου, δεν τους δόθηκε χρόνος για να ενημερωθούν πλήρως για την υπάρχου­σα κατάσταση και για τις εξελίξεις στις πολεμικές μεθόδους, να γνωρίσουν τους υφισταμένους τους και να αποκτήσουν την εμπιστοσύνη τους, παράμετροι που θα τους οδηγούσαν στην ορθή λήψη αποφά­σεων κατά τις επικείμενες επιχειρήσεις.

Σημειωτέον, ότι ακόμα και σε ειρηνική περίοδο ένας Διοικητής για να εγκλιματι­σθεί και να ενημερωθεί πλήρως για το σο­βαρό έργο και την αποστολή της Μονάδος του, χρειάζεται ικανοποιητικός χρόνος και ειδικά η γνώση του προσωπικού είναι μια λεπτή και πολύ σημαντική διαδικασία, ώστε να μπορεί το έμψυχο υλικό της Μονάδος του να το χειριστεί και να το αξιοποιήσει όσο το δυνατόν αποδοτικότερα. Επιπλέον και για τους υφισταμένους ενός Διοικητού απαιτείται κάποιος χρόνος προσαρμογής στο πνεύμα και τις απαιτήσεις της νέας Διοίκησης. Επομένως θα μπορούσαμε να πούμε, ότι αυτή η διαδικασία προσαρμογής έχει μια αμφίδρομη κατεύθυνση, γεγονός απαραίτητο για την αρμονική συνεργασία σε όλα τα επίπεδα Διοίκησης.

Η Τουρκική Διοίκηση βασίσθηκε στην κινητή άμυνα αποφεύγοντας το στατικό πνεύμα στη διεξαγωγή του αμυντικού αγώ­να, εκμεταλλευόμενη κατά τον καλύτερο τρόπο τα διατιθέμενα έμψυχα και άψυχα μέσα και ενεργώντας έτσι τοπικά και χρονι­κά, επηρεάζοντας καθοριστικά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και δείχνοντας υψηλό επί­πεδο στρατηγικής και τακτικής αντίληψης. Αυτό ήταν βέβαια αποτέλεσμα της υπεροχής του Τουρκικού στρατού σε δύναμη, που του έδινε την δυνατότητα, ανάλογα με την παρου­σιαζόμενη κατάσταση, να δημιουργεί κέντρο βάρους σε οποιοδήποτε από τα δυο μέτωπα (Βόρειο και Νότιο) και επιτιθέμενος δια των εσωτερικών γραμμών να επιφέρει σημαντικά πλήγματα κατά του αντιπάλου του.

Μετά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921, αφού η Ελληνική Κυβέρνηση και η Διοίκηση της Στρατιάς κατέβαλαν σοβαρή προσπάθεια για την οργάνωση και ενίσχυση του Ελληνικού στρατού, τον Ιούνιο – Ιούλιο του ίδιου έτους αναλήφθηκαν νέες επιχει­ρήσεις για την καταστροφή του Κεμαλικού στρατού. Οι επιχειρήσεις αυτές, αν και εί­χαν σχεδιασθεί καλά, απέτυχαν στρατηγικά, αφού ο σκοπός τους, δηλαδή η κύκλωση και η καταστροφή του Κεμαλικού στρατού, δεν επιτεύχθηκε. Το λάθος ίσως του Ελληνικού επιτελικού σχεδίου ήταν ότι βασίσθηκε σε ένα αυθαίρετο υπολογισμό, δηλαδή ότι η Τουρκική ηγεσία θα δεχόταν να δώσει την αποφασιστική μάχη στη περιοχή Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχειας. Η πράξη, όμως, έδειξε ότι η διαφορά νοοτροπίας στην στρατηγική σύλληψη ήταν τεράστια. Έτσι ο Τουρκικός στρατός, λόγω της αριστοτεχνικής εφαρμογής στον αγώνα κινήσεων και της αξιοποίησης του εδάφους, αλλά και λόγω της μη εκμετάλ­λευσης των τακτικών επιτυχιών από πλευράς του Ελληνικού στρατού, κατάφερε να αποφύ­γει τον εγκλωβισμό και την καταστροφή.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι στις επιχει­ρήσεις Ιουνίου – Ιουλίου, σε αντίθεση με αυτές του Μαρτίου 1921, η προσπάθεια της Ελληνικής Στρατιάς χαρακτηριζόταν από την αναζήτηση του πλευρού και των κενών μεταξύ των εχθρικών κέντρων αντιστάσε­ως. Ουδεμία, όμως, σοβαρή κατά μέτωπο προσβολή δεν εκδηλώθηκε προς καθήλωση του εχθρού. Η Ανωτάτη Ελληνική Διοίκηση θέλησε να εμποδίσει την προς Βορρά απο­χώρηση του οχυρωμένου στην Κιουτάχεια εχθρικού στρατού, δια της απλής τακτικής υπερκέρασης προς το αριστερό της παράταξής του. Έτσι, παρατηρείται προσπάθεια από Ελληνικής πλευράς υπερκέρασης εχθρικών θέσεων και όχι στρατευμάτων, γεγονός που αποτελεί τακτικό λάθος και δείχνει περιορισμένη στρατιωτική αντίληψη. Διότι υπερκέραση εκτελούμενη χωρίς να έχει καθηλωθεί ο όγκος των εχθρικών δυνάμεων από τις δευτερεύουσες προσπάθειες που κατευθύνονται εναντίον του μετώπου του, είναι ανίσχυρη να φέρει οποιοδήποτε άλλο αποτέλεσμα πλην της μετατροπής της υπερκέρασης σε μετωπι­κή επίθεση, εφόσον ο αντίπαλος θέλει να δεχθεί τη μάχη και στρέφει το μέτωπό του, ώστε να το τοποθετήσει αυτό κάθετο στην κατεύθυνση της υπερκερωτικής κίνησης.

Το βάρος του αγώνα επιφορτίσθηκε το Πεζικό, το οποίο όμως παραμέλησε τους κα­νόνες της νέας τακτικής, της βασιζόμενης στα συμπεράσματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντιθέτως αυτό εφάρμοσε τις γνωστές από τους Βαλκανικούς πολέμους με­θόδους μάχης, με κυρίαρχο όπλο την λόγχη. Έτσι, παρατηρήθηκε ελλιπής χρήση των πυ­ρών, όχι ορθή χρησιμοποίηση του εδάφους και παραμέληση του συνδυασμού πυρός και κινήσεως. Οι μέθοδοι μάχης των Βαλ­κανικών πολέμων δεν είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, διότι τότε η ισχύς πυρός του Πεζικού (4 πολυβόλα ανά Τάγμα και κανένα οπλοπολυβόλο) ήταν ουσιαστικά μικρότερη έναντι του 1921 (12 πολυβόλα και 24 οπλοπολυβόλα ανά Τάγμα).

Η Τουρκική Διοίκηση, δεν έμεινε εγκλω­βισμένη στη σταθερή διατήρηση του εδάφους έστω και ζωτικής σημασίας, αλλά σκεπτόμε­νη με βάση το μακροπρόθεσμο όφελος, το οποίο θα της έδινε τελικά την στρατηγική νίκη, εγκατέλειψε την περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ – Εσκή Σεχήρ, ώστε να επιλέ­ξει καταλληλότερη τοποθεσία άμυνας που θα της επέτρεπε την απόκρουση του εχθρού, παρασύροντάς τον όσο το δυνατόν σε μεγα­λύτερη απόσταση από τις βάσεις ανεφοδια­σμού του. Επιζήτησε, δηλαδή, να δεχθεί την μάχη με ευνοϊκότερες προϋποθέσεις. Η τολμηρή αυτή απόφαση της Τουρκικής Διοι­κήσεως, η οποία λήφθηκε την κατάλληλη στιγμή σύμφωνα με τις απαιτήσεις των επι­διωκόμενων στρατιωτικών σκοπών και χωρίς να παρασυρθεί από οποιοδήποτε αίσθημα ή πολιτική καιροσκοπία, υπήρξε από άποψη στρατηγικής πολύ εύστοχη. Παρατηρούμε ότι η στρατηγική των Τούρκων συνίστατο σε ένα κράμα τακτικής μάχης για την διατήρηση σημείων στρατηγικής ή τακτικής σημασίας, σε συνδυασμό και με ενέργειες ατάκτων σω­μάτων. Όμως, η διατήρηση του εδάφους από τους Τούρκους δεν έγινε ποτέ με υπέρμετρη φθορά της δύναμής τους. Δηλαδή, εφάρμο­σαν κατά άριστο τρόπο την στρατηγική που είχαν εφαρμόσει οι Ρώσοι εναντίον του Ναπολέοντα. Έτσι, ένα από το σοβαρότε­ρα σφάλματα της Ελληνικής ηγεσίας κατά την Μικρασιατική εκστρατεία υπήρξε το γεγονός, ότι αφέθηκε να μεγεθύνεται και να επιμηκύνεται βαθμηδόν προς ανατολι­κά το πολεμικό θέατρο, με την έντεχνη και ελεύθερη απομάκρυνση του Κεμαλικού στρα­τού που οργανώνονταν και ενδυναμώνονταν ποικιλότροπα, από το οποίο επήλθε πλήρη ανατροπή μεταξύ των διατιθέμενων μέσων και των τεθέντων στρατηγικών σκοπών.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πα­ρατηρήσουμε, ότι το σοβαρότερο σφάλμα των επιχειρήσεων Ιουνίου – Ιουλίου 1921 για την Ελληνική Στρατιά, ήταν η μη εκμε­τάλλευση μέχρι τελευταίου άνδρα και ίππου της νίκης της 8ης Ιουλίου. Έπρεπε πριν την αυγή της 9ης Ιουλίου να προωθηθούν τα Σώματα Στρατού προς καταδίωξη, με αντι­κειμενικό σκοπό την καταστροφή του διαφυ­γόντος εχθρού, ώστε να μη δοθεί σε αυτόν χρόνος προς ανασυγκρότηση. Έτσι, χάθη­κε μια λαμπρή ευκαιρία για τον Ελληνικό στρατό να μετατρέψει τις τακτικές ήττες του εχθρού σε πλήρη στρατηγική συντριβή. Η διαφυγή του Τουρκικού στρατού παρέσυρε την Ελληνική Στρατιά σε νέες επιχειρήσεις, τις μεγαλύτερες και δυσχερέστερες που ανέ­λαβε ποτέ ο Ελληνικός στρατός.

