Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1922. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1922. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Αυγούστου 1922, Εξέχουσα Αφιόν Καραχισάρ: Η Αρχή του Τέλους

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

Γράφει ο Βελισάριος

Ὑπὲρ τῆς Ἀχαϊκῆς Συμπολιτείας πολεμήσαντες

Ἀνδρεῖοι σεῖς ποὺ πολεμήσατε καὶ πέσατ᾿ εὐκλεῶς
τοὺς πανταχοῦ νικήσαντας μὴ φοβηθέντες.
Ἄμωμοι σεῖς, ἂν ἔπταισαν ὁ Διαῖος κι ὁ Κριτόλαος.
Ὅταν θὰ θέλουν οἱ Ἕλληνες νὰ καυχηθοῦν, «Τέτοιους βγάζει τὸ ἔθνος μας» θὰ λένε γιὰ σᾶς. Ἔτσι θαυμάσιος θά ῾ναι ὁ ἔπαινός σας.



Σαν σήμερα, την 05.00 της 13ης Αυγούστου 1922 άρχισε σφοδρός βομβαρδισμός των θέσεων των I και IV Μεραρχιών από το τουρκικό πυροβολικό, που θα οδηγούσε μέσα σε λίγες μέρες στην κατάρρευση του στρατού της Μικρασίας και το τέλος του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

Η Μικρασιατική Καταστροφή είναι το κομβικό σημείο της Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας, ασύγκριτα σημαντικότερο από ό,τι προηγήθηκε και από ό,τι ακολούθησε. Η Καταστροφή δε σήμανε μόνον την απώλεια του Μικρασιατικού Ελληνισμού, τον μαρτυρικό θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων, το χαμό δεκάδων χιλιάδων γυναικών και παιδιών στα σκλαβοπάζαρα και τον ξεριζωμό των περισσότερων από ενάμιση εκατομμυρίου Μικρασιατών από τις εστίες τους. Αυτά, τα ανείπωτα τραγικά, θα μπορούσαν κάποτε να επουλωθούν από το χρόνο.

Η Μικρασιατική Καταστροφή σήμανε κάτι πολύ βαθύτερο για την Νεώτερη Ελλάδα: σήμανε την εσωτερίκευση της ήττας, της εξάρτησης και της αδυναμίας. Η Καταστροφή έπεισε τις έκτοτε διαδοχικές ελληνικές ηγετικές ομάδες ότι χωρίς την πατρωνία “Μεγάλων” ξένων δυνάμεων “η Ελλάς ασφαλώς και δεν είναι σοβαρό Κράτος”, όπως έλεγε ο Γούναρης. Αφαίρεσε από τις ηγετικές ομάδες της χώρας την αίσθηση ιστορικής ευθύνης για την πορεία και το μέλλον της. Εγκατέστησε στις πολιτικές συνειδήσεις την πεποίθηση ότι η παρουσία στο διεθνή χώρο είναι κάτι που δεν εξαρτάται από εμάς τους ιδίους αλλά από εξωγενείς παράγοντες, από τις διαθέσεις άλλων, από τις συγκυρίες και την τύχη. Και τους επέτρεψε, έτσι, στους πολιτικούς να πολιτεύονται στη χώρα ως καιροσκόποι βλαχοδήμαρχοι: χωρίς καμία συναίσθηση ιστορικής ευθύνης και χωρίς κανέναν ιστορικό ορίζοντα. Η Καταστροφή εγκαθίδρυσε και στον απλό λαό μια βαθιά αίσθηση ήττας, μιζέριας και ανικανότητας σε όλα τα επίπεδα – και όχι μόνον της εξωτερικής πολιτικής. Αυτό είναι το κρυφό νήμα που ενώνει τη Μικρασιατική Καταστροφή με το παρόν μας.

Ήταν ανέφικτη εξ αρχής η επιτυχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας;

Από απόψεως υψηλής στρατηγικής το εγχείρημα ήταν ακραίο. Οι πόροι που ήταν διαθέσιμοι – εξοπλισμός, ανθρώπινο δυναμικό, χρηματικά διαθέσιμα, παραγωγική ικανότητα, συσχετισμός διεθνών δυνάμεων – ήταν οριακά. Όμως, ιστορικά, δεν υπήρξε ποτέ εναλλακτική λύση για το Ελληνικό Έθνος: το θέμα του Ανατολικού Ζητήματος τέθηκε εκείνη τη στιγμή, τέθηκε παρά τη θέλησή μας, και δε μπορούσε να το αποφευχθεί. Εναλλακτική λύση από την εντολή για τη Μικρασία δεν υπήρξε ποτέ. Για την ακρίβεια: η μόνη εναλλακτική λύση ήταν η εκ των προτέρων, αμαχητί αποδοχή της Μικρασιατικής Καταστροφής, δηλαδή της γενοκτονίας και της εθνοκάθαρσης του Μικρασιατικού Ελληνισμού, χωρίς απόπειρα υπεράσπισής του από το Ελλαδικό Κράτος. Η πορεία είχε ξεκινήσει, ήδη από το 1914, και δεν αφορούσε, φυσικά, μόνον τους Έλληνες Μικρασιάτες. Οι Αρμένιοι της Ανατολίας σφαγιάσθηκαν ακόμη μαζικότερα, και δεν είχαν ποτέ να προσβλέπουν κάπου.

Ο Μεταξάς, ένας από τους ικανότερους, ιστορικά, έλληνες στρατιωτικούς, μπορεί να αξιολογούσε το εγχείρημα ως ανέφικτο, όμως είναι αφέλεια να πιστεύεται ότι η κρίση του αυτή ήταν αυστηρά στρατιωτική, ανεπηρέαστη από προσωπικές πολιτικές απόψεις και πικρίες – δικαιολογημένες ή μη, αδιάφορο.

Υπάρχει ένα πιο απλό κριτήριο για να αξιολογηθεί αν το εγχείρημα της Μικρασιατικής Εκστρατείας ήταν εφικτό, ή αν αυτή ήταν εξ αρχής καταδικασμένη. Κι αυτό είναι ο τρόπος διεξαγωγής της, καθ’ εαυτός. Από την αρχή των επιθετικών επιχειρήσεων, τον Ιούνιο του ’20, μέχρι ΚΑΙ τον Ιούλιο το ’21 η αποφασιστική νίκη ήταν εντός των δυνατοτήτων των ελληνικών δυνάμεων, και μόνον η συστηματικά εξαιρετικά κακή διεύθυνση των επιχειρήσεων και τα συνεχόμενα μείζονα σφάλματα της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας έσωσαν τον Μουσταφά Κεμάλ από την ήττα και τη συνθηκολόγηση – αν πιστέψουμε τους βιογράφους του, και δεν έχουμε λόγο να μην τους πιστέψουμε, βάσει των αντικειμενικών δεδομένων.

Στον πόλεμο τα λάθη είναι μέρος της φύσης του. Μαζί με την άγνοια της πλήρους κατάστασης – την “ομίχλη του πολέμου” – και τις απρόβλεπτες καθυστερήσεις, είναι τα τρία κατ΄εξοχήν εγγενή στοιχεία της φύσης του. Δεν υπάρχει κανείς πραγματικός πόλεμος που να έχει διεξαχθεί ως”τέλεια διαδρομή”.

Αλλά τα λάθη της ελληνικής στρατιωτικής ηγεσίας, το μέγεθός τους και η επιμονή τους, σε επίπεδο Στρατιάς και Σωμάτων Στρατού απείχαν κατά πολύ από το επίπεδο αυτό. Ο συστηματικά κακός σχεδιασμός και διεύθυνση των επιχειρήσεων υποδείκνυε έλλειψη στρατιωτικής αντίληψης και επαγγελματική ανεπάρκεια. Δυστυχώς, όσο οδυνηρό και αν είναι, σε πάρα πολλά επίπεδα, η Μικρασιατική εκστρατεία θυμίζει δυσάρεστα την Γαλλο-γερμανική σύγκρουση του 1940. Μάλιστα, υπάρχει μία εξαιρετικά δυσάρεστη “τεχνική” πτυχή στην παρομοίωση αυτή: τόσο λόγω επαγγελματικών και οργανωτικών επιρροών, όσο και λόγω των πρόσφατων, αντίστοιχων ιστορικών εμπειριών, ο τουρκικός στρατός ήταν πολύ πιο έτοιμος και πρόθυμος να διεξαγάγει επιχειρήσεις σε βάθος, όπως το απαιτούσε το μεγάλο και αναπεπταμένο θέατρο επιχειρήσεων της Μικρασίας και όπως το είχαν αναπτύξει και το τελειοποιούσαν από μακρού χρόνου οι Γερμανοί, ενώ ο ΕΣ είχε εμμονή με τη μεθοδική μάχη, όπως την είχε διδαχθεί από τους Γάλλους και την είχε αφομοιώσει στο Μακεδονικό Μέτωπο.

Συνεπώς, η μετατόπιση του βάρους για την εξήγηση της ήττας στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής, ενώ είναι εύλογη, δεν δικαιολογείται απολύτως από την παρακολούθηση της εκστρατείας στο στρατηγικό και στο επιχειρησιακό επίπεδο. Μπορεί, ασφαλώς, να γίνει σοβαρή συζήτηση για το αν η κακή ποιότητα της στρατιωτικής ηγεσίας ήταν εγγενές χαρακτηριστικό, απότοκο προβλημάτων στη στρατιωτική υποδομή και παιδεία του ΕΣ της εποχής, ή αν ήταν συγκυριακό πρόβλημα που προκλήθηκε από την πολιτική αναταραχή του Διχασμού η οποία προκάλεσε την απόλυτη αναξιοκρατία στο στράτευμα, αλλά δε μπορεί κανείς να παριστάνει ότι αυτό το επίπεδο του πολέμου υπήρξε αμέτοχο ευθυνών, και όλα τα λάθη έγιναν σε επίπεδο υψηλής στρατηγικής.

Μάλιστα, η μετατόπιση των αιτίων σε άλλο επίπεδο αποθαρρύνει και αποθάρρυνε την συστηματική μελέτη του πολέμου για τη διεξαγωγή πρακτικών συμπερασμάτων που να αφομοιωθούν θεσμικά από τον ΕΣ. Σε αυτό συνετέλεσε και η μεταπολεμική επικράτηση (τελικά) της βασιλικής μερίδας, η οποία προφανώς είχε κάθε λόγο να αποθαρρύνει τη σχετική συζήτηση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο ΕΣ, αν και ηττημένος, δεν βελτιώθηκε ουσιωδώς μετά την ήττα του και εξ αιτίας αυτής. Δεν έχει κανείς να αντιπαραβάλει την αφομοίωση της ήττας του Α’ΠΠ από το Γερμανικό Στρατό (που επίσης συνετρίβη και αποσυντέθηκε), τη μελέτη της, την ανάλυσή της και την αφομοίωση των διδαγμάτων, όπως φάνηκαν στο Β’ΠΠ με την αντίστοιχη ελληνική έλλειψη ανάλυσης και αφομοίωσης, καθώς και με τον τρόπο που διεξήχθησαν οι επιχειρήσεις στην Αλβανία, το ’40-’41.

Επειδή η καλύτερη τιμή που μπορεί να αποδοθεί στους ήρωες είναι να προσπαθούμε να γινόμαστε καλύτεροι, αντί άλλου αφιερώματος ακολουθεί μία στρατιωτική αποτίμηση της διεξαγωγής των επιχειρήσεων του ΕΣ κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πρόκειται για την μελέτη με τίτλο: “Στρατηγικά και Τακτικά Συμπεράσματα από τις Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στην Μικρά Ασία” του τότε Επιλάρχου και νυν Συνταγματάρχου (ΤΘ) Λαλούση Χαραλάμπου.

Αφιερώνεται στους Γίγαντες που διέσχισαν την Αλμυρά Έρημο.



Στρατηγικά και Τακτικά Συμπεράσματα από τις Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στην Μικρά Ασία

Επιλάρχου Λαλούση Χαραλάμπου

(το κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από τη Στρατιωτική Επιθεώρηση 2003, τ.2)

Ο Ελληνικός στρατός αποβιβάσθηκε στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919 κατόπιν συμμαχικής συναίνεσης, με αποστολή να εξασφαλίσει την τάξη στην περιοχή αυτή και να προστατεύσει το πολυπληθές Ελληνι­κό στοιχείο. Το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 1919 μέχρι τον Μάιο του 1920, χαρακτηρίζεται από επιχειρήσεις τοπικού χαρακτήρα για την εκκαθάριση της κατεχό­μενης περιοχής. Γενικά ήταν μία περίοδος στασιμότητας και αναγκαστικής αναμονής για τον Ελληνικό στρατό, λόγω των απαγο­ρευτικών διαταγών των Συμμαχικών δυνά­μεων. Μια κηδεμονία δεσμευτική στις ενέρ­γειες του Ελληνικού στρατού, χωρίς την δυνατότητα αντίδρασης, γεγονός που είχε σαν αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος εις βάρος των Ελληνικών συμφερόντων. Έτσι, την περίοδο αυτή δεν σημειώνεται δράση μεγάλων Μονάδων και οι ενέργειες των Ελληνικών τμημάτων περιορίζονται στη δράση Ταγμάτων, Λόχων και πολλές φορές μικτών αποσπασμάτων. Οι επιχειρήσεις αυτές γενικά αφορούν αγώνες κατά ατάκτων και δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερη σημασία στρατηγική ή και τακτική.

Η στρατηγική του Τουρκικού στρατού από τον Μάιο του 1919 σε όλα τα μέτωπα συνίστατο, λόγω ανεπάρκειας δυνάμεων, σε αμυντική στάση, κυρίως στην αποφυγή μάχης εκ παρατάξεως και την υποχώρηση λόγω ανάγκης σε άλλη τοποθεσία. Η στρα­τηγική αυτή εφαρμόζονταν με την παραχώ­ρηση μεγάλων εδαφικών εκτάσεων, την καταστροφή των συγκοινωνιών και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απομάκρυνση του αντιπάλου από τις βάσεις του. Ακολουθού­σαν έτσι κατά υποδειγματικό τρόπο την τακτική της αποφυγής της μάχης και ο εξα­ναγκασμός αυτών να δεχθούν τον αγώνα δεν ήταν εύκολος. Σε αυτό συντελούσε η γνώση του εδάφους, αλλά και το υπάρχον βάθος, το οποίο δεν προβλημάτιζε την Τουρκική ηγεσία στο να υλοποιήσει αυτή την δοκιμασμένη τακτική.

Οι επιχειρήσεις προς Φιλαδέλφεια – Προύσα – Ουσάκ από τον Ιούνιο του 1920, είναι οι πρώτες σε σχετικά μεγάλη κλίμακα που ανέλαβε ο Ελληνικός στρα­τός. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές οι Ελληνι­κές δυνάμεις, παρά την υπεροχή τους από άποψη αριθμού, οργάνωσης και μέσων, δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τον στρατηγικό τους αντικειμενικό σκοπό. Πέτυχαν με ευχέρεια και με μικρές απώλειες να καταλάβουν τους γεωγραφικούς αντικει­μενικούς τους σκοπούς, αλλά δεν πέτυχαν τη συντριβή και αιχμαλωσία των Τουρκι­κών δυνάμεων. Έτσι την περίοδο αυτή, η κατάληψη εκτεταμένων περιοχών δεν είχε μόνο σαν συνέπεια το διπλασιασμό του Μικρασιατικού μετώπου, που πραγματοποιήθηκε χωρίς παράλληλη αύξηση της Ελληνικής στρατιωτικής δύναμης, αλλά και τον διαχωρισμό των Ελληνικών δυνάμεων σε δύο μέτωπα, μεταξύ των οποίων παρεμ­βάλλονταν το Μικρασιατικό οροπέδιο.

Όσον αφορά την τακτική των Ελλήνων, απότοκο του πολέμου χαρακωμάτων, στον οποίο ενεπλάκησαν τα Ελληνικά στρατεύ­ματα στην Μακεδονία κατά τα έτη 1917 και 1918, είναι η ακαμψία στις κινήσεις, η μη χρησιμοποίηση ευρέων ελιγμών και ο μέχρι των ελαχίστων λεπτομερειών κα­θορισμός από τα προϊστάμενα κλιμάκια του τρόπου ενεργείας των υφισταμένων τους. Καθορίζονταν με τις λεπτομερείς αυτές διαταγές, όχι μόνο η δύναμη, η κατεύθυν­ση ενεργείας και ο αντικειμενικός σκοπός των υφισταμένων, αλλά και η ενδεχομένη στάση αυτών ανάλογα με την αντίδραση του εχθρού, γεγονός που περιόριζε καθορι­στικά την ανάπτυξη της πρωτοβουλίας. Κα­τά βάση δηλαδή παρατηρούμε μετωπικές επιθέσεις χωρίς την ύπαρξη καταλλήλου εφεδρείας, για την εκμετάλλευση τυχόν ση­μειωθείσας επιτυχίας και οι προσπάθειες κύκλωσης και εγκλωβισμού του εχθρικού στρατού που σημειώθηκαν, δεν είχαν το ανάλογο βάθος, την ευρύτητα, αλλά και τον απαραίτητο συντονισμό στην εκτέλεση.