Μετά την αποτυχία για καταστροφή του εχθρού στο Εσκή Σεχήρ, εκδηλώθηκε η Ελ­ληνική επίθεση ανατολικά του Σαγγαρίου προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού και κατάληψη της Άγκυρας. Ο εχθρός αποφάσι­σε αυτή τη φορά να δεχθεί τη μάχη, διότι οι προϋποθέσεις ήταν ευνοϊκές για αυτόν. Η νέα, όμως, προσπάθεια του Ελληνικού στρα­τού δεν είχε αίσιο τέλος. Η ατυχής έκβαση των επιχειρήσεων προς Άγκυρα απετέλεσε το μεταίχμιο της οριστικής τροπής του Μι­κρασιατικού ζητήματος για την Ελλάδα, σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Ειδικά από στρατιωτικής πλευράς, μετά την μάχη αυτή η πρωτοβουλία των κινήσεων αφαιρέ­θηκε από τον Ελληνικό στρατό, που καταδι­κάστηκε έκτοτε σε παθητική άμυνα.

Η Διοίκηση της Στρατιάς, υπερτίμησε τις τακτικές νίκες κατά τις προηγηθείσες επιχειρήσεις στις περιοχές Κιουτάχειας και Εσκή Σεχήρ του μηνός Ιουλίου 1921 και όχι επαρκώς πληροφορημένη υποτίμη­σε τον Τουρκικό στρατό, θεωρώντας ότι η εκστρατεία αυτή είναι δυνατή. Έτσι, στηριζόμενη σε εσφαλμένη εκτίμηση για τις δυνατότητες και την κατάσταση του εχθρού σχεδίασε την επιχείρηση προς Σαγ­γάριο, κάνοντας το πρώτο βήμα προς την αποτυχία. Δεν έλαβε, ίσως, υπ’ όψιν της την παράμετρο ότι ο Τούρκος στρατιώτης έδινε την κρισιμότερη μάχη της ιστορίας του, που θα έκρινε την ύπαρξη ή όχι του Τουρκικού κράτους και ότι επικεφαλής του Τουρκικού στρατού ήταν ο Κεμάλ, άνδρας με σπουδαία στρατιωτικά προσόντα, με ισχυρή θέληση, με εξαιρετική δυναμικότητα και επιπλέον με το πλεονέκτημα ότι συγκέντρωνε στα χέρια του όλη την εξουσία.

Η σχεδίαση και η προπαρασκευή των επιχειρήσεων έγινε με σχετική προχει­ρότητα και ατέλεια, ιδίως από πλευράς υποστήριξης. Οι δυνατότητες των διατιθε­μένων μέσων μεταφοράς, φαίνεται ότι δεν ελήφθησαν σοβαρά υπ’ όψιν, αν και είχε διαπιστωθεί ότι αυτές περιορίζονταν μέχρι τον Σαγγάριο. Αποτέλεσμα αυτού υπήρξε ο ανεπαρκής ανεφοδιασμός των Μονάδων, ιδίως σε πυρομαχικά Πυροβολικού.

Η Στρατιά, αν και αρχικά πέτυχε την πρόθεσή της να εξαπατήσει και να αιφνι­διάσει τον εχθρό ως προς την κατεύθυνση επίθεσης, αφού κινήθηκε πρώτα προς Ανα­τολικά και μεταφέρθηκε κατόπιν Νότια του Σαγγαρίου, πλην όμως απέτυχε στην προ­σπάθεια υπερκέρασης του αριστερού της διάταξης του αντιπάλου. Και αυτό λόγω της ευρύτητας του ελιγμού, του οποίου η εκτέ­λεση απαίτησε αρκετές ημέρες, με αποτέλε­σμα οι Τούρκοι να αντιληφθούν έγκαιρα τις προθέσεις της Στρατιάς και χρησιμοποιώ­ντας τον χρόνο για την αναπροσαρμογή της διάταξης τους, μετέφεραν δυνάμεις από το κέντρο του αμυντικού τους μετώπου προς τα αριστερά, τις οποίες δεν μπόρεσε να κα­θηλώσει η δευτερεύουσα προσπάθεια της Στρατιάς που εκτοξεύθηκε στο κέντρο του αντιπάλου. Εξαιτίας αυτού, η ενέργεια της Στρατιάς κατέληξε σε μετωπική απωθητική επίθεση από Νότια προς Βορρά. Επιπλέον η αποτυχία του ελιγμού της Στρατιάς είχε σαν αποτέλεσμα την ισοδύναμη σε όλα τα μέτωπα επιθετική ενέργεια, χωρίς να επιζη­τήσει την δια εσωτερικών ελιγμών διάρρη­ξη ορισμένων τοποθεσιών της εχθρικής παράταξης, με την συγκέντρωση εναντίον αυτών σοβαρών δυνάμεων και στη συνέ­χεια με εκμετάλλευση της επιτυχίας.

Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι η Ελληνική Διοίκηση ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στη μάχη της Κιουτάχειας, δηλαδή με αιφνιδιαστική ενέργεια να κυκλώσει μέσω της δεξιάς πτέρυγας την αντίστοιχη αριστερή των Τούρκων. Αλλά και εκεί δεν μπόρεσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο, επειδή οι Τούρκοι τηρούσαν συνεχή επαφή με τον αντίπαλο. Θα έπρεπε επομένως η Στρατιά να διδαχθεί από την επιχείρηση της Κιουτάχειας ότι ελιγμός σε τόσο ευρύ τόξο, διαγραφόμενος από μεγά­λη μάζα στρατού σε εχθρική χώρα και για πολλές ημέρες, ήταν πολύ πιθανό να αποτύ­χει, διότι ούτε τον αιφνιδιασμό περιλάμβανε ούτε εναντίον του πλευρού ή των νώτων του αντιπάλου καταφέρονταν.

Εάν ελιγμός σημαίνει «προσαρμογή των μέσων προς τον επιδιωκόμενο σκοπό», τότε ο ελιγμός που εφαρμόσθηκε μέσω της ερήμου ήταν ανεδαφικός και ακατάλληλος για το ευρύ μέτωπο των επιχειρήσεων και τις ανεπαρκείς δυνάμεις της Ελληνικής Στρατιάς. Η διατεθείσα δύναμη σε σχέση με τον τεθέντα αντικειμενικό σκοπό των επιχειρήσεων, συνιστάμενο στην συντριβή του αντιπάλου και εξαναγκασμό αυτού σε συνθηκολόγηση, δεν εξασφάλιζε την εκ-πλήρωσή του. Από τις υπάρχουσες στη Μ. Ασία 11 Μεραρχίες μετείχαν των κυρίων επιχειρήσεων μόνον 9, των υπολοίπων 2 χρησιμοποιηθέντων σε δευτερεύοντα ρόλο (κάλυψη πλευρών), ενώ ήταν δυνατή και επι­βαλλόταν η χρησιμοποίηση όλων των Μεραρ­χιών. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν ότι δεν υπήρχαν ικανές στρατηγικές εφεδρείες κλιμακούμενες κατά βάθος και πλάτος για την αντιμετώπιση απρόοπτων καταστάσεων και για την τροποποίηση του ελιγμού με βά­ση τις εχθρικές αντιδράσεις ώστε να μπορεί να επέμβει η Στρατιά για την ολοκλήρωση μιας επιτυχίας των Σωμάτων Στρατού.

Παρατηρήθηκε ανεπάρκεια Διοικήσεων σε διάφορα επίπεδα. Η διεύθυνση της μάχης από την Ελληνική Στρατιά δεν ήταν η ανάλο­γη των περιστάσεων και δεν είχε τη δυναμι­κή της νίκης, ενώ αντίθετα ο αντίπαλος γνώ­ριζε και μπόρεσε να δώσει τον προσωπικό του παλμό στην εξέλιξη των επιχειρήσεων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έλειψε ο συ­ντονισμός και ο συγχρονισμός ενεργείας, αποτέλεσμα της μη έγκαιρης πολλές φορές άφιξης των διαταγών του Στρατηγείου της Στρατιάς. Γενικά, η ενεργός παρουσία των Διοικητών Σωμάτων Στρατού και του Αρχι­στρατήγου δεν ήταν αυτή που επιβάλλονταν από την κρισιμότητα των επιχειρήσεων. Η αξία ενός στρατεύματος εξαρτάται από τον βαθμό εκπαίδευσης, από το ηθικό, αλλά προ πάντων από την αξία της Διοίκησης. Ο Να­πολέων έλεγε σχετικά, ότι «ένα στράτευμα λεόντων με επικεφαλής μια έλαφο δεν θα εί­ναι ποτέ ένα στράτευμα λεόντων». Ο τρόπος, με τον οποίο διοικείται και κατευθύνεται ένα στράτευμα στον πόλεμο, εξασφαλίζει πολλές φορές την νίκη.

Ως προς το σχέδιο ενεργείας των Τούρ­κων, παρατηρεί κανείς ότι ορθά εκτιμήθηκε από την Τουρκική Διοίκηση η προς πόλεμο ικανότητα του Τουρκικού στρατού και βάση αυτής καθορίσθηκε η μορφή του αγώνα ως αμυντικού, ο οποίος διεξήχθη με δεξιότητα, συνδυάζοντας ένα είδος κινητής άμυνας με εκτόξευση καθοριστικών αντεπιθέσεων, δη­λαδή ενεργητική άμυνα. Κατόπιν, η Τουρκική Διοίκηση διέγνωσε ορθά την κατάλληλη στιγ­μή και με αποφασιστικότητα και ταχύτητα ανέλαβε την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, συγκεντρώνοντας το μέγιστο των δυνάμεών της έναντι της αριστερής Ελληνικής πτέρυγας (Γ’ Σώμα Στρατού) και αντεπιτέθηκε με ευ­ρεία στρατηγική έννοια για να αποκόψει την γραμμή υποχώρησης του αντιπάλου.

Η επιλογή από τους Τούρκους της περιο­χής Ανατολικά του Σαγγαρίου για άμυνα, καθώς και η οργάνωση ολόκληρης ζώνης βάθους 25 χιλιόμετρων περίπου, υπήρξε από­λυτα ορθή, υλοποιώντας έτσι τον κανόνα της άμυνας «κλιμάκωση σε βάθος». Η αμυντική αυτή οργάνωση υπήρξε λίαν επιτυχής όσον αφορά την εκλογή των αμυντικών γραμμών και την επί αυτών προσαρμογή των μέσων προς εκπλήρωση του σκοπού, δηλαδή την ανακοπή της προχώρησης του επιτιθεμένου. Επιπλέον οι Τούρκοι κατά τις επιχειρήσεις αυτές, εφήρμοσαν απόλυτα την αρχή παρα­χώρησης μη ζωτικού εδάφους προς κέρδος χρόνου και προς αποφυγή καταστροφής των δυνάμεών τους, πράγμα το οποίο και πέτυχαν. Η σύμπτυξη, που σημειώθηκε στο μέτωπο τους, ήταν περισσότερο για λόγους ευθυγράμμισης του και για τη βελτίωση των όρων άμυνας. Συνολικά θα μπορούσαμε να παρατήσουμε ότι η όλη Τουρκική ενέργεια ήταν ενεργητική άμυνα επί διαδοχικών ορ­γανωμένων τοποθεσιών και κατόπιν ισχυρή αντεπίθεση σε ορθή κατεύθυνση προσβολής και με καθορισμένο αντικειμενικό σκοπό.

Οι Τούρκοι οφείλουν την νίκη τους σε μεγάλο μέρος στην ικανότητα και αποτελε­σματικότητα της Ανωτάτης Διοίκησής τους, αλλά και στα εμπειροπόλεμα και αξιόλογα στελέχη τους σε όλα τα κλιμάκια της ιεραρ­χίας. Οι Διοικητές των Σωμάτων Στρατού και των Μεραρχιών ήταν νεότατοι φιλό­δοξοι Αξιωματικοί. Αντισυνταγματάρχες διοικούσαν Μεραρχίες και Συνταγματάρ­χες Σώματα Στρατού. Νέοι άνδρες με τόλ­μη και πάθος, ίσως πολλές φορές είναι προτιμότερο να ηγούνται των στρατευμά­των, διότι οι πράξεις και οι ενέργειές τους πρέπει να φέρουν την σφραγίδα όχι τόσο της πολεμικής πείρας και της σωφροσύνης όσο του ισχυρού χαρακτήρα, της ισχυρής θέλησης και των μεγάλων και τολμηρών αποφάσεων, που εμπνέονται από υψηλό πα­τριωτικό αίσθημα. Επιπλέον τα Επιτελεία του μετώπου και του Αρχιστρατήγου, πα­ρακολουθούσαν από κοντά την κατάσταση και διεύθυναν με λεπτομέρεια τον αγώνα. Πληροφορούνταν έγκαιρα για την εκάστο­τε δημιουργούμενη τακτική κατάσταση και λάμβαναν αμέσως τα επιβαλλόμενα μέτρα, εκδίδοντας τις απαραίτητες διαταγές.

Η εκστρατεία προς Σαγγάριο, αναμφι­σβήτητα υπήρξε η μεγαλύτερη πολεμική επιχείρηση που ανέλαβε ποτέ ο Ελληνικός στρατός, από άποψη διατιθέμενων μέσων, δυ­σκολιών που αντιμετωπίσθηκαν, μεθόδων μά­χης που εφαρμόσθηκαν, καθώς και τακτικών και στρατηγικών σκοπών. Οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούν πραγματική εποποιία, διό­τι διεξήχθησαν υπό συνθήκες πρωτοφανείς και μοναδικές για την παγκόσμια στρατιωτι­κή ιστορία. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τους σκληρούς και αιματηρούς αγώνες που διεξήχθησαν Ανατολικά του Σαγγαρίου, ο Έλληνας μαχητής, παρά τις δυσχέρειες και τα σφάλματα, αναδείχθηκε κυρίαρχος του πεδίου της μάχης. Καρτερικός, λιτοδίαιτος και γενναίος, ανέπτυξε το επιβαλλόμενο επιθετικό πνεύμα και απέσπασε τον θαυ­μασμό του αντιπάλου. Υπήρξε ο κύριος συντελεστής των επιτυχιών στο Ταμπούρ Ογλού, Σαπάντζα, Καλέ Γκρότο, Αρντίζ Νταγ και Τσαλ Νταγ, όπου ο Ελληνικός στρατός επιβλήθηκε τακτικά επί του αντι­πάλου. Αλλά παρόλα αυτά ο στρατηγικός σκοπός της επιχείρησης δεν επιτεύχθηκε, διότι δεν κατέστη δυνατόν να υπερνικηθεί η δύναμη αντίστασης του αντιπάλου, ο οποίος πολέμησε με καρτερία και ανδρεία. Η επί­μονη και κατά βάθος οργανωμένη ισχυρή αντίσταση των Τούρκων, εξάντλησε τελικά τον επιτιθέμενο. Υπερίσχυσε η θέληση του αντιπάλου. Στα τελευταία πριν την Άγκυρα χαρακώματα εξασθένησε η έντονη προσπά­θεια και ενεργητικότητα του Ελληνικού στρατού, ανεκόπη η απαράμιλλη επιθετική ορμή του και κάμφθηκε η θέλησή του. Η τύχη των όπλων, αποτέλεσμα της φοβερής εκείνης πάλης των θελήσεων, δεν τον συνό­δευσε μέχρι την αποφασιστική νίκη. Ακόμα μια φορά όπως στα Δαρδανέλια, ο Κεμάλ γλίτωσε παραλίγο την καταστροφή. Η χαλύ­βδινη θέληση του έδωσε την νίκη. Έτσι, χάσαμε τον αγώνα, διότι δεν αντέξαμε, όπως λέγει ο Γάλλος Στρατάρχης Φος, ένα τέταρτο της ώρας περισσότερο.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κύρια αιτία της μη επίτευξης του επιδιωκόμενου στρατηγικού σκοπού της εκστρατείας, υπήρξε ότι τα διατιθέμενα για αυτό μέσα βρίσκονταν σε δυσαρμονία με την εκτέλεση της ανατεθείσας αποστολής. Δηλαδή ο όλος προβληματισμός εντοπίζο­νταν στο δυνατόν της εκτέλεσης, το οποίο ίσως δεν απασχόλησε στο βαθμό που απαιτούνταν την Στρατιά. Η Διοίκηση της Στρατιάς έπρεπε να σταθμίσει καλά τους παράγοντες αυτούς από πριν και κατόπιν να αποφασίσει για την εκστρατεία αυτή.

Στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις Μάρ­τιος 1921, Ιούλιος 1921, Σαγγάριος, παρα­τηρούμε ότι ο Τουρκικός στρατός δε δίστα­σε να ενεργήσει στρατηγική εκμετάλλευση των τακτικών επιτυχιών του. Έτσι τον Μάρ­τιο του 1921, έστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του κατά του πλευρού του πέραν του Αφιόν Καραχισάρ προωθημένου Α’ Σώματος Στρατού, ηττήθηκε όμως στη μάχη του Τουμλού Μπουνάρ και έλαβε πάλι αμυντική στάση. Τον Ιούλιο του 1921, αν και έχασε την αμυντική μάχη της Κιουτάχειας, μπόρεσε να διαφύγει έγκαιρα των κυκλωτικών λαβίδων της Ελληνικής Στρατιάς. Αφού απόκτησε βάθος και απόσταση από αυτή, δε δίστασε να σταματήσει την υποχώρησή του, να λάβει επιθετική διάταξη και να επιτεθεί με όλες τις δυνάμεις του επί ευρύτατου με­τώπου από Μποζ Νταγ μέχρι Σεϊντή Γαζή. Η δοθείσα όμως κατά την 8η Ιουλίου 1921 μεγάλη εκ συναντήσεως μάχη με την Ελλη­νική Στρατιά, υπήρξε για αυτόν ατυχής. Γρή­γορα υποχώρησε τότε σε μεγάλο βάθος και καλύφθηκε πίσω από τον Σαγγάριο. Μετά την αποτυχία των επιθετικών προσπαθειών της Ελληνικής Στρατιάς για να διαρρήξει το Τουρκικό μέτωπο Ανατολικά του Σαγγαρί­ου Τουρκικό μέτωπο, η Τουρκική Διοίκηση επιχείρησε να μεταφέρει την επιτυχία της και επί του στρατηγικού πεδίου, μετακινώ­ντας ισχυρές δυνάμεις προς την περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ. Απέτυχε όμως και στην προσπάθεια αυτή για να καταστεί κυρίαρχος του ζωτικότερου στρατηγικά κόμ­βου συγκοινωνιών στη Μ. Ασία, του κόμβου συγκοινωνιών Αφιόν Καραχισάρ, κατόπιν εγκαίρου επιθετικής ενέργειας σημαντικών δυνάμεων της Ελληνικής Στρατιάς κατά του μετώπου του και του Βορείου πλευρού των επιτιθεμένων Τουρκικών δυνάμεων. Από τό­τε η στρατηγική γραμμή της Τουρκικής ηγε­σίας διατηρήθηκε σταθερή. Αυτή απέβλεπε στη συντριβή του περί το Αφιόν Καραχισάρ και Δυτικά αυτού εκτεινόμενου κέντρου βα­ρύτητας της Ελληνικής διάταξης.

Μετά τις επιχειρήσεις του Σαγγαρίου ο Ελληνικός στρατός εγκαταστάθηκε επί μίας αμυντικής γραμμής πολύ μεγάλου μήκους, καλύπτοντας σε αρκετό βάθος προς Ανατολικά και προς Νότια τα επι­δικασθέντα στην Ελλάδα εδάφη με την συνθήκη των Σεβρών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κατέληξε να γίνει αποδεκτός ως στρατηγικός σκοπός η κατοχή και η άμεση κάλυψη του σιδηροδρομικού δικτύου του Αφιόν Καραχισάρ – Σμύρνη, ενώ συγχρόνως δεν είχε εξασφαλισθεί ευρύς προ αυτού χώρος προς κλιμάκωση κατά βάθος της αμυντικής διάταξης. Επομένως ο φόβος της οποιασδήποτε αποκοπής έστω και προσωρινά της σιδηροδρομικής συγκοι­νωνίας, οδηγούσε στην παραμέληση κάθε άλλης άποψης και στην παράλληλη προς την γραμμή αυτή ανάπτυξη. Εάν υπήρχε η επίγνωση πού θα οδηγούσε αυτή η εκτροπή από τα δόγματα του πολέμου, ή θα επιζητείτο και πριν οι Τούρκοι ανασυνταχθούν και ενισχυθούν σοβαρά η δια επίθεσης εξασφά­λιση χώρου επαρκούς εκείθεν της σιδηροδρομικής γραμμής, ή θα εγκαταλειπόταν αυτή απελευθερώνοντας τις διατάξεις του Ελληνικού στρατού από την μοιραία σε αυτή υποδούλωσή τους. Για τους Έλληνες επιτελείς το πρόβλημα αμύνης ήταν η επαρ­κής κάλυψη του ατελείωτου αυτού μετώπου με ταυτόχρονη δημιουργία εφεδρειών που θα αντιμετώπιζαν κάθε εχθρική επίθεση. Για να δημιουργήσουν τις εφεδρείες αυτές εξασθένισαν αναγκαστικά την κύρια αμυ­ντική γραμμή και το τελικό αποτέλεσμα δεν εξυπηρετούσε ούτε τον ένα ούτε τον άλλο σκοπό.

Η Τουρκική επίθεση που εξαπολύθη­κε στις 13η Αυγούστου 1922, αιφνιδίασε στρατηγικά αλλά όχι τακτικά την Ελληνική Στρατιά, μπόρεσε όμως να δημιουργήσει λόγω βασικών σφαλμάτων που διαπρά­χθηκαν από τα περισσότερα κλιμάκια των Ελληνικών Διοικήσεων, ανέλπιστα ευνοϊκή κατάσταση για τον αντίπαλο. Η Τουρκική Διοίκηση αποφασισμένη να καταστρέψει τον Ελληνικό στρατό και να τον εκδιώξει από την Μ. Ασία, επέλεξε τον μάλλον απο­φασιστικό ελιγμό να διασπάσει το μέτωπο του αντιπάλου στην προεξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ, να κυκλώσει το δεξιό της Ελ­ληνικής Στρατιάς και να εκμεταλλευτεί την επιτυχία προς την κατεύθυνση της Σμύρνης, αποκόπτοντας την μοναδική οδό υποχώρη­σης προς την πόλη αυτή. Ένα σχέδιο που υλοποιούσε τις αρχές του πολέμου «εκλογή του σκοπού και εμμονή σε αυτόν», «επιθετικό πνεύμα» και «απλότητα». Η βασική ιδέα ήταν η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εκμετάλλευση σε βάθος των επιτυχιών της πρώτης κρούσης. Ο ρόλος αυτός ανατέθηκε στο Ιππικό. Η δραστήρια και τολμηρή ώθηση του Τουρκικού Ιππικού στα νώτα του Ελληνικού στρατού και η εκεί παραμονή του σε όλη την διάρκεια των μαχών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μοναδική στην στρατιωτική ιστορία και σίγουρα αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Η κίνηση αυτή του Ιππικού, κατέστρεψε τον εφοδιασμό και τις επικοινωνίες των Ελλήνων και απέκοψε τις Μονάδες της πρώτης γραμμής προκαλώντας τον πανικό. Ήταν ένας πόλεμος αστραπή, όπως αυτός που θα εφαρμόσουν οι Γερμανοί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εντός επτά ημερών οι Τούρκοι κατέστρεψαν και αιχμαλώτισαν το ήμισυ της δύναμης του Νοτίου Συγκροτήματος, αιχμαλώτισαν τρεις Στρατηγούς και κυρί­ευσαν πολύτιμο πολεμικό υλικό.

Στο Αφιόν Καραχισάρ έχουμε την πλήρη αποκοπή του συνδέσμου μεταξύ στρατεύμα­τος και Ανωτάτης Διοίκησης, εκπροσωπού­μενης στο συγκρότημα των δυνάμεων περί το Αφιόν Καραχισάρ από τον Διοικητή του Α’ Σώματος Στρατού, αφού οι υπάρχουσες στην περιοχή εκείνη στρατηγικές εφεδρείες παρέμειναν αδρανείς κατά τις τρεις πρώτες ημέρες της Τουρκικής επίθεσης και επιπλέ­ον, αμέσως μετά την διάσπαση των δυνάμε­ων του Αφιόν Καραχισάρ, η Ανωτάτη στην περιοχή εκείνη Διοίκηση δεν έσπευσε να σχηματίσει νέο μέτωπο σε ικανή απόσταση προς τα πίσω, επί του οποίου η επέμβα­ση των εφεδρειών έπρεπε να αποτελέσει την πρώτη σκέψη. Σημειωτέον, ότι και οι υπάρχουσες εφεδρείες κατά τις αμυντικές επιχειρήσεις του Ελληνικού στρατού δεν χρησιμοποιήθηκαν ορθά, με αποτέλεσμα η επέμβασή τους στον αγώνα να μην έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η εφεδρεία αποτελεί το κυριότερο μέσο επέμβασης του Διοικητού στον αγώνα και επομένως η κα­τάλληλη χρησιμοποίηση αυτής θα επηρεάσει καθοριστικά την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Εφόσον έτσι χάθηκε η τακτική μάχη επί του μετώπου των Ι και IV Μεραρχιών, επιβάλ­λονταν άμεση διακοπή της επαφής και σύ­μπτυξη στην όπισθεν τοποθεσία του Τουμλού Μπουνάρ και όχι νέα μάχη στον ίδιο χώρο της χαμένης τακτικής μάχης και μάλιστα με τα ίδια τα στρατεύματα πριν ανασυνταχθούν. Αντί της ενέργειας αυτής, προτιμήθηκε από τον Στρατηγό Τρικούπη η δια βραχέων αλ­μάτων διαδοχική μετατόπιση των δυνάμεών του προς Τουμλού Μπουνάρ.