Γενικά η Διοίκηση της Στρατιάς Μ. Ασί­ας σε όλη την διάρκεια των επιχειρήσεων του Ελληνικού Στρατού, διέπονταν από αυ­στηρά συγκεντρωτικό πνεύμα στο ζήτημα της διεξαγωγής τους, αλλά και στη διαδι­κασία των ανεφοδιασμών και μεταφορών, χωρίς να αφήνει στα υφιστάμενα κλιμάκια πρωτοβουλία ενεργείας, επεμβαίνοντας πολλές φορές και μέχρι του κλιμακίου του Συντάγματος. Η διεξαγωγή των επιχειρή­σεων για να έχει θετικό αποτέλεσμα, απαι­τούσε πρωτοβουλία και τόλμη ενεργείας όχι μόνο στο κλιμάκιο της Στρατιάς, αλλά και στους υφιστάμενους Σχηματισμούς με τα­χείες αποφάσεις και άμεση εκτέλεσή τους, καθώς και άμεση εκμετάλλευση τυχόν ευνο­ϊκών καταστάσεων με την χρησιμοποίηση εφεδρικών Μονάδων.

Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, η Στρατιά προέβη σε δύο επιθετικές ενέρ­γειες, χωρίς καμία αριθμητική ή υλική ενί­σχυση των μέσων της και όχι επαρκώς πλη­ροφορημένη για την σημαντική αύξηση των πολεμικών μέσων της Κεμαλικής Τουρκίας. Η πρώτη από αυτές, η επιθετική αναγνώρι­ση που πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριου του 1920 στην περιοχή του Εσκή Σεχήρ για τη διαπίστωση των εχθρικών δυνατοτήτων, ήταν μια λανθασμένη τακτική επιλογή, δίνο­ντας στον Κεμάλ την ευκαιρία να ομιλεί για ήττα των Ελλήνων. Οι επιθετικές αναγνω­ρίσεις αποτελούν μέρος της τακτικής διε­ξαγωγής στρατιωτικών επιχειρήσεων, αλλά όταν γίνονται με τόσες μεγάλες δυνάμεις (ενισχυμένη Μεραρχία), θα πρέπει είτε να υπάρχει δυνατότητα ενίσχυσής τους για την εκμετάλλευση των αδυναμιών του αντιπάλου είτε να ακολουθούνται από επι­θετικές επιχειρήσεις, οι οποίες με βάση τις διαπιστώσεις της αναγνώρισης να οδηγούν σε αποφασιστικό αποτέλεσμα. H Διοίκηση της Ελληνικής Στρατιάς τίποτα δεν έπραξε από όλα αυτά. Αφού διαπίστωσε ότι η Τουρ­κική ισχύς ήταν σημαντική και επομένως δεν υπήρχε δυνατότητα εκμετάλλευσης αδυ­ναμιών, έμεινε άπρακτη για δυόμισι μήνες. Χάθηκε έτσι μία λαμπρή ευκαιρία από την Στρατιά να καταληφθούν το Εσκή Σεχήρ και η Κιουτάχεια και ίσως και το Αφιόν Καραχισάρ, εάν επωφελούνταν από την ανταρσία των Τουρκικών δυνάμεων του Ετέμ κατά του Κεμάλ και εάν επιπλέον ωθούσε προς Κιουτάχεια και προς Τουμλού Μπουνάρ τις δυνάμεις του Α’ Σώματος Στρατού, που μέχρι τότε η αποστολή τους ήταν καθαρά αμυντική.

Η δεύτερη προσπάθεια με τις επιχειρή­σεις του Μαρτίου, με τις οποίες επιδιώκο­νταν η κατάληψη της στρατηγικής γραμμής Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχεια – Αφιόν Καραχισάρ και η συντριβή του εχθρού, κατέληξαν σε πλήρη αποτυχία, οφειλόμενη στην εφαρ­μογή αστόχου και κακώς προετοιμασμένου σχεδίου επιχειρήσεων, την ανεπάρκεια δυνάμεων για την εφαρμογή του, την υπο­τίμηση των δυνατοτήτων του εχθρού και την αδέξια διεύθυνση του αγώνα από τη Στρατιά και το Γ’ Σώμα Στρατού. Κατά τις επιχειρήσεις αυτές, ο Ελληνικός στρα­τός αντιμετώπισε εχθρό συγκροτημένο και άριστα διοικούμενο, η δε διεύθυνση των επιχειρήσεων από την Ανωτάτη Τουρκική Διοίκηση υπήρξε πράγματι αριστοτεχνική και δύναται να χρησιμεύσει ως υπόδειγμα στρατηγικού ελιγμού.

Χαρακτηριστικό του Ελληνικού σχεδίου ήταν ότι εφαρμόσθηκε κατά μέτωπο επίθε­ση δύο ισόρροπων ομάδων, χωρίς καμία ιδέα ελιγμού και τομέα κυρίας προσβολής και χωρίς σύγκλιση των κυρίων ενεργειών, ως αποτέλεσμα της ισχυρής αντίστασης των Τούρκων στον Βόρειο τομέα και της ανεπάρκειας Ελληνικών δυνάμεων στον Νότιο τομέα. Δηλαδή, τα δύο Ελληνικά συγκροτήματα ενήργησαν αυτοτελώς και ανεξάρτητα μεταξύ τους, χωρίς να μπορούν να παράσχουν αμοιβαία υποστήριξη. Έτσι, δεν εφαρμόσθηκε ο κανόνας της επιθέσεως «συνταύτιση προσπαθειών».

Επιπλέον παρατηρούμε ότι η Στρατιά επεδίωξε κρίσιμο αποτέλεσμα συγχρόνως σε δυο αντικειμενικούς σκοπούς, στο Εσκή Σεχήρ και στο Αφιόν Καραχισάρ. Κανένας στρατός, όσο ισχυρός και εάν είναι, δεν πρέπει να επιζητεί κρίσιμο αποτέλεσμα σε δύο διαφορετικές περιοχές συγχρόνως, διό­τι δεν δύναται στον ίδιο χρόνο να διεξαγά­γει κρίσιμη μάχη σε δυο διαφορετικά μέρη. Αντιθέτως οι Τούρκοι, επωφελήθηκαν από τις αποκλίνουσες ενέργειες των Ελληνικών συγκροτημάτων και διαθέτοντας κατάλλη­λες εσωτερικές συγκοινωνίες προέβησαν στην μεταφορά του μεγαλυτέρου μέρους των δυνάμεών τους στο Εσκή Σεχήρ, προς αντιμετώπιση του Γ’ Σώματος Στρατού. Με­τά τη σύμπτυξη του Σώματος αυτού μετα­κίνησαν σημαντικές δυνάμεις εναντίον του Α’ Σώματος Στρατού, που ενεργούσε στην περιοχή Αφιόν Καραχισάρ.

Η Ελληνική Διοίκηση όφειλε να προ­σαρμόσει τον ελιγμό της κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιτύχει την υπεροχή δυνάμεων σε κάθε ένα από τα δυο μέτωπα, εφαρμόζοντας αυστηρά την αρχή της «οικονομίας δυνάμε­ων» και διατηρώντας την ελευθερία ενερ­γείας της να μην επιτρέψει στον εχθρό να αποκτήσει αριθμητική υπεροχή με τη μεταφο­ρά δυνάμεων από το ένα μέτωπο στο άλλο, εκμεταλλευόμενος την ευκολία που είχε να κινείται δια εσωτερικών γραμμών ανενόχλη­τος, όπως δυστυχώς συνέβη. Αυτό ήταν ίσως το νευραλγικό σημείο του ελιγμού.

Από την μελέτη των επιχειρήσεων του Μαρτίου 1921, διαπιστώνει κανείς ότι για να πετύχει τη νίκη ένας στρατός, δεν αρ­κεί μόνο να αποτελείται από μαχητές που έχουν υψηλό φρόνημα, αντοχή στις σωματι­κές κακουχίες και στις ψυχικές δοκιμασίες του πολέμου. Είναι επιπλέον απαραίτητο να ηγούνται αυτών ηγήτορες, οι οποίοι να έχουν επιπλέον την γενναιότητα, αυτοθυ­σία και την εμπειρία του πολέμου, υψηλή επαγγελματική κατάρτιση και ενημερότητα, ικανούς δε να εφαρμόζουν στην πράξη τις αρχές του πολέμου με επιτυχία και να χρη­σιμοποιούν επίκαιρα και αποτελεσματικά τα νέα πολεμικά μέσα, ώστε να αξιοποιούν τις πολεμικές αρετές των μαχητών τους.

Ένα άλλο γεγονός που επηρέασε τις εξελίξεις κατά τις επιχειρήσεις του Μαρτί­ου 1921, ήταν η αντικατάσταση σημαντικού αριθμού Αξιωματικών, μετά τις εκλογές του 1920. Ανεξάρτητα από τις επαγγελματικές και διοικητικές τους ικανότητες και τον ζήλο που επέδειξαν για την εκπλήρωση της αποστολής τους, είναι πάντως γεγονός ότι μερικοί από αυτούς, αναλαμβάνοντας διοίκηση λίγο μόλις χρόνο πριν την 10η Μαρτίου, δεν τους δόθηκε χρόνος για να ενημερωθούν πλήρως για την υπάρχου­σα κατάσταση και για τις εξελίξεις στις πολεμικές μεθόδους, να γνωρίσουν τους υφισταμένους τους και να αποκτήσουν την εμπιστοσύνη τους, παράμετροι που θα τους οδηγούσαν στην ορθή λήψη αποφά­σεων κατά τις επικείμενες επιχειρήσεις.

Σημειωτέον, ότι ακόμα και σε ειρηνική περίοδο ένας Διοικητής για να εγκλιματι­σθεί και να ενημερωθεί πλήρως για το σο­βαρό έργο και την αποστολή της Μονάδος του, χρειάζεται ικανοποιητικός χρόνος και ειδικά η γνώση του προσωπικού είναι μια λεπτή και πολύ σημαντική διαδικασία, ώστε να μπορεί το έμψυχο υλικό της Μονάδος του να το χειριστεί και να το αξιοποιήσει όσο το δυνατόν αποδοτικότερα. Επιπλέον και για τους υφισταμένους ενός Διοικητού απαιτείται κάποιος χρόνος προσαρμογής στο πνεύμα και τις απαιτήσεις της νέας Διοίκησης. Επομένως θα μπορούσαμε να πούμε, ότι αυτή η διαδικασία προσαρμογής έχει μια αμφίδρομη κατεύθυνση, γεγονός απαραίτητο για την αρμονική συνεργασία σε όλα τα επίπεδα Διοίκησης.

Η Τουρκική Διοίκηση βασίσθηκε στην κινητή άμυνα αποφεύγοντας το στατικό πνεύμα στη διεξαγωγή του αμυντικού αγώ­να, εκμεταλλευόμενη κατά τον καλύτερο τρόπο τα διατιθέμενα έμψυχα και άψυχα μέσα και ενεργώντας έτσι τοπικά και χρονι­κά, επηρεάζοντας καθοριστικά την εξέλιξη των επιχειρήσεων και δείχνοντας υψηλό επί­πεδο στρατηγικής και τακτικής αντίληψης. Αυτό ήταν βέβαια αποτέλεσμα της υπεροχής του Τουρκικού στρατού σε δύναμη, που του έδινε την δυνατότητα, ανάλογα με την παρου­σιαζόμενη κατάσταση, να δημιουργεί κέντρο βάρους σε οποιοδήποτε από τα δυο μέτωπα (Βόρειο και Νότιο) και επιτιθέμενος δια των εσωτερικών γραμμών να επιφέρει σημαντικά πλήγματα κατά του αντιπάλου του.

Μετά τις επιχειρήσεις του Μαρτίου 1921, αφού η Ελληνική Κυβέρνηση και η Διοίκηση της Στρατιάς κατέβαλαν σοβαρή προσπάθεια για την οργάνωση και ενίσχυση του Ελληνικού στρατού, τον Ιούνιο – Ιούλιο του ίδιου έτους αναλήφθηκαν νέες επιχει­ρήσεις για την καταστροφή του Κεμαλικού στρατού. Οι επιχειρήσεις αυτές, αν και εί­χαν σχεδιασθεί καλά, απέτυχαν στρατηγικά, αφού ο σκοπός τους, δηλαδή η κύκλωση και η καταστροφή του Κεμαλικού στρατού, δεν επιτεύχθηκε. Το λάθος ίσως του Ελληνικού επιτελικού σχεδίου ήταν ότι βασίσθηκε σε ένα αυθαίρετο υπολογισμό, δηλαδή ότι η Τουρκική ηγεσία θα δεχόταν να δώσει την αποφασιστική μάχη στη περιοχή Εσκή Σεχήρ – Κιουτάχειας. Η πράξη, όμως, έδειξε ότι η διαφορά νοοτροπίας στην στρατηγική σύλληψη ήταν τεράστια. Έτσι ο Τουρκικός στρατός, λόγω της αριστοτεχνικής εφαρμογής στον αγώνα κινήσεων και της αξιοποίησης του εδάφους, αλλά και λόγω της μη εκμετάλ­λευσης των τακτικών επιτυχιών από πλευράς του Ελληνικού στρατού, κατάφερε να αποφύ­γει τον εγκλωβισμό και την καταστροφή.

Πρέπει να επισημάνουμε ότι στις επιχει­ρήσεις Ιουνίου – Ιουλίου, σε αντίθεση με αυτές του Μαρτίου 1921, η προσπάθεια της Ελληνικής Στρατιάς χαρακτηριζόταν από την αναζήτηση του πλευρού και των κενών μεταξύ των εχθρικών κέντρων αντιστάσε­ως. Ουδεμία, όμως, σοβαρή κατά μέτωπο προσβολή δεν εκδηλώθηκε προς καθήλωση του εχθρού. Η Ανωτάτη Ελληνική Διοίκηση θέλησε να εμποδίσει την προς Βορρά απο­χώρηση του οχυρωμένου στην Κιουτάχεια εχθρικού στρατού, δια της απλής τακτικής υπερκέρασης προς το αριστερό της παράταξής του. Έτσι, παρατηρείται προσπάθεια από Ελληνικής πλευράς υπερκέρασης εχθρικών θέσεων και όχι στρατευμάτων, γεγονός που αποτελεί τακτικό λάθος και δείχνει περιορισμένη στρατιωτική αντίληψη. Διότι υπερκέραση εκτελούμενη χωρίς να έχει καθηλωθεί ο όγκος των εχθρικών δυνάμεων από τις δευτερεύουσες προσπάθειες που κατευθύνονται εναντίον του μετώπου του, είναι ανίσχυρη να φέρει οποιοδήποτε άλλο αποτέλεσμα πλην της μετατροπής της υπερκέρασης σε μετωπι­κή επίθεση, εφόσον ο αντίπαλος θέλει να δεχθεί τη μάχη και στρέφει το μέτωπό του, ώστε να το τοποθετήσει αυτό κάθετο στην κατεύθυνση της υπερκερωτικής κίνησης.

Το βάρος του αγώνα επιφορτίσθηκε το Πεζικό, το οποίο όμως παραμέλησε τους κα­νόνες της νέας τακτικής, της βασιζόμενης στα συμπεράσματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Αντιθέτως αυτό εφάρμοσε τις γνωστές από τους Βαλκανικούς πολέμους με­θόδους μάχης, με κυρίαρχο όπλο την λόγχη. Έτσι, παρατηρήθηκε ελλιπής χρήση των πυ­ρών, όχι ορθή χρησιμοποίηση του εδάφους και παραμέληση του συνδυασμού πυρός και κινήσεως. Οι μέθοδοι μάχης των Βαλ­κανικών πολέμων δεν είχαν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, διότι τότε η ισχύς πυρός του Πεζικού (4 πολυβόλα ανά Τάγμα και κανένα οπλοπολυβόλο) ήταν ουσιαστικά μικρότερη έναντι του 1921 (12 πολυβόλα και 24 οπλοπολυβόλα ανά Τάγμα).