Επικρατούσε έντονα η αντίληψη της παθητικής άμυνας στην Ελληνική Στρατιά και τους Σχηματισμούς της, χωρίς κάποια ιδέα ανάληψης επιθετικής ενεργείας, όταν το επέτρεπαν οι διαμορφούμενες συνθήκες. Έλειπε, δηλαδή, το στοιχείο της πρωτοβουλί­ας. Το στράτευμα έχει ζωτικότητα, μόνο όταν σε αυτό υπάρχει το πνεύμα της πρωτοβουλί­ας, σε διαφορετική περίπτωση αδρανεί και η αδράνεια σημαίνει θάνατο. Ο αμυνόμενος σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επιδιώκει την απόκτηση κάποιου βαθμού πρωτοβουλίας για την καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων. Η αντεπίθεση πρέπει να αποτελεί πάντοτε την πιο αποφασιστική φάση της αμυντικής μάχης. Ο αμυνόμενος θα πρέπει επομένως να διεξά­γει την άμυνά του με φαντασία, ενεργητικό­τητα και επιθετικότητα, στοιχεία απαραίτητα για να αποστερήσει την πρωτοβουλία από τον επιτιθέμενο. Ο Ναπολέων σχετικά έλεγε, «η άμυνα αποτελεί το προοίμιο, την προετοι­μασία για την επίθεση. Πέραν αυτού δεν θα υπήρχε λόγος υπάρξεως της».

Ο όγκος της Ελληνικής Στρατιάς διχά­στηκε κατά την υποχώρησή του σε δυο Ομάδες, το δε σημαντικότερο τμήμα αυτού βρισκόμενο Βόρεια των συγκοινωνιών του, υπέστη την διαδοχική επίθεση του όγκου του Τουρκικού στρατού, υποχρεώθηκε δε έτσι να διεξαγάγει επιχειρήσεις υπό δυσμενείς συνθήκες. Παρά τον ηρωισμό που επέδειξαν τα περισσότερα τμήματα, ηττήθηκε επανει­λημμένα, κυκλώθηκε, διέσπασε κλοιούς, υπο­χώρησε, καταδιώχθηκε και τέλος διαλύθηκε. Οι Ομάδες αυτές, μη μπορώντας από την 15η Αυγούστου να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, ενήργησαν χωρίς συντονισμό, κάθε μια δε από αυτές αγνοούσε τις κινήσεις και τις θέσεις της άλλης Ομάδος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι από ένα σημείο και μετά παρέλυσε ο ηθικός σύνδεσμος που ενώνει τα άτομα, ο σύνδεσμος που δίνει την δύναμη και την θέληση της δράσης, που εμπνέει το αίσθημα τη αυτοθυσίας και δημιουργεί την αλληλεγγύη και την συναδελφικότητα. Έτσι, τα άτομα και οι Διοικήσεις δρούσαν ατομικά και αυτόβουλα, όχι προς εκπλήρωση μίας ιδέας, αλλά προς εκπλήρωση ανάγκης υλικής – της σωτήριας του σώματος.

Οι μάχες Ιλμπουλάκ – Χαμούρκιοϊ και Αλή Βεράν, αποτελούν για τα Ελληνικά όπλα εποποιία και καταστροφή. Από σφάλματα των Διοικήσεων, τα Ελληνικά στρατεύματα εξαναγκάσθηκαν να δεχθούν τις μάχες αυτές υπό τις δυσμενέστερες στρατηγικές, τακτικές και ψυχολογικές συνθήκες. Το παράξενο είναι ότι πρόκειται για Μονάδες παλαιμά­χων, οι οποίες είχαν ηρωικές παραδόσεις και είχαν μεγάλη πολεμική πείρα. Νομίζει κανείς ότι άλλος στρατός πολέμησε κατά την περίοδο των νικηφόρων αγώνων στην Μικρασιατική γη. Η μετάλλαξη αυτή προήλ­θε κατά βάση από το γεγονός, ότι οι ηθικές δυνάμεις δεν ήταν πλέον σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να προτρέψουν τον Έλληνα μαχητή να αγωνισθεί στο πεδίο της μάχης με τόλμη και αποφασιστικότητα για την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου αντικειμενικού σκοπού.

Επιπλέον παρατηρείται, ότι οι Ελληνικές δυνάμεις κατά τον αμυντικό αγώνα στη Μ. Ασία δεν έλαβαν όλες μέρος σε μια μάχη συνόλου ή και σε διαδοχικές. Έτσι, μόνο το 1/3 πολέμησε τελικά και όχι συγχρόνως σε μια μάχη, αλλά διαδοχικά. Επομένως λόγω της υπέρμετρης ανάπτυξης του μετώπου, της κακής οργάνωσης της Διοίκησης και της ατυ­χούς διεύθυνσης των επιχειρήσεων, η τύχη της Μ. Ασίας κρίθηκε από τον αγώνα τριών μόνο Μεραρχιών των Ι, IV και VΙΙ, των ευ­ρισκομένων επί του μετώπου της κυρίας επίθεσης, όπου οι Τούρκοι συγκέντρωσαν 12 Μεραρχίες Πεζικού και 3 Ιππικού. Ενώ η Ελληνική Διοίκηση διέθετε 12 Μεραρχίες επί του μετώπου, οι 8 δεν αγωνίσθηκαν κατά την διεξαγωγή του κυρίως αμυντικού αγώνα, αλλά μόνο μετέπειτα κατά την υποχώρηση.

Αυτό που μπορούμε να επισημάνουμε είναι, ότι από όλη την διεξαγωγή των αμυντικών επιχειρήσεων της Στρατιάς έλειπε η πεποίθηση για την νίκη. Ένα κακό σχέδιο είναι λιγότερο κακό και έχει πιθανότητες επιτυχίας, όταν αυτός που το εφαρμόζει έχει πίστη σε ένα επιτυχές αποτέλεσμα. Πάντως η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των σχεδίων ενεργείας των δυο αντιπάλων είναι ότι ο Ελληνικός στρατός διατέθηκε προς από­κρουση όλων των ενδεχόμενων περιπτώσε­ων, ο δε εχθρός επέλεξε απλά μια και μόνη των περιπτώσεων και έτσι, αν και δεν ήταν υπέρτερος, κατέστη κυρίαρχος από την όχι ορθή διάταξη του Ελληνικού στρατού και την ελλιπή διεύθυνση του αγώνα.

Η παραμονή του Αρχιστρατήγου στη Σμύρνη, μετά την εκδήλωση της εχθρικής επίθεσης, κατά την κρίσιμο ημέρα της 14ης Αυγούστου και μέχρι τέλους αυτής και η από εκεί προσπάθεια της Διοίκησης απ’ ευ­θείας των δυο Σωμάτων Στρατού Α’ και Β’ εναντίον των οποίων εκδηλώθηκε η κυρία επίθεση, ήταν ατυχής. Διότι από απόσταση 450 περίπου χιλιομέτρων ήταν αδύνατη η Διοίκηση και η άμεση αντίληψη της στρα­τιωτικής κατάστασης, ό,τι ικανότητες και εάν διέθετε ο Αρχιστράτηγος, καθώς οι εκδιδό­μενες διαταγές από αυτή τη θέση έφθαναν στους εκτελεστές εκπρόθεσμα και όταν πλέον είχε μεταβληθεί οριστικά η τακτική κατάσταση. Ακόμα, η αίσθηση του μαχό­μενου στρατεύματος ότι ο Αρχιστράτηγος βρίσκονταν τόσο μακριά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι λειτούργησε αρνητικά, στερώντας από αυτό το ηθικό και την ασφάλεια που θα προσέδιδε η πλησίον παρουσία του, δημιουρ­γώντας έτσι τον φόβο της αποτυχίας.

Επιπλέον, η μη οχύρωση της περιοχής της Σμύρνης κατά το διάστημα από το 1919 μέχρι το 1922, αποτέλεσε ουσιαστι­κή παράλειψη της Στρατιάς Μ. Ασίας, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή έστω και την τελευταία στιγμή η υλοποίηση σθενα­ρής άμυνας για την προστασία της κοιτίδας αυτής του Ελληνισμού.

Νικήθηκε ο Ελληνικός στρατός, διότι οι Ανώτερες Διοικήσεις και τα Επιτελεία αρχικά δεν στάθηκαν στο ύψος τους και σε όλες σχεδόν τις μάχες οδήγησαν αυτόν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τον Τουρ­κικό, από άποψη αριθμού και υποστήριξης Πυροβολικού. Αυτή η ανεπάρκεια ορισμέ­νων Διοικήσεων ήταν φυσικό να οδηγήσει σε σφάλματα βραδείας απαγκίστρωσης και βραδείας αποχώρησης από το πεδίο της μάχης, μη ορθής διάθεσης των δυνάμεων και σε έλλειψη συνοχής και αλληλεγγύης μεταξύ των Μονάδων. Σίγουρα μια πολύ σημαντική και καθοριστική διαδικασία για το στράτευμα είναι η εκλογή των ηγητόρων του και η τοποθέτηση αυτών σε κατάλληλες θέσεις. Στην ηγεσία του στρατού απαιτούνται όχι πρόσωπα, αλλά προσωπικότητες, άτομα διανοούμενα που γνωρίζουν άριστα την πο­λεμική τέχνη και τις νέες μεθόδους της τα­κτικής, που έχουν επίγνωση των συνεπειών των διαταγών και των πράξεών τους, άτομα με ικανότητες, δοκιμασμένα στην ειρήνη και ικανά να ανταποκριθούν στον πόλεμο. Αυτή είναι η δύναμη του στρατού. Έτσι κατά βά­ση, η καταστροφή επήλθε όχι εξαιτίας της ενέργειας του εχθρού, αλλά κυρίως εξαιτίας της κακής διεύθυνσης της πρώτης μάχης και της έλλειψης πρωτοβουλίας.

Αντίθετα ο Κεμάλ και οι Τουρκικές Διοι­κήσεις κατόρθωναν, αν και ισοδύναμοι από άποψη δυνάμενων, να προσβάλλουν πάντοτε το ασθενές δια του ισχυρού, εφαρμόζοντας άριστα τις αρχές του πόλεμου «συγκέντρω­ση» και «οικονομία δυνάμεων», ωθώντας έτσι στην νίκη τον Τουρκικό στρατό. Η στρατιωτική ηγεσία του αντιπάλου ήταν σε πολύ καλύτερο επίπεδο σε σχέση με την Ελληνική. Τα στελέχη του Κεμαλικού στρα­τού είχαν κερδίσει τους βαθμούς και την πολεμική εμπειρία τους σε αμέτρητα πεδία μαχών κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από την Αραβία ως τον Καύκασο και από την Μεσοποταμία ως την Καλλίπολη. Από τους Έλληνες Αξιωματικούς μικρό μόνο τμήμα των στελεχών είχε λάβει μέρος σε σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις και από αυτούς οι περισσότεροι ήταν εκτός στρατεύματος το 1922. Έτσι, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι τα Τουρκικά σχέδια ήταν άρτια επιτελικά και ιδιαίτερα σύγχρονα στις αντιλήψεις.

Η εκστρατεία του Ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία, επιβεβαίωσε την καθορι­στική σημασία που διαδραματίζει στην έκβαση των επιχειρήσεων η ύπαρξη ενός οργανωμένου και αποδοτικού συστήματος επιμελητείας. Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι ένας από τους βασικότερους παράγοντες για την επιτυχία μιας επιχείρησης είναι η δυνατότητα υποστήριξης αυτής από πλευράς εφοδιασμού και μεταφορών, διότι επιδρά καταλυτικά στο ηθικό και στην μαχητική αξία του στρατεύματος.

Τα Σώματα Επιμελητείας και Μεταγω­γικού, τα οποία συστήθηκαν μετά το 1914, εμφανίζονται οργανωμένα και δοκιμάζονται σε ευρύτατη κλίμακα για πρώτη φορά στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Συνεπώς έδρασαν σε μια περίοδο, η οποία υπήρξε πολύ δύσκολη και κρίσιμη για την Ελλάδα, λόγω της εξέλιξης της. Με τις ελλείψεις σε υλικά και εφόδια και τα ανεπαρκή μεταφορικά μέσα, ο Ελληνικός στρατός βρισκόμενος μακριά από την βάση του και σε εχθρικό έδαφος δεν ήταν εύκολο να επιτύχει τον ανεφοδιασμό των πολυάριθ­μων Μονάδων, οι οποίες ήταν κατανεμημένες σε μεγάλες εκτάσεις και επί ενός μετώπου αναπτύγματος 800 περίπου χιλιομέτρων, ενώ το οδικό δίκτυο ήταν σχεδόν ανύπαρκτο.

Εάν αναλογισθεί κάποιος ακόμα και σή­μερα ότι σε μια περιοχή με αυτή την ιδιομορ­φία, όπως ήταν η Αλμυρά έρημος, στην οποία κινήθηκαν και έδρασαν τα τμήματα της Στρα­τιάς, λειτούργησε με διάφορες δυσκολίες το σύστημα ανεφοδιασμού και μεταφορών, θα πρέπει αδίστακτα να αναγνωρίσει το μέγεθος και την έκταση των υπηρεσιών που προσέ­φεραν τα αρμόδια όργανα της επιμελητείας. Ο Ελληνικός στρατός στη Μ. Ασία όχι μόνο δεν βρέθηκε με αφθονία υλικών και εφοδίων, αλλά επιπλέον, αφού εγκαταλείφθηκε από τους συμμάχους, περιήλθε σε δύσκολη θέση, αντιμετωπίζοντας έλλειψη χρημάτων, υλικών και μεταφορικών μέσων. Ο Τουρκικός στρα­τός αντίθετα, μαχόμενος στην χώρα του και έχοντας κάθε υποστήριξη και βοήθεια από μέρους των ομόδοξων του γηγενών, βρίσκο­νταν αναντίρρητα και ειδικά από τις αρχές του 1921 σε πλεονεκτική κατάσταση.

Γενικά κατά τους αγώνες τον Ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία, η επίλυση του προ­βλήματος των ανεφοδιασμών και μεταφορών υπήρξε δυσχερέστατη, λόγω των ειδικών συν­θηκών κάτω από τις οποίες διεξήχθησαν.

Η κύρια σιδηροδρομική αρτηρία Σμύρνης – Αφιόν Καραχισάρ – Εσκή Σεχήρ – Άγκυρας υπήρξε ο κύριος άξονας, κατά μήκος του οποίου έγιναν οι κύριες επιχειρήσεις των δύο αντιπάλων και υλοποιήθηκαν οι κυριό­τεροι άξονες εφοδιασμού. Ήταν, δηλαδή, κατά βάση αγώνας συγκοινωνιών, «πόλεμος επί των οδών και δια τις οδούς».

Τα Σώματα επιμελητείας και μεταφορών εργάσθηκαν υπεράνθρωπα και κατάφεραν να ανταποκριθούν στις αποστολές τους. Η διεύθυνση του IV Επιτελικού Γραφείου της Στρατιάς της διαδικασίας εφοδιασμού, υπήρ­ξε πεφωτισμένη και είχε άριστα οργανωθεί. Αλλά οι εισηγήσεις του Γραφείου αυτού δεν γίνονταν πάντοτε αποδεκτές από την Διοίκηση της Στρατιάς, η οποία απέβλεπε σε στρατηγικούς αντικειμενικούς σκοπούς, μερικές φορές πέραν τόπου, χρόνου και μέσων ανεφοδιασμού. Επιπλέον, η έλλειψη IV Επιτελικών Γραφείων από τα Σώματα Στρατού, πλην του Γ’ Σώματος, τα οδηγού­σε σε λήψη τακτικών αποφάσεων χωρίς να λάβουν υπ’ όψιν, στον απαραίτητο βαθμό, τις δυνατότητες ανεφοδιασμού. Γενικά το Σώμα της Επιμελητείας και το Σώμα του Μεταγω­γικού, παρ’ όλες τις αντιξοότητες, τις ελλεί­ψεις και τα ανεπαρκή μέσα μεταφορικών, ανταποκρίθηκαν στην αποστολή τους.