Η Τουρκική Διοίκηση, δεν έμεινε εγκλω­βισμένη στη σταθερή διατήρηση του εδάφους έστω και ζωτικής σημασίας, αλλά σκεπτόμε­νη με βάση το μακροπρόθεσμο όφελος, το οποίο θα της έδινε τελικά την στρατηγική νίκη, εγκατέλειψε την περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ – Εσκή Σεχήρ, ώστε να επιλέ­ξει καταλληλότερη τοποθεσία άμυνας που θα της επέτρεπε την απόκρουση του εχθρού, παρασύροντάς τον όσο το δυνατόν σε μεγα­λύτερη απόσταση από τις βάσεις ανεφοδια­σμού του. Επιζήτησε, δηλαδή, να δεχθεί την μάχη με ευνοϊκότερες προϋποθέσεις. Η τολμηρή αυτή απόφαση της Τουρκικής Διοι­κήσεως, η οποία λήφθηκε την κατάλληλη στιγμή σύμφωνα με τις απαιτήσεις των επι­διωκόμενων στρατιωτικών σκοπών και χωρίς να παρασυρθεί από οποιοδήποτε αίσθημα ή πολιτική καιροσκοπία, υπήρξε από άποψη στρατηγικής πολύ εύστοχη. Παρατηρούμε ότι η στρατηγική των Τούρκων συνίστατο σε ένα κράμα τακτικής μάχης για την διατήρηση σημείων στρατηγικής ή τακτικής σημασίας, σε συνδυασμό και με ενέργειες ατάκτων σω­μάτων. Όμως, η διατήρηση του εδάφους από τους Τούρκους δεν έγινε ποτέ με υπέρμετρη φθορά της δύναμής τους. Δηλαδή, εφάρμο­σαν κατά άριστο τρόπο την στρατηγική που είχαν εφαρμόσει οι Ρώσοι εναντίον του Ναπολέοντα. Έτσι, ένα από το σοβαρότε­ρα σφάλματα της Ελληνικής ηγεσίας κατά την Μικρασιατική εκστρατεία υπήρξε το γεγονός, ότι αφέθηκε να μεγεθύνεται και να επιμηκύνεται βαθμηδόν προς ανατολι­κά το πολεμικό θέατρο, με την έντεχνη και ελεύθερη απομάκρυνση του Κεμαλικού στρα­τού που οργανώνονταν και ενδυναμώνονταν ποικιλότροπα, από το οποίο επήλθε πλήρη ανατροπή μεταξύ των διατιθέμενων μέσων και των τεθέντων στρατηγικών σκοπών.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πα­ρατηρήσουμε, ότι το σοβαρότερο σφάλμα των επιχειρήσεων Ιουνίου – Ιουλίου 1921 για την Ελληνική Στρατιά, ήταν η μη εκμε­τάλλευση μέχρι τελευταίου άνδρα και ίππου της νίκης της 8ης Ιουλίου. Έπρεπε πριν την αυγή της 9ης Ιουλίου να προωθηθούν τα Σώματα Στρατού προς καταδίωξη, με αντι­κειμενικό σκοπό την καταστροφή του διαφυ­γόντος εχθρού, ώστε να μη δοθεί σε αυτόν χρόνος προς ανασυγκρότηση. Έτσι, χάθη­κε μια λαμπρή ευκαιρία για τον Ελληνικό στρατό να μετατρέψει τις τακτικές ήττες του εχθρού σε πλήρη στρατηγική συντριβή. Η διαφυγή του Τουρκικού στρατού παρέσυρε την Ελληνική Στρατιά σε νέες επιχειρήσεις, τις μεγαλύτερες και δυσχερέστερες που ανέ­λαβε ποτέ ο Ελληνικός στρατός.

Μετά την αποτυχία για καταστροφή του εχθρού στο Εσκή Σεχήρ, εκδηλώθηκε η Ελ­ληνική επίθεση ανατολικά του Σαγγαρίου προς επίτευξη του παραπάνω σκοπού και κατάληψη της Άγκυρας. Ο εχθρός αποφάσι­σε αυτή τη φορά να δεχθεί τη μάχη, διότι οι προϋποθέσεις ήταν ευνοϊκές για αυτόν. Η νέα, όμως, προσπάθεια του Ελληνικού στρα­τού δεν είχε αίσιο τέλος. Η ατυχής έκβαση των επιχειρήσεων προς Άγκυρα απετέλεσε το μεταίχμιο της οριστικής τροπής του Μι­κρασιατικού ζητήματος για την Ελλάδα, σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Ειδικά από στρατιωτικής πλευράς, μετά την μάχη αυτή η πρωτοβουλία των κινήσεων αφαιρέ­θηκε από τον Ελληνικό στρατό, που καταδι­κάστηκε έκτοτε σε παθητική άμυνα.

Η Διοίκηση της Στρατιάς, υπερτίμησε τις τακτικές νίκες κατά τις προηγηθείσες επιχειρήσεις στις περιοχές Κιουτάχειας και Εσκή Σεχήρ του μηνός Ιουλίου 1921 και όχι επαρκώς πληροφορημένη υποτίμη­σε τον Τουρκικό στρατό, θεωρώντας ότι η εκστρατεία αυτή είναι δυνατή. Έτσι, στηριζόμενη σε εσφαλμένη εκτίμηση για τις δυνατότητες και την κατάσταση του εχθρού σχεδίασε την επιχείρηση προς Σαγ­γάριο, κάνοντας το πρώτο βήμα προς την αποτυχία. Δεν έλαβε, ίσως, υπ’ όψιν της την παράμετρο ότι ο Τούρκος στρατιώτης έδινε την κρισιμότερη μάχη της ιστορίας του, που θα έκρινε την ύπαρξη ή όχι του Τουρκικού κράτους και ότι επικεφαλής του Τουρκικού στρατού ήταν ο Κεμάλ, άνδρας με σπουδαία στρατιωτικά προσόντα, με ισχυρή θέληση, με εξαιρετική δυναμικότητα και επιπλέον με το πλεονέκτημα ότι συγκέντρωνε στα χέρια του όλη την εξουσία.

Η σχεδίαση και η προπαρασκευή των επιχειρήσεων έγινε με σχετική προχει­ρότητα και ατέλεια, ιδίως από πλευράς υποστήριξης. Οι δυνατότητες των διατιθε­μένων μέσων μεταφοράς, φαίνεται ότι δεν ελήφθησαν σοβαρά υπ’ όψιν, αν και είχε διαπιστωθεί ότι αυτές περιορίζονταν μέχρι τον Σαγγάριο. Αποτέλεσμα αυτού υπήρξε ο ανεπαρκής ανεφοδιασμός των Μονάδων, ιδίως σε πυρομαχικά Πυροβολικού.

Η Στρατιά, αν και αρχικά πέτυχε την πρόθεσή της να εξαπατήσει και να αιφνι­διάσει τον εχθρό ως προς την κατεύθυνση επίθεσης, αφού κινήθηκε πρώτα προς Ανα­τολικά και μεταφέρθηκε κατόπιν Νότια του Σαγγαρίου, πλην όμως απέτυχε στην προ­σπάθεια υπερκέρασης του αριστερού της διάταξης του αντιπάλου. Και αυτό λόγω της ευρύτητας του ελιγμού, του οποίου η εκτέ­λεση απαίτησε αρκετές ημέρες, με αποτέλε­σμα οι Τούρκοι να αντιληφθούν έγκαιρα τις προθέσεις της Στρατιάς και χρησιμοποιώ­ντας τον χρόνο για την αναπροσαρμογή της διάταξης τους, μετέφεραν δυνάμεις από το κέντρο του αμυντικού τους μετώπου προς τα αριστερά, τις οποίες δεν μπόρεσε να κα­θηλώσει η δευτερεύουσα προσπάθεια της Στρατιάς που εκτοξεύθηκε στο κέντρο του αντιπάλου. Εξαιτίας αυτού, η ενέργεια της Στρατιάς κατέληξε σε μετωπική απωθητική επίθεση από Νότια προς Βορρά. Επιπλέον η αποτυχία του ελιγμού της Στρατιάς είχε σαν αποτέλεσμα την ισοδύναμη σε όλα τα μέτωπα επιθετική ενέργεια, χωρίς να επιζη­τήσει την δια εσωτερικών ελιγμών διάρρη­ξη ορισμένων τοποθεσιών της εχθρικής παράταξης, με την συγκέντρωση εναντίον αυτών σοβαρών δυνάμεων και στη συνέ­χεια με εκμετάλλευση της επιτυχίας.

Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι η Ελληνική Διοίκηση ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο όπως και στη μάχη της Κιουτάχειας, δηλαδή με αιφνιδιαστική ενέργεια να κυκλώσει μέσω της δεξιάς πτέρυγας την αντίστοιχη αριστερή των Τούρκων. Αλλά και εκεί δεν μπόρεσε να αιφνιδιάσει τον αντίπαλο, επειδή οι Τούρκοι τηρούσαν συνεχή επαφή με τον αντίπαλο. Θα έπρεπε επομένως η Στρατιά να διδαχθεί από την επιχείρηση της Κιουτάχειας ότι ελιγμός σε τόσο ευρύ τόξο, διαγραφόμενος από μεγά­λη μάζα στρατού σε εχθρική χώρα και για πολλές ημέρες, ήταν πολύ πιθανό να αποτύ­χει, διότι ούτε τον αιφνιδιασμό περιλάμβανε ούτε εναντίον του πλευρού ή των νώτων του αντιπάλου καταφέρονταν.

Εάν ελιγμός σημαίνει «προσαρμογή των μέσων προς τον επιδιωκόμενο σκοπό», τότε ο ελιγμός που εφαρμόσθηκε μέσω της ερήμου ήταν ανεδαφικός και ακατάλληλος για το ευρύ μέτωπο των επιχειρήσεων και τις ανεπαρκείς δυνάμεις της Ελληνικής Στρατιάς. Η διατεθείσα δύναμη σε σχέση με τον τεθέντα αντικειμενικό σκοπό των επιχειρήσεων, συνιστάμενο στην συντριβή του αντιπάλου και εξαναγκασμό αυτού σε συνθηκολόγηση, δεν εξασφάλιζε την εκ-πλήρωσή του. Από τις υπάρχουσες στη Μ. Ασία 11 Μεραρχίες μετείχαν των κυρίων επιχειρήσεων μόνον 9, των υπολοίπων 2 χρησιμοποιηθέντων σε δευτερεύοντα ρόλο (κάλυψη πλευρών), ενώ ήταν δυνατή και επι­βαλλόταν η χρησιμοποίηση όλων των Μεραρ­χιών. Αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν ότι δεν υπήρχαν ικανές στρατηγικές εφεδρείες κλιμακούμενες κατά βάθος και πλάτος για την αντιμετώπιση απρόοπτων καταστάσεων και για την τροποποίηση του ελιγμού με βά­ση τις εχθρικές αντιδράσεις ώστε να μπορεί να επέμβει η Στρατιά για την ολοκλήρωση μιας επιτυχίας των Σωμάτων Στρατού.

Παρατηρήθηκε ανεπάρκεια Διοικήσεων σε διάφορα επίπεδα. Η διεύθυνση της μάχης από την Ελληνική Στρατιά δεν ήταν η ανάλο­γη των περιστάσεων και δεν είχε τη δυναμι­κή της νίκης, ενώ αντίθετα ο αντίπαλος γνώ­ριζε και μπόρεσε να δώσει τον προσωπικό του παλμό στην εξέλιξη των επιχειρήσεων. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι έλειψε ο συ­ντονισμός και ο συγχρονισμός ενεργείας, αποτέλεσμα της μη έγκαιρης πολλές φορές άφιξης των διαταγών του Στρατηγείου της Στρατιάς. Γενικά, η ενεργός παρουσία των Διοικητών Σωμάτων Στρατού και του Αρχι­στρατήγου δεν ήταν αυτή που επιβάλλονταν από την κρισιμότητα των επιχειρήσεων. Η αξία ενός στρατεύματος εξαρτάται από τον βαθμό εκπαίδευσης, από το ηθικό, αλλά προ πάντων από την αξία της Διοίκησης. Ο Να­πολέων έλεγε σχετικά, ότι «ένα στράτευμα λεόντων με επικεφαλής μια έλαφο δεν θα εί­ναι ποτέ ένα στράτευμα λεόντων». Ο τρόπος, με τον οποίο διοικείται και κατευθύνεται ένα στράτευμα στον πόλεμο, εξασφαλίζει πολλές φορές την νίκη.

Ως προς το σχέδιο ενεργείας των Τούρ­κων, παρατηρεί κανείς ότι ορθά εκτιμήθηκε από την Τουρκική Διοίκηση η προς πόλεμο ικανότητα του Τουρκικού στρατού και βάση αυτής καθορίσθηκε η μορφή του αγώνα ως αμυντικού, ο οποίος διεξήχθη με δεξιότητα, συνδυάζοντας ένα είδος κινητής άμυνας με εκτόξευση καθοριστικών αντεπιθέσεων, δη­λαδή ενεργητική άμυνα. Κατόπιν, η Τουρκική Διοίκηση διέγνωσε ορθά την κατάλληλη στιγ­μή και με αποφασιστικότητα και ταχύτητα ανέλαβε την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων, συγκεντρώνοντας το μέγιστο των δυνάμεών της έναντι της αριστερής Ελληνικής πτέρυγας (Γ’ Σώμα Στρατού) και αντεπιτέθηκε με ευ­ρεία στρατηγική έννοια για να αποκόψει την γραμμή υποχώρησης του αντιπάλου.

Η επιλογή από τους Τούρκους της περιο­χής Ανατολικά του Σαγγαρίου για άμυνα, καθώς και η οργάνωση ολόκληρης ζώνης βάθους 25 χιλιόμετρων περίπου, υπήρξε από­λυτα ορθή, υλοποιώντας έτσι τον κανόνα της άμυνας «κλιμάκωση σε βάθος». Η αμυντική αυτή οργάνωση υπήρξε λίαν επιτυχής όσον αφορά την εκλογή των αμυντικών γραμμών και την επί αυτών προσαρμογή των μέσων προς εκπλήρωση του σκοπού, δηλαδή την ανακοπή της προχώρησης του επιτιθεμένου. Επιπλέον οι Τούρκοι κατά τις επιχειρήσεις αυτές, εφήρμοσαν απόλυτα την αρχή παρα­χώρησης μη ζωτικού εδάφους προς κέρδος χρόνου και προς αποφυγή καταστροφής των δυνάμεών τους, πράγμα το οποίο και πέτυχαν. Η σύμπτυξη, που σημειώθηκε στο μέτωπο τους, ήταν περισσότερο για λόγους ευθυγράμμισης του και για τη βελτίωση των όρων άμυνας. Συνολικά θα μπορούσαμε να παρατήσουμε ότι η όλη Τουρκική ενέργεια ήταν ενεργητική άμυνα επί διαδοχικών ορ­γανωμένων τοποθεσιών και κατόπιν ισχυρή αντεπίθεση σε ορθή κατεύθυνση προσβολής και με καθορισμένο αντικειμενικό σκοπό.

Οι Τούρκοι οφείλουν την νίκη τους σε μεγάλο μέρος στην ικανότητα και αποτελε­σματικότητα της Ανωτάτης Διοίκησής τους, αλλά και στα εμπειροπόλεμα και αξιόλογα στελέχη τους σε όλα τα κλιμάκια της ιεραρ­χίας. Οι Διοικητές των Σωμάτων Στρατού και των Μεραρχιών ήταν νεότατοι φιλό­δοξοι Αξιωματικοί. Αντισυνταγματάρχες διοικούσαν Μεραρχίες και Συνταγματάρ­χες Σώματα Στρατού. Νέοι άνδρες με τόλ­μη και πάθος, ίσως πολλές φορές είναι προτιμότερο να ηγούνται των στρατευμά­των, διότι οι πράξεις και οι ενέργειές τους πρέπει να φέρουν την σφραγίδα όχι τόσο της πολεμικής πείρας και της σωφροσύνης όσο του ισχυρού χαρακτήρα, της ισχυρής θέλησης και των μεγάλων και τολμηρών αποφάσεων, που εμπνέονται από υψηλό πα­τριωτικό αίσθημα. Επιπλέον τα Επιτελεία του μετώπου και του Αρχιστρατήγου, πα­ρακολουθούσαν από κοντά την κατάσταση και διεύθυναν με λεπτομέρεια τον αγώνα. Πληροφορούνταν έγκαιρα για την εκάστο­τε δημιουργούμενη τακτική κατάσταση και λάμβαναν αμέσως τα επιβαλλόμενα μέτρα, εκδίδοντας τις απαραίτητες διαταγές.

Η εκστρατεία προς Σαγγάριο, αναμφι­σβήτητα υπήρξε η μεγαλύτερη πολεμική επιχείρηση που ανέλαβε ποτέ ο Ελληνικός στρατός, από άποψη διατιθέμενων μέσων, δυ­σκολιών που αντιμετωπίσθηκαν, μεθόδων μά­χης που εφαρμόσθηκαν, καθώς και τακτικών και στρατηγικών σκοπών. Οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούν πραγματική εποποιία, διό­τι διεξήχθησαν υπό συνθήκες πρωτοφανείς και μοναδικές για την παγκόσμια στρατιωτι­κή ιστορία. Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά τους σκληρούς και αιματηρούς αγώνες που διεξήχθησαν Ανατολικά του Σαγγαρίου, ο Έλληνας μαχητής, παρά τις δυσχέρειες και τα σφάλματα, αναδείχθηκε κυρίαρχος του πεδίου της μάχης. Καρτερικός, λιτοδίαιτος και γενναίος, ανέπτυξε το επιβαλλόμενο επιθετικό πνεύμα και απέσπασε τον θαυ­μασμό του αντιπάλου. Υπήρξε ο κύριος συντελεστής των επιτυχιών στο Ταμπούρ Ογλού, Σαπάντζα, Καλέ Γκρότο, Αρντίζ Νταγ και Τσαλ Νταγ, όπου ο Ελληνικός στρατός επιβλήθηκε τακτικά επί του αντι­πάλου. Αλλά παρόλα αυτά ο στρατηγικός σκοπός της επιχείρησης δεν επιτεύχθηκε, διότι δεν κατέστη δυνατόν να υπερνικηθεί η δύναμη αντίστασης του αντιπάλου, ο οποίος πολέμησε με καρτερία και ανδρεία. Η επί­μονη και κατά βάθος οργανωμένη ισχυρή αντίσταση των Τούρκων, εξάντλησε τελικά τον επιτιθέμενο. Υπερίσχυσε η θέληση του αντιπάλου. Στα τελευταία πριν την Άγκυρα χαρακώματα εξασθένησε η έντονη προσπά­θεια και ενεργητικότητα του Ελληνικού στρατού, ανεκόπη η απαράμιλλη επιθετική ορμή του και κάμφθηκε η θέλησή του. Η τύχη των όπλων, αποτέλεσμα της φοβερής εκείνης πάλης των θελήσεων, δεν τον συνό­δευσε μέχρι την αποφασιστική νίκη. Ακόμα μια φορά όπως στα Δαρδανέλια, ο Κεμάλ γλίτωσε παραλίγο την καταστροφή. Η χαλύ­βδινη θέληση του έδωσε την νίκη. Έτσι, χάσαμε τον αγώνα, διότι δεν αντέξαμε, όπως λέγει ο Γάλλος Στρατάρχης Φος, ένα τέταρτο της ώρας περισσότερο.

Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κύρια αιτία της μη επίτευξης του επιδιωκόμενου στρατηγικού σκοπού της εκστρατείας, υπήρξε ότι τα διατιθέμενα για αυτό μέσα βρίσκονταν σε δυσαρμονία με την εκτέλεση της ανατεθείσας αποστολής. Δηλαδή ο όλος προβληματισμός εντοπίζο­νταν στο δυνατόν της εκτέλεσης, το οποίο ίσως δεν απασχόλησε στο βαθμό που απαιτούνταν την Στρατιά. Η Διοίκηση της Στρατιάς έπρεπε να σταθμίσει καλά τους παράγοντες αυτούς από πριν και κατόπιν να αποφασίσει για την εκστρατεία αυτή.

Στις τρεις παραπάνω περιπτώσεις Μάρ­τιος 1921, Ιούλιος 1921, Σαγγάριος, παρα­τηρούμε ότι ο Τουρκικός στρατός δε δίστα­σε να ενεργήσει στρατηγική εκμετάλλευση των τακτικών επιτυχιών του. Έτσι τον Μάρ­τιο του 1921, έστρεψε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών του κατά του πλευρού του πέραν του Αφιόν Καραχισάρ προωθημένου Α’ Σώματος Στρατού, ηττήθηκε όμως στη μάχη του Τουμλού Μπουνάρ και έλαβε πάλι αμυντική στάση. Τον Ιούλιο του 1921, αν και έχασε την αμυντική μάχη της Κιουτάχειας, μπόρεσε να διαφύγει έγκαιρα των κυκλωτικών λαβίδων της Ελληνικής Στρατιάς. Αφού απόκτησε βάθος και απόσταση από αυτή, δε δίστασε να σταματήσει την υποχώρησή του, να λάβει επιθετική διάταξη και να επιτεθεί με όλες τις δυνάμεις του επί ευρύτατου με­τώπου από Μποζ Νταγ μέχρι Σεϊντή Γαζή. Η δοθείσα όμως κατά την 8η Ιουλίου 1921 μεγάλη εκ συναντήσεως μάχη με την Ελλη­νική Στρατιά, υπήρξε για αυτόν ατυχής. Γρή­γορα υποχώρησε τότε σε μεγάλο βάθος και καλύφθηκε πίσω από τον Σαγγάριο. Μετά την αποτυχία των επιθετικών προσπαθειών της Ελληνικής Στρατιάς για να διαρρήξει το Τουρκικό μέτωπο Ανατολικά του Σαγγαρί­ου Τουρκικό μέτωπο, η Τουρκική Διοίκηση επιχείρησε να μεταφέρει την επιτυχία της και επί του στρατηγικού πεδίου, μετακινώ­ντας ισχυρές δυνάμεις προς την περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ. Απέτυχε όμως και στην προσπάθεια αυτή για να καταστεί κυρίαρχος του ζωτικότερου στρατηγικά κόμ­βου συγκοινωνιών στη Μ. Ασία, του κόμβου συγκοινωνιών Αφιόν Καραχισάρ, κατόπιν εγκαίρου επιθετικής ενέργειας σημαντικών δυνάμεων της Ελληνικής Στρατιάς κατά του μετώπου του και του Βορείου πλευρού των επιτιθεμένων Τουρκικών δυνάμεων. Από τό­τε η στρατηγική γραμμή της Τουρκικής ηγε­σίας διατηρήθηκε σταθερή. Αυτή απέβλεπε στη συντριβή του περί το Αφιόν Καραχισάρ και Δυτικά αυτού εκτεινόμενου κέντρου βα­ρύτητας της Ελληνικής διάταξης.

Μετά τις επιχειρήσεις του Σαγγαρίου ο Ελληνικός στρατός εγκαταστάθηκε επί μίας αμυντικής γραμμής πολύ μεγάλου μήκους, καλύπτοντας σε αρκετό βάθος προς Ανατολικά και προς Νότια τα επι­δικασθέντα στην Ελλάδα εδάφη με την συνθήκη των Σεβρών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κατέληξε να γίνει αποδεκτός ως στρατηγικός σκοπός η κατοχή και η άμεση κάλυψη του σιδηροδρομικού δικτύου του Αφιόν Καραχισάρ – Σμύρνη, ενώ συγχρόνως δεν είχε εξασφαλισθεί ευρύς προ αυτού χώρος προς κλιμάκωση κατά βάθος της αμυντικής διάταξης. Επομένως ο φόβος της οποιασδήποτε αποκοπής έστω και προσωρινά της σιδηροδρομικής συγκοι­νωνίας, οδηγούσε στην παραμέληση κάθε άλλης άποψης και στην παράλληλη προς την γραμμή αυτή ανάπτυξη. Εάν υπήρχε η επίγνωση πού θα οδηγούσε αυτή η εκτροπή από τα δόγματα του πολέμου, ή θα επιζητείτο και πριν οι Τούρκοι ανασυνταχθούν και ενισχυθούν σοβαρά η δια επίθεσης εξασφά­λιση χώρου επαρκούς εκείθεν της σιδηροδρομικής γραμμής, ή θα εγκαταλειπόταν αυτή απελευθερώνοντας τις διατάξεις του Ελληνικού στρατού από την μοιραία σε αυτή υποδούλωσή τους. Για τους Έλληνες επιτελείς το πρόβλημα αμύνης ήταν η επαρ­κής κάλυψη του ατελείωτου αυτού μετώπου με ταυτόχρονη δημιουργία εφεδρειών που θα αντιμετώπιζαν κάθε εχθρική επίθεση. Για να δημιουργήσουν τις εφεδρείες αυτές εξασθένισαν αναγκαστικά την κύρια αμυ­ντική γραμμή και το τελικό αποτέλεσμα δεν εξυπηρετούσε ούτε τον ένα ούτε τον άλλο σκοπό.

Η Τουρκική επίθεση που εξαπολύθη­κε στις 13η Αυγούστου 1922, αιφνιδίασε στρατηγικά αλλά όχι τακτικά την Ελληνική Στρατιά, μπόρεσε όμως να δημιουργήσει λόγω βασικών σφαλμάτων που διαπρά­χθηκαν από τα περισσότερα κλιμάκια των Ελληνικών Διοικήσεων, ανέλπιστα ευνοϊκή κατάσταση για τον αντίπαλο. Η Τουρκική Διοίκηση αποφασισμένη να καταστρέψει τον Ελληνικό στρατό και να τον εκδιώξει από την Μ. Ασία, επέλεξε τον μάλλον απο­φασιστικό ελιγμό να διασπάσει το μέτωπο του αντιπάλου στην προεξέχουσα του Αφιόν Καραχισάρ, να κυκλώσει το δεξιό της Ελ­ληνικής Στρατιάς και να εκμεταλλευτεί την επιτυχία προς την κατεύθυνση της Σμύρνης, αποκόπτοντας την μοναδική οδό υποχώρη­σης προς την πόλη αυτή. Ένα σχέδιο που υλοποιούσε τις αρχές του πολέμου «εκλογή του σκοπού και εμμονή σε αυτόν», «επιθετικό πνεύμα» και «απλότητα». Η βασική ιδέα ήταν η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εκμετάλλευση σε βάθος των επιτυχιών της πρώτης κρούσης. Ο ρόλος αυτός ανατέθηκε στο Ιππικό. Η δραστήρια και τολμηρή ώθηση του Τουρκικού Ιππικού στα νώτα του Ελληνικού στρατού και η εκεί παραμονή του σε όλη την διάρκεια των μαχών, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μοναδική στην στρατιωτική ιστορία και σίγουρα αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση. Η κίνηση αυτή του Ιππικού, κατέστρεψε τον εφοδιασμό και τις επικοινωνίες των Ελλήνων και απέκοψε τις Μονάδες της πρώτης γραμμής προκαλώντας τον πανικό. Ήταν ένας πόλεμος αστραπή, όπως αυτός που θα εφαρμόσουν οι Γερμανοί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εντός επτά ημερών οι Τούρκοι κατέστρεψαν και αιχμαλώτισαν το ήμισυ της δύναμης του Νοτίου Συγκροτήματος, αιχμαλώτισαν τρεις Στρατηγούς και κυρί­ευσαν πολύτιμο πολεμικό υλικό.

Στο Αφιόν Καραχισάρ έχουμε την πλήρη αποκοπή του συνδέσμου μεταξύ στρατεύμα­τος και Ανωτάτης Διοίκησης, εκπροσωπού­μενης στο συγκρότημα των δυνάμεων περί το Αφιόν Καραχισάρ από τον Διοικητή του Α’ Σώματος Στρατού, αφού οι υπάρχουσες στην περιοχή εκείνη στρατηγικές εφεδρείες παρέμειναν αδρανείς κατά τις τρεις πρώτες ημέρες της Τουρκικής επίθεσης και επιπλέ­ον, αμέσως μετά την διάσπαση των δυνάμε­ων του Αφιόν Καραχισάρ, η Ανωτάτη στην περιοχή εκείνη Διοίκηση δεν έσπευσε να σχηματίσει νέο μέτωπο σε ικανή απόσταση προς τα πίσω, επί του οποίου η επέμβα­ση των εφεδρειών έπρεπε να αποτελέσει την πρώτη σκέψη. Σημειωτέον, ότι και οι υπάρχουσες εφεδρείες κατά τις αμυντικές επιχειρήσεις του Ελληνικού στρατού δεν χρησιμοποιήθηκαν ορθά, με αποτέλεσμα η επέμβασή τους στον αγώνα να μην έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η εφεδρεία αποτελεί το κυριότερο μέσο επέμβασης του Διοικητού στον αγώνα και επομένως η κα­τάλληλη χρησιμοποίηση αυτής θα επηρεάσει καθοριστικά την εξέλιξη των επιχειρήσεων. Εφόσον έτσι χάθηκε η τακτική μάχη επί του μετώπου των Ι και IV Μεραρχιών, επιβάλ­λονταν άμεση διακοπή της επαφής και σύ­μπτυξη στην όπισθεν τοποθεσία του Τουμλού Μπουνάρ και όχι νέα μάχη στον ίδιο χώρο της χαμένης τακτικής μάχης και μάλιστα με τα ίδια τα στρατεύματα πριν ανασυνταχθούν. Αντί της ενέργειας αυτής, προτιμήθηκε από τον Στρατηγό Τρικούπη η δια βραχέων αλ­μάτων διαδοχική μετατόπιση των δυνάμεών του προς Τουμλού Μπουνάρ.

Επικρατούσε έντονα η αντίληψη της παθητικής άμυνας στην Ελληνική Στρατιά και τους Σχηματισμούς της, χωρίς κάποια ιδέα ανάληψης επιθετικής ενεργείας, όταν το επέτρεπαν οι διαμορφούμενες συνθήκες. Έλειπε, δηλαδή, το στοιχείο της πρωτοβουλί­ας. Το στράτευμα έχει ζωτικότητα, μόνο όταν σε αυτό υπάρχει το πνεύμα της πρωτοβουλί­ας, σε διαφορετική περίπτωση αδρανεί και η αδράνεια σημαίνει θάνατο. Ο αμυνόμενος σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επιδιώκει την απόκτηση κάποιου βαθμού πρωτοβουλίας για την καταστροφή των εχθρικών δυνάμεων. Η αντεπίθεση πρέπει να αποτελεί πάντοτε την πιο αποφασιστική φάση της αμυντικής μάχης. Ο αμυνόμενος θα πρέπει επομένως να διεξά­γει την άμυνά του με φαντασία, ενεργητικό­τητα και επιθετικότητα, στοιχεία απαραίτητα για να αποστερήσει την πρωτοβουλία από τον επιτιθέμενο. Ο Ναπολέων σχετικά έλεγε, «η άμυνα αποτελεί το προοίμιο, την προετοι­μασία για την επίθεση. Πέραν αυτού δεν θα υπήρχε λόγος υπάρξεως της».

Ο όγκος της Ελληνικής Στρατιάς διχά­στηκε κατά την υποχώρησή του σε δυο Ομάδες, το δε σημαντικότερο τμήμα αυτού βρισκόμενο Βόρεια των συγκοινωνιών του, υπέστη την διαδοχική επίθεση του όγκου του Τουρκικού στρατού, υποχρεώθηκε δε έτσι να διεξαγάγει επιχειρήσεις υπό δυσμενείς συνθήκες. Παρά τον ηρωισμό που επέδειξαν τα περισσότερα τμήματα, ηττήθηκε επανει­λημμένα, κυκλώθηκε, διέσπασε κλοιούς, υπο­χώρησε, καταδιώχθηκε και τέλος διαλύθηκε. Οι Ομάδες αυτές, μη μπορώντας από την 15η Αυγούστου να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, ενήργησαν χωρίς συντονισμό, κάθε μια δε από αυτές αγνοούσε τις κινήσεις και τις θέσεις της άλλης Ομάδος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι από ένα σημείο και μετά παρέλυσε ο ηθικός σύνδεσμος που ενώνει τα άτομα, ο σύνδεσμος που δίνει την δύναμη και την θέληση της δράσης, που εμπνέει το αίσθημα τη αυτοθυσίας και δημιουργεί την αλληλεγγύη και την συναδελφικότητα. Έτσι, τα άτομα και οι Διοικήσεις δρούσαν ατομικά και αυτόβουλα, όχι προς εκπλήρωση μίας ιδέας, αλλά προς εκπλήρωση ανάγκης υλικής – της σωτήριας του σώματος.

Οι μάχες Ιλμπουλάκ – Χαμούρκιοϊ και Αλή Βεράν, αποτελούν για τα Ελληνικά όπλα εποποιία και καταστροφή. Από σφάλματα των Διοικήσεων, τα Ελληνικά στρατεύματα εξαναγκάσθηκαν να δεχθούν τις μάχες αυτές υπό τις δυσμενέστερες στρατηγικές, τακτικές και ψυχολογικές συνθήκες. Το παράξενο είναι ότι πρόκειται για Μονάδες παλαιμά­χων, οι οποίες είχαν ηρωικές παραδόσεις και είχαν μεγάλη πολεμική πείρα. Νομίζει κανείς ότι άλλος στρατός πολέμησε κατά την περίοδο των νικηφόρων αγώνων στην Μικρασιατική γη. Η μετάλλαξη αυτή προήλ­θε κατά βάση από το γεγονός, ότι οι ηθικές δυνάμεις δεν ήταν πλέον σε τέτοιο επίπεδο, ώστε να προτρέψουν τον Έλληνα μαχητή να αγωνισθεί στο πεδίο της μάχης με τόλμη και αποφασιστικότητα για την επίτευξη κάποιου συγκεκριμένου αντικειμενικού σκοπού.

Επιπλέον παρατηρείται, ότι οι Ελληνικές δυνάμεις κατά τον αμυντικό αγώνα στη Μ. Ασία δεν έλαβαν όλες μέρος σε μια μάχη συνόλου ή και σε διαδοχικές. Έτσι, μόνο το 1/3 πολέμησε τελικά και όχι συγχρόνως σε μια μάχη, αλλά διαδοχικά. Επομένως λόγω της υπέρμετρης ανάπτυξης του μετώπου, της κακής οργάνωσης της Διοίκησης και της ατυ­χούς διεύθυνσης των επιχειρήσεων, η τύχη της Μ. Ασίας κρίθηκε από τον αγώνα τριών μόνο Μεραρχιών των Ι, IV και VΙΙ, των ευ­ρισκομένων επί του μετώπου της κυρίας επίθεσης, όπου οι Τούρκοι συγκέντρωσαν 12 Μεραρχίες Πεζικού και 3 Ιππικού. Ενώ η Ελληνική Διοίκηση διέθετε 12 Μεραρχίες επί του μετώπου, οι 8 δεν αγωνίσθηκαν κατά την διεξαγωγή του κυρίως αμυντικού αγώνα, αλλά μόνο μετέπειτα κατά την υποχώρηση.

Αυτό που μπορούμε να επισημάνουμε είναι, ότι από όλη την διεξαγωγή των αμυντικών επιχειρήσεων της Στρατιάς έλειπε η πεποίθηση για την νίκη. Ένα κακό σχέδιο είναι λιγότερο κακό και έχει πιθανότητες επιτυχίας, όταν αυτός που το εφαρμόζει έχει πίστη σε ένα επιτυχές αποτέλεσμα. Πάντως η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των σχεδίων ενεργείας των δυο αντιπάλων είναι ότι ο Ελληνικός στρατός διατέθηκε προς από­κρουση όλων των ενδεχόμενων περιπτώσε­ων, ο δε εχθρός επέλεξε απλά μια και μόνη των περιπτώσεων και έτσι, αν και δεν ήταν υπέρτερος, κατέστη κυρίαρχος από την όχι ορθή διάταξη του Ελληνικού στρατού και την ελλιπή διεύθυνση του αγώνα.

Η παραμονή του Αρχιστρατήγου στη Σμύρνη, μετά την εκδήλωση της εχθρικής επίθεσης, κατά την κρίσιμο ημέρα της 14ης Αυγούστου και μέχρι τέλους αυτής και η από εκεί προσπάθεια της Διοίκησης απ’ ευ­θείας των δυο Σωμάτων Στρατού Α’ και Β’ εναντίον των οποίων εκδηλώθηκε η κυρία επίθεση, ήταν ατυχής. Διότι από απόσταση 450 περίπου χιλιομέτρων ήταν αδύνατη η Διοίκηση και η άμεση αντίληψη της στρα­τιωτικής κατάστασης, ό,τι ικανότητες και εάν διέθετε ο Αρχιστράτηγος, καθώς οι εκδιδό­μενες διαταγές από αυτή τη θέση έφθαναν στους εκτελεστές εκπρόθεσμα και όταν πλέον είχε μεταβληθεί οριστικά η τακτική κατάσταση. Ακόμα, η αίσθηση του μαχό­μενου στρατεύματος ότι ο Αρχιστράτηγος βρίσκονταν τόσο μακριά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι λειτούργησε αρνητικά, στερώντας από αυτό το ηθικό και την ασφάλεια που θα προσέδιδε η πλησίον παρουσία του, δημιουρ­γώντας έτσι τον φόβο της αποτυχίας.

Επιπλέον, η μη οχύρωση της περιοχής της Σμύρνης κατά το διάστημα από το 1919 μέχρι το 1922, αποτέλεσε ουσιαστι­κή παράλειψη της Στρατιάς Μ. Ασίας, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή έστω και την τελευταία στιγμή η υλοποίηση σθενα­ρής άμυνας για την προστασία της κοιτίδας αυτής του Ελληνισμού.

Νικήθηκε ο Ελληνικός στρατός, διότι οι Ανώτερες Διοικήσεις και τα Επιτελεία αρχικά δεν στάθηκαν στο ύψος τους και σε όλες σχεδόν τις μάχες οδήγησαν αυτόν σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τον Τουρ­κικό, από άποψη αριθμού και υποστήριξης Πυροβολικού. Αυτή η ανεπάρκεια ορισμέ­νων Διοικήσεων ήταν φυσικό να οδηγήσει σε σφάλματα βραδείας απαγκίστρωσης και βραδείας αποχώρησης από το πεδίο της μάχης, μη ορθής διάθεσης των δυνάμεων και σε έλλειψη συνοχής και αλληλεγγύης μεταξύ των Μονάδων. Σίγουρα μια πολύ σημαντική και καθοριστική διαδικασία για το στράτευμα είναι η εκλογή των ηγητόρων του και η τοποθέτηση αυτών σε κατάλληλες θέσεις. Στην ηγεσία του στρατού απαιτούνται όχι πρόσωπα, αλλά προσωπικότητες, άτομα διανοούμενα που γνωρίζουν άριστα την πο­λεμική τέχνη και τις νέες μεθόδους της τα­κτικής, που έχουν επίγνωση των συνεπειών των διαταγών και των πράξεών τους, άτομα με ικανότητες, δοκιμασμένα στην ειρήνη και ικανά να ανταποκριθούν στον πόλεμο. Αυτή είναι η δύναμη του στρατού. Έτσι κατά βά­ση, η καταστροφή επήλθε όχι εξαιτίας της ενέργειας του εχθρού, αλλά κυρίως εξαιτίας της κακής διεύθυνσης της πρώτης μάχης και της έλλειψης πρωτοβουλίας.

Αντίθετα ο Κεμάλ και οι Τουρκικές Διοι­κήσεις κατόρθωναν, αν και ισοδύναμοι από άποψη δυνάμενων, να προσβάλλουν πάντοτε το ασθενές δια του ισχυρού, εφαρμόζοντας άριστα τις αρχές του πόλεμου «συγκέντρω­ση» και «οικονομία δυνάμεων», ωθώντας έτσι στην νίκη τον Τουρκικό στρατό. Η στρατιωτική ηγεσία του αντιπάλου ήταν σε πολύ καλύτερο επίπεδο σε σχέση με την Ελληνική. Τα στελέχη του Κεμαλικού στρα­τού είχαν κερδίσει τους βαθμούς και την πολεμική εμπειρία τους σε αμέτρητα πεδία μαχών κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, από την Αραβία ως τον Καύκασο και από την Μεσοποταμία ως την Καλλίπολη. Από τους Έλληνες Αξιωματικούς μικρό μόνο τμήμα των στελεχών είχε λάβει μέρος σε σύγχρονες στρατιωτικές επιχειρήσεις και από αυτούς οι περισσότεροι ήταν εκτός στρατεύματος το 1922. Έτσι, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι τα Τουρκικά σχέδια ήταν άρτια επιτελικά και ιδιαίτερα σύγχρονα στις αντιλήψεις.

Η εκστρατεία του Ελληνικού στρατού στη Μ. Ασία, επιβεβαίωσε την καθορι­στική σημασία που διαδραματίζει στην έκβαση των επιχειρήσεων η ύπαρξη ενός οργανωμένου και αποδοτικού συστήματος επιμελητείας. Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι ένας από τους βασικότερους παράγοντες για την επιτυχία μιας επιχείρησης είναι η δυνατότητα υποστήριξης αυτής από πλευράς εφοδιασμού και μεταφορών, διότι επιδρά καταλυτικά στο ηθικό και στην μαχητική αξία του στρατεύματος.

Τα Σώματα Επιμελητείας και Μεταγω­γικού, τα οποία συστήθηκαν μετά το 1914, εμφανίζονται οργανωμένα και δοκιμάζονται σε ευρύτατη κλίμακα για πρώτη φορά στην Μικρασιατική Εκστρατεία. Συνεπώς έδρασαν σε μια περίοδο, η οποία υπήρξε πολύ δύσκολη και κρίσιμη για την Ελλάδα, λόγω της εξέλιξης της. Με τις ελλείψεις σε υλικά και εφόδια και τα ανεπαρκή μεταφορικά μέσα, ο Ελληνικός στρατός βρισκόμενος μακριά από την βάση του και σε εχθρικό έδαφος δεν ήταν εύκολο να επιτύχει τον ανεφοδιασμό των πολυάριθ­μων Μονάδων, οι οποίες ήταν κατανεμημένες σε μεγάλες εκτάσεις και επί ενός μετώπου αναπτύγματος 800 περίπου χιλιομέτρων, ενώ το οδικό δίκτυο ήταν σχεδόν ανύπαρκτο.

Εάν αναλογισθεί κάποιος ακόμα και σή­μερα ότι σε μια περιοχή με αυτή την ιδιομορ­φία, όπως ήταν η Αλμυρά έρημος, στην οποία κινήθηκαν και έδρασαν τα τμήματα της Στρα­τιάς, λειτούργησε με διάφορες δυσκολίες το σύστημα ανεφοδιασμού και μεταφορών, θα πρέπει αδίστακτα να αναγνωρίσει το μέγεθος και την έκταση των υπηρεσιών που προσέ­φεραν τα αρμόδια όργανα της επιμελητείας. Ο Ελληνικός στρατός στη Μ. Ασία όχι μόνο δεν βρέθηκε με αφθονία υλικών και εφοδίων, αλλά επιπλέον, αφού εγκαταλείφθηκε από τους συμμάχους, περιήλθε σε δύσκολη θέση, αντιμετωπίζοντας έλλειψη χρημάτων, υλικών και μεταφορικών μέσων. Ο Τουρκικός στρα­τός αντίθετα, μαχόμενος στην χώρα του και έχοντας κάθε υποστήριξη και βοήθεια από μέρους των ομόδοξων του γηγενών, βρίσκο­νταν αναντίρρητα και ειδικά από τις αρχές του 1921 σε πλεονεκτική κατάσταση.

Γενικά κατά τους αγώνες τον Ελληνικού στρατού στην Μ. Ασία, η επίλυση του προ­βλήματος των ανεφοδιασμών και μεταφορών υπήρξε δυσχερέστατη, λόγω των ειδικών συν­θηκών κάτω από τις οποίες διεξήχθησαν.

Η κύρια σιδηροδρομική αρτηρία Σμύρνης – Αφιόν Καραχισάρ – Εσκή Σεχήρ – Άγκυρας υπήρξε ο κύριος άξονας, κατά μήκος του οποίου έγιναν οι κύριες επιχειρήσεις των δύο αντιπάλων και υλοποιήθηκαν οι κυριό­τεροι άξονες εφοδιασμού. Ήταν, δηλαδή, κατά βάση αγώνας συγκοινωνιών, «πόλεμος επί των οδών και δια τις οδούς».

Τα Σώματα επιμελητείας και μεταφορών εργάσθηκαν υπεράνθρωπα και κατάφεραν να ανταποκριθούν στις αποστολές τους. Η διεύθυνση του IV Επιτελικού Γραφείου της Στρατιάς της διαδικασίας εφοδιασμού, υπήρ­ξε πεφωτισμένη και είχε άριστα οργανωθεί. Αλλά οι εισηγήσεις του Γραφείου αυτού δεν γίνονταν πάντοτε αποδεκτές από την Διοίκηση της Στρατιάς, η οποία απέβλεπε σε στρατηγικούς αντικειμενικούς σκοπούς, μερικές φορές πέραν τόπου, χρόνου και μέσων ανεφοδιασμού. Επιπλέον, η έλλειψη IV Επιτελικών Γραφείων από τα Σώματα Στρατού, πλην του Γ’ Σώματος, τα οδηγού­σε σε λήψη τακτικών αποφάσεων χωρίς να λάβουν υπ’ όψιν, στον απαραίτητο βαθμό, τις δυνατότητες ανεφοδιασμού. Γενικά το Σώμα της Επιμελητείας και το Σώμα του Μεταγω­γικού, παρ’ όλες τις αντιξοότητες, τις ελλεί­ψεις και τα ανεπαρκή μέσα μεταφορικών, ανταποκρίθηκαν στην αποστολή τους.

Όσον αφορά το Ελληνικό πυροβολικό κατά τις επιχειρήσεις στη Μ. Ασία, οι γε­νικές αρχές χρησιμοποίησής του ήταν οι ίδιες με αυτές του Μακεδονικού μετώπου. Η ιδιότυπη μορφή του αγώνα, η έλλειψη των υλικών μέσων, το εκτεταμένο μέτωπο, η έλλειψη συνδέσμων και διαβιβάσεων δεν επέτρεψαν την πλήρη εφαρμογή των μεθόδων που εξήχθησαν από την πείρα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πλήρης προπαρασκευή πυροβολικού δεν γίνονταν, λόγω δε έλλειψης και μέσων παρατήρησης και πυροβόλων μεγάλου βεληνεκούς, ποτέ σχεδόν δεν εκτελέσθηκε βολή αντιπυροβολικού. Επιπλέον, η μεγάλη έκταση του μετώπου και το ανεπαρκές αριθμητικά διατιθέμενο πυροβολικό, δεν επέτρεψε την χρησιμοποίησή του κατά μάζες και την εκτέλεση βολών συγκέντρωσης. Κατά συνέ­πεια το μεγαλύτερο μέρος του πυροβολικού δίδονταν στις μονάδες πεζικού και χρησιμο­ποιούνταν το περισσότερο ως πυροβολικό συνοδείας. Στην πρώτη περίοδο των επιχει­ρήσεων, Μάιος 1919 – Μάρτιος 1921, λόγω έλλειψης σοβαρού αγώνα, το πυροβολικό δεν παρουσίασε αξιόλογη δράση. Οι μετέ­πειτα επιχειρήσεις της δεύτερης περιόδου, Μάρτιος 1921 – Σεπτέμβριος 1922, στις οποίες τα ελληνικά στρατεύματα άρχισαν να συναντούν δυσχέρειες σταδιακά αυξανό­μενες, υποχρεωμένα να μάχονται εναντίον εχθρού οργανωμένου που διέθετε σοβαρά και υπολογίσιμα μέσα πυρός, το πυροβολικό υπέστη μεγάλες δοκιμασίες και οδυνηρές θυσίες για να ανταποκριθεί στην αποστολή του και να εξασφαλίσει στο πεζικό την απαι­τούμενη υποστήριξη. Η συνεργασία μεταξύ πυροβολικού και πεζικού είχε καταστεί πλέον δυσχερής, λόγω έλλειψης επαρκών συνδέσμων και διαβιβάσεων.

Το Ιππικό, το οποίο κατά την εποχή εκείνη μπορούσε στις επιθετικές και στις αμυντικές επιχειρήσεις να αποτελέσει μια ταχυκίνητη εφεδρεία, ήταν περιορισμένης δύναμης στην Ελληνική Στρατιά, ανερχό­μενο σε μία Μεραρχία Ιππικού μετά τον Σαγγάριο, ενώ αντίθετα ο αντίπαλος δια­θέτοντας 5 Μεραρχίες Ιππικού μπόρεσε με άνεση και επιτυχώς να ανταποκριθεί στις στρατηγικές ανάγκες του μεγάλου σε έκτα­ση Μικρασιατικού θεάτρου επιχειρήσεων. Έτσι, η Τουρκική Διοίκηση χρησιμοποίησε σε μέγιστο βαθμό την μάζα και ευκινησία του Ιππικού της, αποστέλλοντάς το πολλές φορές σε μεγάλη απόσταση για την επίτευξη στρατηγικού σκοπού. Κατά βάση το Τουρκι­κό Ιππικό έδρασε ανεξάρτητο, υπαγόμενο κατευθείαν στην Ανωτάτη Διοίκηση, ενίοτε όμως υπήχθη σε μία Στρατιά ή Σώμα Στρα­τού, όταν οι τακτικές συνθήκες το επέβαλαν, αλλά με συγκεκριμένη αποστολή σε σχέση με την συνολική μάχη. Γενικά η τακτική του δράση χαρακτηρίζονταν από το στοιχείο του αιφνιδιασμού, την προσβολή των πλευρών του αντιπάλου με ταχύτητα αξιοθαύμαστη και την χρησιμοποίησή του κατά μάζες. Με αυτό τον τρόπο ενεργείας υλοποιούνταν οι αρχές του πολέμου «οικονομία δυνάμεων», «επιθετικό πνεύμα» και «αιφνιδιασμός».

Τα φύλλα χαρτών κλίμακας 1:250.000 που χρησιμοποιήθηκαν από τον Ελληνικό στρατό στην Μικρασιατική εκστρατεία και είχαν ανατυπωθεί το 1919 από την ελληνική Γεωγραφική Υπηρεσία, παρουσίαζαν πολλές ανακρίβειες όσον αφορά τα τοπωνύμια και την πραγματική απεικόνιση της μορφής του εδάφους. Κατά συνέπεια η αναγκαστική χρησιμοποίηση των λανθασμένων εκείνων χαρτών δημιουργούσε διάφορες δυσχέρειες κατά την διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Επι­πλέον, το πρόβλημα έλλειψης αξιόπιστων χαρτών ήταν πολύ σοβαρότερο για τον Ελ­ληνικό στρατό, γιατί διεξήγαγε επιχειρήσεις σε έδαφος άγνωστο και εχθρικό σε αυτόν.

Επίσης, καθοριστικός παράγοντας στην εξέλιξη των επιχειρήσεων ήταν το επίπεδο ηθικού του Ελληνικού Στρατού. Μέχρι και τις επιχειρήσεις του Σαγγαρίου το ηθικό του Ελλήνων ήταν ακμαίο, μετά όμως υπέστη μεί­ωση συνεχώς επιτεινόμενη. Στο γεγονός αυτό συνετέλεσαν διάφοροι παράγοντες, όπως η ανεπάρκεια των διατιθεμένων δυνάμεων, η υποτίμηση της ισχύος του αντιπάλου, οι βαρύ­τατες απώλειες, οι δυσχέρειες των ανεφοδια­σμών, των διακομιδών και των επικοινωνιών, η κακή μερικές φορές διατροφή και υπόδηση, η άνιση κατανομή του φόρου αίματος, η πα­ράταση της εκστρατείας, η οποία υπερέβη τα ανεκτά όρια της ανθρώπινης αντοχής και η εντύπωση που δημιουργήθηκε στους μαχητές ότι θυσιάζονταν χωρίς σκοπό. Επιπλέον, στην πτώση του ηθικού του στρατού συνετέλεσε ο εθνικός διχασμός, ο οποίος από το 1915 είχε βαθύτατα διαιρέσει τους Έλληνες σε δυο αντι­τιθέμενες και αλληλομισούμενες παρατάξεις, τα πάθη των οποίων διοχετεύονταν και στις ευρισκόμενες Ελληνικές δυνάμεις εν εκστρα­τεία, γεγονός που επηρέασε σημαντικά την μαχητική ικανότητά τους. Έτσι παρατηρείται, ότι κατά την ανάληψη της μεγαλύτερης εθνι­κής προσπάθειας του νεώτερου Ελληνισμού οι εθνικές δυνάμεις ήταν διχασμένες.

Επί τρία έτη και τέσσερις μήνες διήρ­κεσε η Μικρασιατική εκστρατεία. Στις περισσότερες επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων η Ελληνική Στρατιά επέτυχε λαμπρές νίκες στο τακτικό πεδίο, δεν μπόρεσε όμως να επιτύχει την στρατηγική νίκη σε καμία περίπτωση. Σε ένα πόλεμο είναι δυνατόν οι μάχες να κερδίζονται ή να χάνονται, δεν κρίνουν όμως την έκβαση του πολέμου. Τον πόλεμο κερδίζει εκείνος από τους αντιπάλους, ο οποίος λαμβάνει τις ορθότερες αποφάσεις επί του στρατηγι­κού πεδίου και γνωρίζει να υλοποιεί αυτές παρά τις ενδεχόμενες αντιξοότητες. Ίσως ταιριάζει το γνωστό γνωμικό που αποδί­δεται στον Κλαούζεβιτς, σύμφωνα με το οποίο ο πόλεμος συντίθεται από ένα σύ­νολο λαθών και τον κερδίζει εκείνος που κάνει τα λιγότερα λάθη. Το γνωμικό αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται απόλυτα από τα γεγονότα του Ελληνοτουρκικού Πολέ­μου, 1919-1922, που κέρδισαν οι Τούρκοι, γιατί προφανώς αυτοί έκαναν λιγότερα λάθη από τους αντιπάλους τους.

Η Ελλάδα βρέθηκε ανάμεσα στα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, πτωχή και εξαντλη­μένη από τους μακροχρόνιους αγώνες της, εγκαταλείφθηκε στην κρίσιμη φάση από τους προστάτες Συμμάχους της με έντονα τα σημάδια από τον εθνικό διχασμό και αντιμετωπίζοντας έτσι τόσες αντιξοότητες, ήταν επόμενο να καμφθεί και να συντρι­βεί, παρά τους ηρωισμούς των μαχητών της. Οπωσδήποτε η τελική δυσμενή έκβαση της Μικρασιατικής εκστρατείας, οδήγησε όχι μόνο στον ξεριζωμό του Ελληνισμού της Μ. Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, αλλά ενταφίασε στα πεδία των μαχών και την Μεγάλη Ιδέα του Ελληνικού Έθνους. Αυτή την φορά ο παράγοντας τύχη δεν ευνόησε τον Ελληνισμό, όπως και στους Βαλκανι­κούς Πολέμους. Είναι βέβαιο, ότι η τύχη παίζει σπουδαίο ρόλο στην εξέλιξη των γε­γονότων, αλλά κάθε άνθρωπος, κάθε λαός είναι ο δημιουργός και ο υπεύθυνος κατά μεγάλο μέρος του πεπρωμένου του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

*Ακτσόγλου, I. «Χρονικό Μικρασιατικού Πολέμου 1919-1922″ εκδόσεις Τροχαλία, Αθήνα 1998.
*Ανδρεάδης, Γ. «Η Στρατηγική των Αντιπάλων κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία» άρθρο από το περιοδικό «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση» έκδοση ΓΕΣ, Σεπτέμβριος 1988.
* Ανδρέας, Βασιλόπαις «Δορύλαιο -Σαγγάριος» εκδόσεις Αγών, Αθήνα 1928.
*Ασημακόπουλος, Ν. «Υποχώρηση Μ. Ασίας 1922″ συγγραφή ανέκδοτη από το αρχείο της ΔΙΣ.
*Βουτερίδης, Η. «Η Εκστρατεία πέραν του Σαγγαρίου» Αθήνα 1922.
*Bujac «Les Campagnes de l’ Armee Hellenique 1918-1922″ Paris 1930.
*Γεραμάνης, Αθ. «Πολεμική Ιστορία Νεωτέρας Ελλάδος, Μικρασιατική Εκστρατεία» Αθήνα 1980.
*ΓΕΣ/ΔΙΣ «Ο Ελληνικός Στρατός εις την Σμύρνη» Αθήνα 1957, ανατύπωση 1990.
*»Επίτομος Ιστορία Εκστρατείας Μικράς Ασίας 1919-1922″ Αθήνα 1967, ανατύπωση 1987.
* «Επιχειρήσεις Φιλαδέλφειας – Προύσας – Ουσάκ Ιουνίου – Νοεμβρίου 1921″ Αθήνα 1957, ανατύπωση 1991.
*»Επιθετικές Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920 – Μαρτίου 1921″ Αθήνα 1963, ανατύπωση 1986. * «Επιχειρήσεις Ιουνίου – Ιουλίου 1921″ Αθήνα 1964.
* «Επιχειρήσεις προς Άγκυρα» μέρος πρώτο, Αθήνα1965, ανατύπωση 1988. * «Επιχειρήσεις προς Άγκυρα» μέρος δεύτερο, Αθήνα 1965, ανατύπωση 1989. *»Τα προ της Τουρκικής Επιθέσεως Γεγονότα Σεπτέμβριος 1921 – Αύγουστος 19-22″ Αθήνα 1960, ανατύπωση 1983.
* «Υποχωρητικοί Αγώνες των Α’ και Β’ Σωμάτων Στρατού» Αθήνα 1962, ανατύπωση 1987. *»Σύμπτυξις του Γ’ Σώματος Στρατού» Αθήνα 1962, ανατύπωση 1989. *»Εφοδιασμοί και Μεταφορές κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922″ Αθήνα 1969. *»Θέματα Στρατιωτικής Ιστορίας» Αθήνα 1981.
*Γιαννούλης, Χ. «Θρίαμβος και Τραγωδία του Ελληνικού Στρατού στην Μ. Ασία» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος Ιουλίου -Αυγούστου 1998.
*Γυαλιστράς, Σ. Α «Τα Αίτια της Καταστροφής του 22″ Αθήνα 1924.
*Διεύθυνση Πολεμικής Ιστορίας/Τουρκικού ΓΕΕΘΑ «Πόλεμος Τουρκικής Ανεξαρτησίας» τόμος 2ος, μέρος 1ο – 6ο Άγκυρα 1963, μετάφραση Ιωάννη Αλεξάνδρου.
*Δούσμανης, Β. «Η Εσωτερική Όψη της Μικρασιατικής Εμπλοκής» Εκδόσεις Πυρσός, Αθή­να 1928.
*Ζωιόπουλος, Χ. «Ποια τα Αιτία Αποτυχίας της Εκστρατείας του Σαγγαρίου» άρθρο από το περιοδικό «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση» έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 66, Ιούνιος 1930.
*»Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» τόμος ΙΕ’, Εκδοτική Αθηνών 1978.
*Κανελλόπουλος, Κ. «Κριτικές Μελέτες στο Πεδίο της Στρατηγικής» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 1, Ιανουάριος 1953.
*»Η Μικρασιατική Ήττα» Αθήνα 1936.
*Καράσσος, Δ. «Ο Μικρασιατικός Πόλεμος» τόμος 1ος, 2ος Αθήνα 1968. *Κορόζης, Α. «Ελληνοτουρκικοί Αγώνες και Φίλιες κατ’ Επιταγή 1914-1940″ Αθήνα 1967. *Λαχανόκαρδος, Ε. «Νέο άπλετο Φως στην Μικρασιατική Καταστροφή και ο Στρατηγός Λού­φας» Αθήνα 1928.
*Μαζαράκης, Αλεξ. – Αινιάν «Απομνημονεύματα» Αθήνα 1948.
*»Έκθεσις Ανακριτικής Επιτροπής Επιχειρήσεων Μ. Ασίας Αύγουστος 1922″ εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1976.
*Μοσχόπουλος, Κ. «Έκθεσή του Πρόεδρου της Επιτροπής έπι των Δοσίλογων, Αφορώσα τα Αίτια της Καταστροφής του Στρατού και της Ήττας εν Μ. Ασία».
*Μουζαφέρ, Βεφίκ «Το Τουρκικό Ιππικό και οι Επιδρομές αυτού κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 74, Φεβρουάριος 1931.
*Μπουλαλάς, Κλεάν. «Η Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922″ Αθήνα 1959.
*Παναγάκος, Π. «Συμβολή εις την Ιστορία της Δεκαετίας 1912-1922″ Αθήνα 1961.
*Πανταζής, Κ. «Συμβολή εις την Ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας 1919-1922″ εκδό­σεις Δωδώνη.
*Παπαστρατηγάκης, Μ. «Ο Αρχιστράτηγος Χατζανέστης» Αθήνα 1927.
*Παρασκευόπουλος, Λεων. «Αναμνήσεις 1896-1920″ τομ. Β’ Αθήνα 1935.
*Πάσσαρης, Μ. «Διάσπασις, Διάλυσις, Αιχμαλωσία» Αθήνα 1934.
*Πασάς, I. «Η Αγωνία ενός Έθνους» έκδοση 2η, Αθήνα 1928.
*Σακελλαρόπουλος, Κ. «Η Σκιά της Δύσεως» εκδόσεις Αετός, Αθήνα 1954.
*Σβολόπουλος, Δ. «Ο Ιστορικός Δισταγμός του 1922″ εκδόσεις Βασιλείου, Αθήνα 1929.
*Smith, Michael Llewellyn «Ionian Vision Greece in Asia Minor 1919-1922″ London 1998.
*Σπυρίδων,Γ. «Η Μικρασιατική Εκστρατεία Όπως την Είδα» Αθήνα 1957.
*Σπυρόπουλος, Ν. «Η Μ. Ασία ως Θέατρο Πολέμου» άρθρο από το περιοδικό «Γενική Στρατιω­τική Επιθεώρηση» έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 78, Ιούνιος 1931.
* «Επιχειρήσεις Ελληνικού Στράτου στην Μ. Ασία κατά τον Μάρτιο 1921 και Συναγόμενα εξ’ αυτών Χρήσιμα Διδάγματα» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 89, Μάιος 1932.
* «Επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού προς Σαγγάριο – Άγκυρα» άρθρο από το περιοδικό «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση» τεύχος 91 Ιούλιος 1932, έκδοση ΓΕΣ.
* «Υποχώρηση Γ Σώματος Στρατού από την Μ. Ασία» άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιω­τική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 93, Σεπτέμβριος 1932, τεύχος 94 Οκτώβριος 1932.
* «Επιχειρήσεις Αυγούστου 1922″ άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 104-105, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 1933, τεύχος 110 Φεβρουάριος 1934, τεύ­χος 111 Μάρτιος 1934.
*Στρατηγός, Ξ. «Η Ελλάδα στην Μικρά Ασία» Αθήνα 1925.
*Τρικούπης, Ν. «Διοίκησις Μεγάλων Μονάδων εν Πολέμω 1918-1922″ Αθήνα 934.
*Φαχρή, Αϊκούτ «Οι Μάχες της Κιουτάχειας και Εσκή Σεχήρ κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτη­σίας» μετάφραση Ιορ. Δημητριάδης, άρθρο από το περιοδικό Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση, έκδοση ΓΕΣ, τεύχος 139-140 Ιούλιος – Αύγουστος 1936, τεύχος 143-144 Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1936, τεύχος 3 Μάρτιος 1937.
*Χάριγκτον «Έκθεση του Στρατηγού Χάριγκτον για τα Αίτια της Συμμαχικής Αποτυχίας στην Ανατολή» αρχείο Πρόξενου Α. Άνινου, Κωνσταντινούπολη 1923, Ε.Λ.Ι.Α.
*Χρυσοχόου, Α. «Το Ελληνικό Ιππικό κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία» Αθήνα 1934.
*Χουλουσί, Μπαϋκότς «Η Μάχη του Σαγγαρίου κατά τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας» μετά­φραση Γραφείο ΙΙΙ Α/ΔΙΣ, άρθρο από την Τουρκική Στρατιωτική Επιθεώρηση, τεύχος 63, Σεπτέμβριος 1944.


Πηγή

Διαβάστε περισσότερα...

Το διακύβευμα του ‘22

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

Του Βλάση Αγτζίδη

Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 υπήρξε το πραγματικό αλλά και συμβολικό σημείο του τέρματος μιας μεγάλης ιστορικής διαδικασίας, που συνδέθηκε με την οριστική είσοδο της Εγγύς Ανατολής στην εποχή των εθνών-κρατών. Η αποχώρηση από το ιστορικό προσκήνιο της πολυεθνικής, ισλαμικής, προνεωτερικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν έγινε ειρηνικά και αναίμακτα. Συνδέθηκε κατ’ αρχάς με την κατάρρευση των εσωτερικών μεταρρυθμιστικών προσπαθειών, εξαιτίας της εμφάνισης ενός καινοφανούς μιλιταριστικού εθνικού κινήματος, αυτό των Νεότουρκων. Κίνημα, που επιχείρησε να επιλύσει το εθνικό πρόβλημα, που ταλάνιζε την Αυτοκρατορία, με την εξόντωση και τον αποκλεισμό των πολυάνθρωπων χριστιανικών κοινοτήτων και να μετατρέψει βιαίως τους πολυεθνοτικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς σε εθνικά Τούρκους.


Τις φωτογραφίες τις τράβηξε ο αρχαιολόγος Felix Sartaux, ο οποίος επόπτευε τις αρχαιολογικές ανασκαφές για την αρχαία Φώκαια. Η φωτογραφία με τον έφιππο τσέτη τραβήχτηκε ενώ είχαν βάλει φωτιά στην ελληνική συνοικία και ο κόσμος περίμενε με αγωνία τα πλοιάρια για να φύγει για Μυτιλήνη. Ο τσέτης κρατούσε τα λάφυρα που είχε πάρει από το ελληνικό σπίτι, μεταξύ αυτών και την ομπρέλα που είχε ανοίξει και περήφανα κρατούσε, τονίζοντας τη νίκη ενάντια στους γκιαούρηδες!!!

 Η εσωτερική αυτή διαδικασία εξέφρασε μια πολιτική επιλογή και οδήγησε σε πρωτοφανείς μεθόδους ομογενοποίησης του οθωμανικού κοινωνικού σώματος. Μεθόδους που η ανθρωπότητα θα τις συνειδητοποιήσει λίγες δεκαετίες αργότερα, με την απόλυτη φρίκη του Ολοκαυτώματος. Με ιστορικό σημείο αφετηρίας της διαδικασίας το 1908 και το στρατιωτικό πραξικόπημα των Νεότουρκων εθνικιστών θα επιλεγεί η φυσική εξόντωση των χριστιανικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι αιτίες ανιχνεύονται στην κοινωνική δομή της οθωμανικής κοινωνίας. Η νέα οθωμανική αστική τάξη που αναδύθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα προήλθε σε μεγάλο βαθμό από τις ομάδες των ραγιάδων, των παλιών απόκληρων ενός αυταρχικού ισλαμικού κράτους που αποφάσισε όμως με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ να εκσυχρονιστεί και να υπερβεί τους παλιούς καταναγκασμούς που απέρρεαν από την ισλαμική υπεροψία.

Μια ώριμη ελληνική αστική τάξη

Οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πριν από το 1914 ήταν περί τα 2,2 εκατομμύρια (1,8 στη Μικρά Ασία και 400 χιλιάδες στην Ανατολική Θράκη με την Κωσταντινούπολη) σ' ένα συνολικό πληθυσμό περίπου 10 εκατομμυρίων. Η οικονομική ισχύς τους ήταν μεγαλύτερη της πληθυσμιακής αναλογίας τους. Υπολογίζεται ότι το 50% του επενδυμένου κεφαλαίου στη βιομηχανία, καθώς και το 60% σε κλάδους μεταποίησης ανήκαν σε πολίτες που προέρχονταν από τις ελληνικές οθωμανικές κοινότητες. Το 1912 από τις 18.063 εμπορικές επιχειρήσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε Ελληνες ανήκε το 46%, το 23% σε Αρμένιους, το 15% σε μουσουλμάνους.

Υπολογίζεται ότι το 1914 από τις 6.507 βιομηχανίες και βιοτεχνίες, το 49% ανήκε σε Οθωμανούς Ελληνες, ενώ Ελληνες ήταν και το 46% των τραπεζιτών. Την ίδια χρονιά υπολογίζεται ότι Ελληνες ήταν το 52% των γιατρών, το 49% των φαρμακοποιών, το 52% των αρχιτεκτόνων, το 37% των μηχανικών και το 29% των δικηγόρων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (D. Gontikas, Ch. Issawi, Ottoman Greeks in the age of nationalism, Darwin Press, 1999). Παράλληλα διέθεταν μια πλήρη εκπαιδευτική δομή με εκατοντάδες σχολεία αλλά και υψηλού επιπέδου ιδρύματα, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κωνσταντινούπολη), η Ευαγγελική Σχολή (Σμύρνη), το Φροντιστήριο Τραπεζούντας, η Ιερατική Σχολή στο Ζιντζίντερε (Καππαδοκία) κ.ά.

Εντυπωσιακός είναι κι ο αριθμός των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν. Μόνο στη Σμύρνη οι ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς ανέρχονται σε 135. Η μακροβιότερη ήταν η «Αμάλθεια» (1838-1922). Αλλες σημαντικές εφημερίδες, η «Αρμονία» (1880-1922) και η σοσιαλιστική «Ο Εργάτης» (1908-1922).

Σε ιδεολογικό επίπεδο οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χαρακτηρίζονται από μια ώριμη εθνική συνείδηση, απόρροια κυρίως του ρεύματος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, που από την προεπαναστατική περίοδο είχε τα μεγάλα κέντρα του στην Κωνσταντινούπολη, το Αϊβαλί, τη Σμύρνη κ.α. και της συνεχούς ύπαρξης λόγιας τάξης. Η συγκρότηση της Ελλάδας ως έθνους-κράτους ενίσχυσε τις διαδικασίες συνειδητοποίησης των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την εμπέδωση μιας ελληνικής ταυτότητας ως μετεξέλιξη της παλαιότερης ρωμαίικης. Η διαδικασία αυτή όμως δεν υπήρξε απόρροια μιας κρατικής πολιτικής της Ελλάδας, αλλά αφενός της δραστηριοποίησης των Μικρασιατών (κυρίως με το Σύλλογο Μικρασιατών «Η Ανατολή») που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα από την εποχή της Επανάστασης και εντεύθεν και αφετέρου της φυσιολογικής ιδεολογικής εξέλιξης που απορρέει από την ανάπτυξη αστικών σχέσεων και την επέκταση της οικονομίας της αγοράς.

Παρ' όλη όμως την εδραιωμένη εθνική ταυτότητα οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέλεξαν να υποστηρίξουν με κάθε τρόπο τις μεταρρυθμιστικές διαδικασίες, αποφεύγοντας τις αποσχιστικές και διαλυτικές κινήσεις. Μόνο όταν η προοπτική της δημοκρατικής μετεξέλιξης ακυρώθηκε από το εθνικιστικό κίνημα των Νεότουρκων και υπέστησαν την προαποφασισμένη Γενοκτονία από το 1914, αποφάσισαν να υποστηρίξουν την πολιτική τους αυτοδιάθεση. Η αναγκαστική αυτή επιλογή θα εκφραστεί μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου με το αίτημα για δημιουργία δεύτερου ελληνικού κράτους στον μικρασιατικό Βορρά, στον Πόντο και με την Ενωση με την Ελλάδα ή την αυτονόμηση της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης.

Η κατάσταση στην Ελλάδα

Την ίδια εποχή οι Ελληνες στην Ελλάδα ανέρχονταν στα 4,5 εκατομμύρια και ζούσαν σ' έναν τελείως διαφορετικό χώρο από κοινωνική και πολιτειακή άποψη. Ο γεωγραφικός χώρος που αποτέλεσε το έδαφος του νεαρού Βασιλείου βρισκόταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις ήταν ελάχιστα αναπτυγμένες όπως και οι υπόλοιπες δομές που ήταν απαραίτητες για τη λειτουργία ενός έθνους-κράτους. Οι πραγματικές δομικές αδυναμίες θα οδηγήσουν σε μια ιδεολογική «υπεραναπλήρωση» βασισμένη στην αρχαιοελληνική ανάκληση, στην αναβίωση ενός νεκρού παρελθόντος ως αντιστάθμισμα στην υπαρκτή πολιτισμική ταυτότητα των εξωελλαδικών ελληνικών κέντρων. Παράλληλα θα εδραιωθεί μέσω της αυτοαναγνώρισης η ιδεολογία της «μητρόπολης» ως συναίσθημα υπεροχής.

Ειδικά μετά την καθιέρωση του Συντάγματος τα ισχυρά από την προεπαναστατική εποχή τοπικά συμφέροντα των προεστών και των φεουδαρχών θα «καταλάβουν» την εξουσία στο Βασίλειο και θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός παλαιοελλαδικού τοπικισμού που στις κρίσιμες εποχές της Ιστορίας θα έχει μοιραία συμβολή στις εξελίξεις. Βασικό χαρακτηριστικό στην εξέλιξη της ελλαδικής κοινωνίας θα είναι η απουσία σημαντικών αστικών στρωμάτων. Το γεγονός αυτό θα οδηγήσει σε υπερλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ ελεύθερης αγοράς και κρατικής-κομματικής λειτουργίας. Η πολιτισμική ενοποίηση του πληθυσμού και η δημιουργία μηχανισμών λειτουργίας που αντιστοιχούσαν στη νέα πολιτειακή μορφή απορρόφησαν τις δραστηριότητες των νέων ελίτ, κρατικοδίαιτων σε μεγάλο βαθμό, που αναπτύχθηκαν.

Ετσι η μοναδική ελληνική αστική τάξη που είχε τα χαρακτηριστικά τα οποία αντιστοιχούσαν στην ευρωπαϊκή τυπολογία βρισκόταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η πολιτική που ακολουθήθηκε στο νεαρό κράτος ήταν αρκετά εσωστρεφής και αυτό είχε αντανάκλαση στην πολιτική διαχείριση των επαναστατικών ελληνικών κινημάτων στα Βαλκάνια (Κρήτη 1866, Μακεδονία 1878). Μόνο η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού, που διεκδικούσε προς όφελός του τις μακεδονικές και θρακικές περιοχές της Αυτοκρατορίας, κινητοποίησε δυνάμεις εντός της Ελλάδας. Ο στόχος ήταν η αποτροπή του νέου αυτού επιθετικού εθνικισμού . Οσον αφορά τις οθωμανικές εξελίξεις η Ελλάδα, μέχρι σχεδόν του πραξικοπήματος των Νεοτούρκων (1908), ακολουθεί μια πολιτική που συμβαδίζει με τους στόχους των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια τομή στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της Ελλάδας. Το στρατιωτικό κίνημα του 1909 (Γουδί) ευνόησε την άνοδο στην εξουσία των μεταρρυθμιστικών δυνάμεων αναθέτοντας στον Ελ. Βενιζέλο τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο Βενιζέλος, προερχόμενος από την επαναστατημένη λίγο καιρό πριν Κρήτη, αντιλαμβάνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια την ιστορική καμπή που διάβαινε ο χώρος της Εγγύς Ανατολής με τη νίκη των ακραίων Τούρκων εθνικιστών και την ήττα των μεταρρυθμιστικών οθωμανικών δυνάμεων.

Αφορμή για την τελική ρήξη του παλαιοελλαδικού πολιτικού κόσμου, συσπειρωμένου γύρω από τη μοναρχία και τον Κωνσταντίνο, με τον Ελ. Βενιζέλο θα προέλθει με την έξοδο ή όχι της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ηδη, πριν ακόμα από την έναρξη του Πολέμου, οι Νεότουρκοι είχαν αρχίσει την υλοποίηση του προγράμματος εθνικών εκκαθαρίσεων κατά του ελληνικού πληθυσμού στην Ανατολική Θράκη και την Ιωνία. Δεκάδες χιλιάδες Ελληνες από την Οθωμανική Αυτοκρατορία θα καταφύγουν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, η οποία βιώνει έναν μεγάλης έκτασης εσωτερικό διχασμό.

Μετά το τέλος του Πολέμου

Επειτα από πολλές παλινωδίες και περιπέτειες, η Ελλάδα θα πάρει μέρος στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ και τελικά θα βρεθεί στο στρατόπεδο των νικητών. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Νεότουρκοι είχαν διαπράξει πρωτοφανή εγκλήματα κατά των χριστιανικών πληθυσμών, των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων. Η πολυεθνική Αυτοκρατορία είχε φτάσει πια στο τέλος της. Διαμορφωνόταν πλέον η εποχή των εθνών-κρατών, με βάση πληθυσμιακά, ιστορικά και γεωπολιτικά κριτήρια. Στους Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που προ του 1914 ανέρχονται στο 20% του πληθυσμού, θα αποδοθεί με τη Συνθήκη των Σεβρών το 6% του παλιού οθωμανικού εδάφους, ενώ θα εξαιρεθούν περιοχές του μικρασιατικού Βορρά που είχαν υποφέρει σκληρά από τη βία του νεοτουρκικού εθνικισμού. Οι Αρμένιοι αποκτούσαν και αυτοί εθνικό κράτος, ενώ αυτονομία θα απολάμβαναν και οι Κούρδοι.

Το μεγαλύτερο μέρος του παλιού κοινού οθωμανικού σπιτιού μετατρεπόταν πλέον στο έθνος-κράτος των Τούρκων. Οι παράμετροι που θα αλλάξουν τον ρουν των πραγμάτων θα είναι αφενός ο Μουσταφά Κεμάλ, ο οποίος θα εκφράσει τον επιθετικό τουρκικό εθνικισμό, και η μοναρχική παράταξη η οποία θα υπονομεύσει το μικρασιατικό εγχείρημα. Παράλληλα η αλλαγή των διεθνών συνθηκών με την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία θα αναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες των μεγάλων δυνάμεων. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προστεθεί η στάση της Γαλλίας, της Ιταλίας αλλά και του Βατικανού ακόμα που ανησυχούσαν με τη γεωπολιτική ενίσχυση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Στις 19 Μαΐου 1919 ο αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Κεμάλ Πασά αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα με το πρόσχημα της επιβολής της τάξης στην περιοχή. Παρ' ότι στάλθηκε στην περιοχή για να προστατεύσει τους πληθυσμούς που είχαν υποφέρει από τη βία, κύριο μέλημά του υπήρξε η καταστολή του ποντιακού αντάρτικου. Ο Κεμάλ σύντομα αυτονομήθηκε από την κεντρική οθωμανική εξουσία και άρχισε τη συγκρότηση ενός εθνικιστικού τουρκικού κινήματος, εκμεταλλευόμενος πολύ έξυπνα τα θρησκευτικά αισθήματα των μουσουλμανικών εθνών. Οι παρακρατικές ομάδες της Teskilat i Mahsusa θα πλαισιώσουν πρώτες το κίνημα αυτό και θα αγωνιστούν για τη σωτηρία τους αφενός και για την υλοποίηση των αρχικών σχεδίων που είχαν σταματήσει με τη νεοτουρκική ήττα αφετέρου.

Οι εσωτερικές αντινομίες του ελλαδικού Ελληνισμού θα οδηγήσουν σε μια ήττα, η οποία καθόλου δεν ήταν προδιαγεγραμμένη.

Η ακατανόητη απόφαση του Ελευθερίου Βενιζέλου να προχωρήσει στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 θα φέρει στην εξουσία το αντιπολεμικό και αντιμικρασιατικό, φιλογερμανικό Λαϊκό Κόμμα και τον ανεπιθύμητο για τους συμμάχους βασιλιά Κωνσταντίνο. Το μέλλον των Ελλήνων στην Ανατολή το ήξεραν καλύτερα οι ίδιοι οι Τούρκοι εθνικιστές. Η επίσημη εφημερίδα του Κεμάλ στην Αγκυρα έγραφε στις 28 Οκτωβρίου 1920 για τις επερχόμενες ελληνικές εκλογές: «Οι ελληνικές εκλογές θα κρίνουν την τύχη του μικρασιατικού πολέμου. Πτώση του Βενιζέλου σημαίνει και πτώση της Ελλάδας στη Μικρά Ασία...», ενώ στις διαδηλώσεις των Τούρκων εθνικιστών στην Αγκυρα κυριαρχούσε το σύνθημα: «Μπιν γιασασίν Μουσταφά Κεμάλ / Γιασασίν Κωνσταντίνος / Καχρολσούν Βενιζέλος» («Πολύ ζήτω στον Μουσταφά Κεμάλ / Ζήτω στον Κωνσταντίνο / Κατάρα στον Βενιζέλο»).



Η νέα κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, που συνεργάστησε προεκλογικά σε μια αντιπολεμική, αντιμικρασιατική πλατφόρμα με το ΣΕΚΕ, είχε πολιτευτεί με συνθήματα όπως «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς», «Αποχώρηση της Ελλάδας από τη Μικρά Ασία». Στη συνέχεια θα ακολουθήσει μια διετή πολιτική (Νοέμβριος 1920-Σεπτέμβριος 1922) που θα χαρακτηριστεί από προσπάθεια διαρκούς αλλά ανεπιτυχούς απαγκίστρωσης από τη Μικρά Ασία και ανορθολογισμό. Τελικά, αντί να οδηγήσει τους στρατιώτες στα σπίτια τους, θα τους οδηγήσει πέρα από την Αλμυρά Ερημο.

Την ίδια στιγμή δεν υπήρχε καμιά μέριμνα για οργάνωση του μετώπου περιμετρικά της Σμύρνης.

Παράλληλα θα αγνοήσει τα αιτήματα των Ελλήνων της Ανατολής. Θα απορρίψει το αίτημα της οργάνωσης «Μικρασιατική Αμυνα» για δημιουργία μικρασιατικού στρατού με στόχο την αυτονόμηση της Ιωνίας. Επίσης αγνόησε ολοκληρωτικά τον Πόντο, όπου οι αντάρτες έδιναν εγκαταλειμμένοι τον σκληρό αγώνα ενάντια στον τουρκικό στρατό. Τον Ιούλιο του 1922 προσπάθησε ανεπιτυχώς να οργανώσει την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Με την προοπτική αυτή νομοθέτησε (2870/1922) την απαγόρευση της εκκένωσης της περιοχής από τον άμαχο πληθυσμό. Ετσι παρέδιδε συνειδητά τους Ελληνες της Ιωνίας στα στρατεύματα του Μουσταφά Κεμάλ. Κάτι που έκανε και λίγο αργότερα, μετά τη νίκη των κεμαλικών, όταν διέταζε τον διαλυμένο ελληνικό στρατό να επιβιβαστεί στα πλοία για να αναχωρήσει και να επιστρέψει «οίκαδε», διατάζοντας τον αρμοστή Αριστείδη Στεργιάδη να απαγορεύσει την έξοδο του ελληνικού πληθυσμού «για να μη δημιουργηθεί προσφυγικό πρόβλημα στην Ελλάδα».

Από τα 2,2 εκατομμύρια που ήταν οι Ελληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις παραμονές του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, θα καταμετρηθούν το 1928 ως πρόσφυγες στην Ελλάδα περίπου 1,25 εκατομμύρια. Κανείς δεν μπορεί να υπολογίσει με ακρίβεια τον συνολικό αριθμό των απωλειών. Κανείς ποτέ στην Ελλάδα δεν προσπάθησε να καταγράψει τα θύματα. Εξάλλου η προσφυγική μνήμη υπήρξε μια απαγορευμένη Μνήμη μέχρι τη δεκαετία του '80, οπότε οι προσφυγικές οργανώσεις, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που έδιναν οι νέες συνθήκες, θα μιλήσουν για όλα αυτά και θα επιβάλουν εν τέλει την ενσωμάτωση της ιστορίας των Ελλήνων της Ανατολής στο συνολικό εθνικό αφήγημα. *

Αναλογιζόμενοι 90 χρόνια μετά την ελληνική αποτυχία στο νου έρχεται η ρήση του Λόϋδ Τζορτζ, όταν η Ελλάδα φάνταζε ως η μελλοντική μεγάλη δύναμη στην Αν. Μεσόγειο: «Τίποτα λιγότερο της προδοσίας από την ελληνική πλευρά ή ανικανότητας που ισοδυναμεί με προδοσία, δεν θα ήταν δυνατόν να καταστήσει τυς Τούρκους της Ανατολίας ικανούς να επιδράμουν στη Σμύρνη και να ρίξουν τους Έλληνες στη θάλασσα».


Όπως και η διαπίστωση του ιστορικού Douglas Dakin : «…Ακόμα και σήμερα δεν έχει σιγάσει η διαμάχη γύρω από το ζήτημα γιατί οι ελληνικές δυνάμεις που υπερτερούσαν αριθμητικά και δεν ήταν πολύ χειρότερα εξοπλισμένες από τα στρατεύματα του Κεμάλ, οδηγήθηκαν σ’ αυτή την καταστρoφική ήττα.» ( “H ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923”, εκδ. ΜΙΕΤ)


Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)
(*) Από τη Φώκαια Σμύρνης

Είμαι η Αγγελική, του καπετάν Νικολή Πολίτη η κόρη από τις Νέες Φώκιες της Σμύρνης. Το 22 ήμουν ένα κοριτσάκι 6 έως 7 χρονών.

Η Αγγελική Ματθαίου έπειτα από μια περιπλάνηση ως αιχμάλωτη στην Ανατολή, που κράτησε κάποια χρόνια, θα φτάσει τελικά ορφανή στην Ελλάδα και θα συναντήσει μια αδελφή της, που διασώθηκε από τη σφαγή. Ο Ευρ. Μπίλης, τ. επίκουρος καθηγητής στο ΕΜΠ, διέσωσε και μας ενεχείρισε τη συγκλονιστική μαρτυρία, την οποία κατέγραψε η ίδια η Αγγελική Ματθαίου πριν από το θάνατό της

Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος. Είχαμε ένα μεγάλο καΐκι. Το είχε ονομάσει ο πατέρας μου «Πανούσα», επειδή έλεγαν την μητέρα μου Παναγιώτα και επειδή την αγαπούσε πολύ ονόμασε το καΐκι.

Ημασταν 6 άτομα, παιδιά και ο πατέρας και η μητέρα. Ο πατέρας μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στις Φώκιες και παντρεύτηκε λέγανε την ωραία Παναγιώτα. Ζούσαμε πολύ καλά διότι είχαμε πολύ περιουσία. Ο πατέρας μου ήταν μοναχοπαίδι.

Είχαμε δύο σπίτια. Το ένα ήτανε στο Φαρδί Σοκάκι και το άλλο έξω από την πόλη.

Ο πατέρας μου είχε 400 δένδρα ελιές, είχε ένα αμπέλι στα 3 πηγάδια και το άλλο στα Μερσινάκια.

Τώρα θα γράψω για την Καταστροφή.

Τη νύχτα βγαίνανε στα παράθυρα και βλέπανε στα βουνά φωτιές. Αρχισε ο κόσμος να φοβάται. Η μητέρα μου δεν ήξερε τι να κάνει γιατί ο πατέρας μου έλειπε ταξίδι. Το δεύτερο βράδυ μαζεύτηκε όλη η γειτονιά στο δικό μας σπίτι. Θυμάμαι που κάνανε μία τούρκικη σημαία με το μισοφέγγαρο και τη βάλανε στο παράθυρο για να δούνε οι Τούρκοι. Το ίδιο βράδυ ήλθε ο πατέρας μου. Μας είπε να μην φοβόμαστε. Κλειστήκαμε στο σπίτι.

Ξαφνικά πλάκωσε ο τούρκικος στρατός. Ακούγαμε τύμπανα, ντουφεκιές, τραγούδια. Τα άλογα χλιμιντρούσανε. Δεν μπορώ να σας πω το τι γινόταν.

Τότε σηκώθηκε ο πατέρας μου να πάει να δη το καΐκι για να φύγουμε. Η μητέρα μου δεν τον άφηνε και της είπε θα πάω από άλλον δρόμο. Πήγε, αλλά το καΐκι το είχανε καταστρέψει. Δεν είχε ούτε κατάρτια ούτε πανιά ούτε μηχανή. Μας λέει θα πάμε στον Ασματερέ, εκεί ήταν ένα λιμανάκι και ίσως βρούμε καΐκι να φύγουμε για τη Μυτιλήνη.

Φύγαμε από τα βουνά. Εμένα με σήκωνε ο αδελφός μου στην ράχη του. Νύχτα ήτανε! Τα βουνά ήταν τόσο άγρια. Φωνάζανε τα σκυλιά, τα τσακάλια. Τα σκυλιά από τα εξοχικά σπίτια τρέχανε. Τα αγριογούρουνα μουγκρίζανε. Λες και θα χαλούσε ο κόσμος.

Αμίλητοι φθάσαμε στο λιμανάκι αλλά δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο τα ζώα του κόσμου φωνάζανε λες και είχανε καταλάβει τον χωρισμό από τους δικούς τους.

Την άλλη μέρα οι Τούρκοι κατασκήνωσαν σε ένα χωράφι πολύ μεγάλο που το λέγανε Σητσακτερέ και αρχίσαν και κατεβαίνανε στην χώρα. Μαζεύανε τον κόσμο. Αλλον σκοτώνανε, άλλον κοπανούσανε με τα ντουφέκια. Τους άλλους τους ρίχνανε κάτω και τους πατούσανε στην κοιλιά και οι ανθρώποι κάνανε εμετό.

Εμείς είχαμε φύγει κρυφά και μπήκαμε σε ένα μεγάλο σπίτι αλλά μας βρήκανε. Κατεβάσανε τον πατέρα μου, τον βγάλανε το σαλβάρι του, το σακάκι του, τα παπούτσια του. Του πήρανε τη μεγάλη σακούλα με τα λεφτά και τα χρυσαφικά και μας βάλανε μαζί με άλλους που μαζεύανε από τα σπίτια τους.

Από τις πλεξούδες

Μας πήγαν σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Μας αφήσανε σε ένα χωράφι και αρχίσανε να μαζεύουν τους άνδρες. Πήρανε τον πατέρα μου τον αδελφό μου και όλους. Μετά ακούσαμε τα πολυβόλα. Μας λέγανε όλοι ότι τους σκοτώσανε. Από τότε δεν τους είδαμε.

Το ίδιο βράδυ πήρανε την αδελφή μου στα βουνά. Παίρνανε τα κορίτσια. Την αδελφή μου την πήρανε τέσσερις. Είχε μακριές πλεξούδες. Οι δυό την πιάσανε από της πλεξούδες και οι άλλοι δύο από τα πόδια.

Το τι γινότανε εκείνο το βράδυ δεν λέγεται. Χαλούσε ο κόσμος. Φωνάζανε τα κορίτσια, κλαίγανε η μάνες τους, φωνάζανε, βουίζανε τα βουνά. Εγώ με ήχε η μητέρα μου κάτω από το φουστάνι της και έτρεμα σαν το φύλλο.

Η μητέρα μου σηκώθηκε και φώναζε «παιδί μου Κατερίνα που σε πάνε» και ένας Τούρκος της δίνει μια με το ντουφέκι και πέφτει και σπάει το κεφάλι της. Τρέχανε τα αίματα. Εγώ σήκωνα το φουστανάκι μου και τη σκούπιζα.

Την άλλη μέρα μας πήρανε από κει και αρχίσαμε να βαδίζουμε από βουνά όχι από δρόμους. Μας είχανε πάρει τα παπούτσια μας και τα βουνά ήτανε στρωμένα από αγκάθια. Ηταν αδύνατο να βαδίσουμε. Εκεί ήτανε το πολύ ξύλο οι κλοτσιές. Βαδίζαμε το βράδυ. Φθάσαμε σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Ητανε ελληνικό χωριό.

Εκεί μας χώσανε τον έναν απάνω στόν άλλον. Για να μας βάλουνε μέσα σκοτώσανε 2 παιδιά και μιά γυναίκα. Και ξύλο με τα καμιτσιά αλύπητα. Ο κλαθμός και ο φόβος ήτανε αβάστακτα.

Εκείνο το βράδυ πήρανε και τη μανούλα μου. Ξέχασα να γράψω. Είχαμε και ένα μωράκι και όταν την πήρανε κρατούσε και το μωρό. Της το πήρανε και το πετάξανε σε έναν καλαμνιώνα που ήτανε λίμνη. Πάει και αυτό. Τη δε μανούλα μου την φέραν. Να σκεφτείτε τον πόνο της και τα δάκρυα της.

Εμεινα μόνο εγώ. Με σκέπαζε με το φουστάνι της σαν τη κλώσα που βάζει τα πουλάκια της κάτω από τα φτερά της.

Κάνω πολλά λάθη γιατί δεν μπορώ να γράψω από τα δάκρυα και τον πόνο που έχω. Μου έχουν μείνει αποθέματα. Είνε μεγάλος πόνος να μείνεις ορφανό τόσο μικρό και στα τούρκικα χέρια. Παρακαλώ το Θεό όλα τα παιδάκια να έχουν τη μανούλα τους. Να μην πονέσουνε σαν εμένα.

Ακουγα μανούλα που φωνάζανε και μαραινόμουν σαν το φύλλο που πέφτει από το δένδρο. Το πιο γλυκό πράγμα του κόσμου είναι η μάνα. Ολα αυτά τα χρόνια που ζω δεν τη ξέχασα.

Το δε πρωί μας πήγανε σε ένα χωριό που το λέγανε Μαινεμένη. Το χωριό ήτανε κάρβουνο. Το είχανε κάψει οι δικοί μας στρατιώτες όταν οπισθοχωρήσανε. Ηταν ελληνικό χωριό.

Μας περάσανε από μέσα για να δούμε που ήτανε καμένο. Εκεί είπαμε ότι εδώ θα μας κάψουνε και μας χτυπούσανε τόσο άγρια που μας φωνάζανε οι δική μας να σκύβουμε σαν τα πρόβατα. Εκεί κόψανε μιας γυναίκας τη μύτη.

Με τα πολλά φύγαμε από το χωριό. Βαδίζοντας, βγήκαμε σε ένα χωράφι που είχε άγριες αχλαδιές και ήταν φορτωμένες αχλάδια. Οσα μπορούσανε κόψανε να φάνε. Αλλά πιο πολύ ήτανε το ξύλο....

Συνέχεια βαδίζαμε δεν ξέρω πόσες μέρες. Πηγαίναμε για τη Μαγνησία. Βγαίνανε και το φωνάζανε ότι πάμε στην Μαγνησία. Είχε άνδρες που ξέρανε τούρκικα και μας φωνάζανε ότι πάμαι στην Μαγνησία να μας βγάλει λόγο ο Κεμάλ.

Και που νομίζετε που μας πήγανε; Σε ένα παλιό εργοστάσιο και μαζέψανε τους άνδρες, τους βάλανε μέσα τους γδύσανε και αρχίσανε και τους χτυπούσανε με τα καμιτσιά. Η άνδρες πηδούσανε σαν ποντίκια. Τους είχανε μαύρους. Η άνθρωποι πέσανε όλοι κάτω σαν πεθαμένοι με βογκητά με κλάματα από τους πόνους.

Δεν υπάρχει θεός

Το χειρότερο ήτανε ότι μαζέψανε τα γυναικόπαιδα και μας πήγανε σε ένα χωράφι γεμάτο μνήματα από Ελληνες στρατιώτες και σε κάθε μνήμα είχαν βάλει τα δίκοχα τους. Εκεί φαντασθείτε τι έγινε. Πέσαν οι γυναίκες στα μνήματα φωνάζανε, κλαίγανε και από πάνω κλωτσιές, πέτρες. Σπούσανε δένδρα, κλαριά και τις κοπανούσανε. Πολλές μάνες είχαν χάσει τα παιδιά τους σε αυτόν το πόλεμο. Μα δεν υπήρχε Θεός; Δεν υπήρχε κανένας νόμος για μας;

Μετά μας πήγανε σε αμπέλι και κόβανε τα φύλα και τα χώνανε στο στόμα να τα φάνε και όποιος δεν τα μάσαγε τον τρίβανε τα μούτρα του στο χώμα. Μια γυναίκα δεν το δεχότανε και της βάλανε φωτιά στο φόρεμα της και κάηκε σαν κερί και δεν αφήνανε κανένανε να πάει κοντά της. Αυτά που κάνανε αυτοί οι βάρβαροι δεν τα έκανε κανένα κράτος.

Μετά φύγαμε από την Μαγνησία και μας πηγαίνανε για μια μέρα όλο από βουνά και αγκάθια. Φθάσαμε σε μια μικρή πόλη. Εκεί ήτανε σταθμός χωροφυλακής. Μας υποδεχτήκανε πολύ άγρια ως συνήθως. Από κάτω από το κτήριο είχε μια χαβούζα με νερό. Το νερό αυτό είχε μέσα ότι βρωμιά ήθελες. Και δεν ήτανε μόνο η βρωμιά, αλλά κατουρούσανε και από πάνω. Και χονδρά και ψιλά. Αλλά ο κόσμος ήτανε τόσο διψασμένος που σπρώχνανε της βρωμιές και πίνανε και πλένανε και τα μούτρα τους και αυτοί γελούσαν και λέγανε «πος γκιαούρη». Αυτό θα πει: «Βρώμικοι Ελληνες».

...Το ψωμί και το φαΐ το είχαμε ξεχάσει. Αν βρίσκανε στα βουνά καμήλες ψόφιες τρέχανε και ξεσχίζανε με τα χέρια και άμα σταματούσαμε σε κανένα χωριό γυρεύανε φωτιά και τα ψήνανε και τα τρώγανε. Η Μανούλα μου δεν έτρωγε ούτε και 'γώ.

Μας πήρανε πάλι από κει, άλλαξαν οι τσανταρμάδες. Σε κάθε