Όσον αφορά το Ελληνικό πυροβολικό κατά τις επιχειρήσεις στη Μ. Ασία, οι γε­νικές αρχές χρησιμοποίησής του ήταν οι ίδιες με αυτές του Μακεδονικού μετώπου. Η ιδιότυπη μορφή του αγώνα, η έλλειψη των υλικών μέσων, το εκτεταμένο μέτωπο, η έλλειψη συνδέσμων και διαβιβάσεων δεν επέτρεψαν την πλήρη εφαρμογή των μεθόδων που εξήχθησαν από την πείρα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πλήρης προπαρασκευή πυροβολικού δεν γίνονταν, λόγω δε έλλειψης και μέσων παρατήρησης και πυροβόλων μεγάλου βεληνεκούς, ποτέ σχεδόν δεν εκτελέσθηκε βολή αντιπυροβολικού. Επιπλέον, η μεγάλη έκταση του μετώπου και το ανεπαρκές αριθμητικά διατιθέμενο πυροβολικό, δεν επέτρεψε την χρησιμοποίησή του κατά μάζες και την εκτέλεση βολών συγκέντρωσης. Κατά συνέ­πεια το μεγαλύτερο μέρος του πυροβολικού δίδονταν στις μονάδες πεζικού και χρησιμο­ποιούνταν το περισσότερο ως πυροβολικό συνοδείας. Στην πρώτη περίοδο των επιχει­ρήσεων, Μάιος 1919 – Μάρτιος 1921, λόγω έλλειψης σοβαρού αγώνα, το πυροβολικό δεν παρουσίασε αξιόλογη δράση. Οι μετέ­πειτα επιχειρήσεις της δεύτερης περιόδου, Μάρτιος 1921 – Σεπτέμβριος 1922, στις οποίες τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να συναντούν δυσχέρειες σταδιακά αυξανό­μενες, υποχρεωμένα να μάχονται εναντίον εχθρού οργανωμένου που διέθετε σοβαρά και υπολογίσιμα μέσα πυρός, το πυροβολικό υπέστη μεγάλες δοκιμασίες και οδυνηρές θυσίες για να ανταποκριθεί στην αποστολή του και να εξασφαλίσει στο πεζικό την απαι­τούμενη υποστήριξη. Η συνεργασία μεταξύ πυροβολικού και πεζικού είχε καταστεί πλέον δυσχερής, λόγω έλλειψης επαρκών συνδέσμων και διαβιβάσεων.

Το Ιππικό, το οποίο κατά την εποχή εκείνη μπορούσε στις επιθετικές και στις αμυντικές επιχειρήσεις να αποτελέσει μια ταχυκίνητη εφεδρεία, ήταν περιορισμένης δύναμης στην Ελληνική Στρατιά, ανερχό­μενο σε μία Μεραρχία Ιππικού μετά τον Σαγγάριο, ενώ αντίθετα ο αντίπαλος δια­θέτοντας 5 Μεραρχίες Ιππικού μπόρεσε με άνεση και επιτυχώς να ανταποκριθεί στις στρατηγικές ανάγκες του μεγάλου σε έκτα­ση Μικρασιατικού θεάτρου επιχειρήσεων. Έτσι, η Τουρκική Διοίκηση χρησιμοποίησε σε μέγιστο βαθμό την μάζα και ευκινησία του Ιππικού της, αποστέλλοντάς το πολλές φορές σε μεγάλη απόσταση για την επίτευξη στρατηγικού σκοπού. Κατά βάση το Τουρκι­κό Ιππικό έδρασε ανεξάρτητο, υπαγόμενο κατευθείαν στην Ανωτάτη Διοίκηση, ενίοτε όμως υπήχθη σε μία Στρατιά ή Σώμα Στρα­τού, όταν οι τακτικές συνθήκες το επέβαλαν, αλλά με συγκεκριμένη αποστολή σε σχέση με την συνολική μάχη. Γενικά η τακτική του δράση χαρακτηρίζονταν από το στοιχείο του αιφνιδιασμού, την προσβολή των πλευρών του αντιπάλου με ταχύτητα αξιοθαύμαστη και την χρησιμοποίησή του κατά μάζες. Με αυτό τον τρόπο ενεργείας υλοποιούνταν οι αρχές του πολέμου «οικονομία δυνάμεων», «επιθετικό πνεύμα» και «αιφνιδιασμός».

Τα φύλλα χαρτών κλίμακας 1:250.000 που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ελληνικό στρατό στην Μικρασιατική εκστρατεία και είχαν ανατυπωθεί το 1919 από την ελληνική Γεωγραφική Υπηρεσία, παρουσίαζαν πολλές ανακρίβειες όσον αφορά τα τοπωνύμια και την πραγματική απεικόνιση της μορφής του εδάφους. Κατά συνέπεια η αναγκαστική χρησιμοποίηση των λανθασμένων εκείνων χαρτών δημιουργούσε διάφορες δυσχέρειες κατά την διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Επι­πλέον, το πρόβλημα έλλειψης αξιόπιστων χαρτών ήταν πολύ σοβαρότερο για τον Ελ­ληνικό στρατό, γιατί διεξήγαγε επιχειρήσεις σε έδαφος άγνωστο και εχθρικό σε αυτόν.

Επίσης, καθοριστικός παράγοντας στην εξέλιξη των επιχειρήσεων ήταν το επίπεδο ηθικού του Ελληνικού Στρατού. Μέχρι και τις επιχειρήσεις του Σαγγαρίου το ηθικό του Ελλήνων ήταν ακμαίο, μετά όμως υπέστη μεί­ωση συνεχώς επιτεινόμενη. Στο γεγονός αυτό συνετέλεσαν διάφοροι παράγοντες, όπως η ανεπάρκεια των διατιθεμένων δυνάμεων, η υποτίμηση της ισχύος του αντιπάλου, οι βαρύ­τατες απώλειες, οι δυσχέρειες των ανεφοδια­σμών, των διακομιδών και των επικοινωνιών, η κακή μερικές φορές διατροφή και υπόδηση, η άνιση κατανομή του φόρου αίματος, η πα­ράταση της εκστρατείας, η οποία υπερέβη τα ανεκτά όρια της ανθρώπινης αντοχής και η εντύπωση που δημιουργήθηκε στους μαχητές ότι θυσιάζονταν χωρίς σκοπό. Επιπλέον, στην πτώση του ηθικού του στρατού συνετέλεσε ο εθνικός διχασμός, ο οποίος από το 1915 είχε βαθύτατα διαιρέσει τους Έλληνες σε δυο αντι­τιθέμενες και αλληλομισούμενες παρατάξεις, τα πάθη των οποίων διοχετεύονταν και στις ευρισκόμενες Ελληνικές δυνάμεις εν εκστρα­τεία, γεγονός που επηρέασε σημαντικά την μαχητική ικανότητά τους. Έτσι παρατηρείται, ότι κατά την ανάληψη της μεγαλύτερης εθνι­κής προσπάθειας του νεώτερου Ελληνισμού οι εθνικές δυνάμεις ήταν διχασμένες.

Επί τρία έτη και τέσσερις μήνες διήρ­κεσε η Μικρασιατική εκστρατεία. Στις περισσότερες επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων η Ελληνική Στρατιά επέτυχε λαμπρές νίκες στο τακτικό πεδίο, δεν μπόρεσε όμως να επιτύχει την στρατηγική νίκη σε καμία περίπτωση. Σε ένα πόλεμο είναι δυνατόν οι μάχες να κερδίζονται ή να χάνονται, δεν κρίνουν όμως την έκβαση του πολέμου. Τον πόλεμο κερδίζει εκείνος από τους αντιπάλους, ο οποίος λαμβάνει τις ορθότερες αποφάσεις επί του στρατηγι­κού πεδίου και γνωρίζει να υλοποιεί αυτές παρά τις ενδεχόμενες αντιξοότητες. Ίσως ταιριάζει το γνωστό γνωμικό που αποδί­δεται στον Κλαούζεβιτς, σύμφωνα με το οποίο ο πόλεμος συντίθεται από ένα σύ­νολο λαθών και τον κερδίζει εκείνος που κάνει τα λιγότερα λάθη. Το γνωμικό αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται απόλυτα από τα γεγονότα του Ελληνοτουρκικού Πολέ­μου, 1919-1922, που κέρδισαν οι Τούρκοι, γιατί προφανώς αυτοί έκαναν λιγότερα λάθη από τους αντιπάλους τους.

Η Ελλάδα βρέθηκε ανάμεσα στα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, πτωχή και εξαντλη­μένη από τους μακροχρόνιους αγώνες της, εγκαταλείφθηκε στην κρίσιμη φάση από τους προστάτες Συμμάχους της με έντονα τα σημάδια από τον εθνικό διχασμό και αντιμετωπίζοντας έτσι τόσες αντιξοότητες, ήταν επόμενο να καμφθεί και να συντρι­βεί, παρά τους ηρωισμούς των μαχητών της. Οπωσδήποτε η τελική δυσμενή έκβαση της Μικρασιατικής εκστρατείας, οδήγησε όχι μόνο στον ξεριζωμό του Ελληνισμού της Μ. Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, αλλά ενταφίασε στα πεδία των μαχών και την Μεγάλη Ιδέα του Ελληνικού Έθνους. Αυτή την φορά ο παράγοντας τύχη δεν ευνόησε τον Ελληνισμό, όπως και στους Βαλκανι­κούς Πολέμους. Είναι βέβαιο, ότι η τύχη παίζει σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη των γε­γονότων, αλλά κάθε άνθρωπος, κάθε λαός είναι ο δημιουργός και ο υπεύθυνος κατά μεγάλο μέρος του πεπρωμένου του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

*Ακτσόγλου, I. «Χρονικό Μικρασιατικού Πολέμου 1919-1922″ εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα 1998.
*Ανδρεάδης, Γ. «Η Στρατηγική των Αντιπάλων κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία» άρθρο από το περιοδικό «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση» έκδοση ΓΕΣ, Σεπτέμβριος 1988.
* Ανδρέας, Βασιλόπαις «Δορύλαιο -Σαγγάριος» εκδόσεις Αγών, Αθήνα 1928.
*Ασημακόπουλος, Ν. «Υποχώρηση Μ. Ασίας 1922″ συγγραφή ανέκδοτη από το αρχείο της ΔΙΣ.
*Βουτερίδης, Η. «Η Εκστρατεία πέραν του Σαγγαρίου» Αθήνα 1922.
*Bujac «Les Campagnes de l’ Armee Hellenique 1918-1922″ Paris 1930.
*Γεραμάνης, Αθ. «Πολεμική Ιστορία Νεωτέρας Ελλάδος, Μικρασιατική Εκστρατεία» Αθήνα 1980.
*ΓΕΣ/ΔΙΣ «Ο Ελληνικός Στρατός εις την Σμύρνη» Αθήνα 1957, ανατύπωση 1990.
*»Επίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919-1922″ Αθήνα 1967, ανατύπωση 1987.
* «Επιχειρήσεις Φιλαδέλφειας – Προύσας – Ουσάκ Ιουνίου – Νοεμβρίου 1921″ Αθήνα 1957, ανατύπωση 1991.
*»Επιθετικές Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921″ Αθήνα 1963, ανατύπωση 1986. * «Επιχειρήσεις Ιουνίου – Ιουλίου 1921″ Αθήνα 1964.
* «Επιχειρήσεις προς Άγκυρα» μέρος πρώτο, Αθήνα1965, ανατύπωση 1988. * «Επιχειρήσεις προς Άγκυρα» μέρος δεύτερο, Αθήνα 1965, ανατύπωση 1989. *»Τα προ της Τουρκικής Επιθέσεως Γεγονότα Σεπτέμβριος 1921 – Αύγουστος 19-22″ Αθήνα 1960, ανατύπωση 1983.
* «Υποχωρητικοί Αγώνες των Α’ και Β’ Σωμάτων Στρατού» Αθήνα 1962, ανατύπωση 1987. *»Σύμπτυξις του Γ’ Σώματος Στρατού» Αθήνα 1962, ανατύπωση 1989. *»Εφοδιασμοί και Μεταφορές κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922″ Αθήνα 1969. *»Θέματα Στρατιωτικής Ιστορίας» Αθήνα 1981.
*Γιαννούλης, Χ. «Θρίαμβος και Τραγωδία του Ελληνικού Στρατού στην Μ. Ασία» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος Ιουλίου -Αυγούστου 1998.
*Γυαλιστράς, Σ. Α «Τα Αίτια της Καταστροφής του 22″ Αθήνα 1924.
*Διεύθυνση Πολεμικής Ιστορίας/Τουρκικού ΓΕΕΘΑ «Πόλεμος Τουρκικής Ανεξαρτησίας» τόμος 2ος, μέρος 1ο – 6ο Άγκυρα 1963, μετάφραση Ιωάννη Αλεξάνδρου.
*Δούσμανης, Β. «Η Εσωτερική Όψη της Μικρασιατικής Εμπλοκής» Εκδόσεις Πυρσός, Αθή­να 1928.
*Ζωιόπουλος, Χ. «Ποια τα Αιτία Αποτυχίας της Εκστρατείας του Σαγγαρίου» άρθρο από το περιοδικό «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση» έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 66, Ιούνιος 1930.
*»Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» τόμος ΙΕ’, Εκδοτική Αθηνών 1978.
*Κανελλόπουλος, Κ. «Κριτικές Μελέτες στο Πεδίο της Στρατηγικής» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 1, Ιανουάριος 1953.
*»Η Μικρασιατική Ήττα» Αθήνα 1936.
*Καράσσος, Δ. «Ο Μικρασιατικός Πόλεμος» τόμος 1ος, 2ος Αθήνα 1968. *Κορόζης, Α. «Ελληνοτουρκικοί Αγώνες και Φίλιες κατ’ Επιταγή 1914-1940″ Αθήνα 1967. *Λαχανόκαρδος, Ε. «Νέο άπλετο Φως στην Μικρασιατική Καταστροφή και ο Στρατηγός Λού­φας» Αθήνα 1928.
*Μαζαράκης, Αλεξ. – Αινιάν «Απομνημονεύματα» Αθήνα 1948.
*»Έκθεσις Ανακριτικής Επιτροπής Επιχειρήσεων Μ. Ασίας Αύγουστος 1922″ εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1976.
*Μοσχόπουλος, Κ. «Έκθεσή του Πρόεδρου της Επιτροπής έπι των Δοσίλογων, Αφορώσα τα Αίτια της Καταστροφής του Στρατού και της Ήττας εν Μ. Ασία».
*Μουζαφέρ, Βεφίκ «Το Τουρκικό Ιππικό και οι Επιδρομές αυτού κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 74, Φεβρουάριος 1931.
*Μπουλαλάς, Κλεάν. «Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922″ Αθήνα 1959.
*Παναγάκος, Π. «Συμβολή εις την Ιστορία της Δεκαετίας 1912-1922″ Αθήνα 1961.
*Πανταζής, Κ. «Συμβολή εις την Ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας 1919-1922″ εκδό­σεις Δωδώνη.
*Παπαστρατηγάκης, Μ. «Ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης» Αθήνα 1927.
*Παρασκευόπουλος, Λεων. «Αναμνήσεις 1896-1920″ τομ. Β’ Αθήνα 1935.
*Πάσσαρης, Μ. «Διάσπασις, Διάλυσις, Αιχμαλωσία» Αθήνα 1934.
*Πασάς, I. «Η Αγωνία ενός Έθνους» έκδοση 2η, Αθήνα 1928.
*Σακελλαρόπουλος, Κ. «Η Σκιά της Δύσεως» εκδόσεις Αετός, Αθήνα 1954.
*Σβολόπουλος, Δ. «Ο Ιστορικός Δισταγμός του 1922″ εκδόσεις Βασιλείου, Αθήνα 1929.
*Smith, Michael Llewellyn «Ionian Vision Greece in Asia Minor 1919-1922″ London 1998.
*Σπυρίδων,Γ. «Η Μικρασιατική Εκστρατεία Όπως την Είδα» Αθήνα 1957.
*Σπυρόπουλος, Ν. «Η Μ. Ασία ως Θέατρο Πολέμου» άρθρο από το περιοδικό «Γενική Στρατιω­τική Επιθεώρηση» έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 78, Ιούνιος 1931.
* «Επιχειρήσεις Ελληνικού Στράτου στην Μ. Ασία κατά τον Μάρτιο 1921 και Συναγόμενα εξ’ αυτών Χρήσιμα Διδάγματα» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 89, Μάιος 1932.
* «Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού προς Σαγγάριο – Άγκυρα» άρθρο από το περιοδικό «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση» τεύχος 91 Ιούλιος 1932, έκδοση ΓΕΣ.
* «Υποχώρηση Γ Σώματος Στρατού από την Μ. Ασία» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιω­τική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 93, Σεπτέμβριος 1932, τεύχος 94 Οκτώβριος 1932.
* «Επιχειρήσεις Αυγούστου 1922″ άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 104-105, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1933, τεύχος 110 Φεβρουάριος 1934, τεύ­χος 111 Μάρτιος 1934.
*Στρατηγός, Ξ. «Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία» Αθήνα 1925.
*Τρικούπης, Ν. «Διοίκησις Μεγάλων Μονάδων εν Πολέμω 1918-1922″ Αθήνα 934.
*Φαχρή, Αϊκούτ «Οι Μάχες της Κιουτάχειας και Εσκή Σεχήρ κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτη­σίας» μετάφραση Ιορ. Δημητριάδης, άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 139-140 Ιούλιος – Αύγουστος 1936, τεύχος 143-144 Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1936, τεύχος 3 Μάρτιος 1937.
*Χάριγκτον «Έκθεση του Στρατηγού Χάριγκτον για τα Αίτια της Συμμαχικής Αποτυχίας στην Ανατολή» αρχείο Πρόξενου Α. Άνινου, Κωνσταντινούπολη 1923, Ε.Λ.Ι.Α.
*Χρυσοχόου, Α. «Το Ελληνικό Ιππικό κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία» Αθήνα 1934.
*Χουλουσί, Μπαϋκότς «Η Μάχη του Σαγγαρίου κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας» μετά­φραση Γραφείο ΙΙΙ Α/ΔΙΣ, άρθρο από την Τουρκική Στρατιωτική Επιθεώρηση, τεύχος 63, Σεπτέμβριος 1944.


Πηγή

Διαβάστε περισσότερα...
“Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια, μη φοβηθείς το χαλασμό.

Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα, π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει, κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων!..

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!"

Κωστής Παλαμάς
«Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται,ζυγόν δουλείας ας έχωσι·

θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία»


Α.Κάλβος
«Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει από τον φόβο τον Τούρκο, που είναι σκλάβος του φόβου του, που θέλει να ζήσει όπως και να είναι. Που κάνει τον ψόφιο κοριό για να μην τον πατήσει κάποιος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα».

Ίωνας Δραγούμης

  © Free Blogger Templates Columnus by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP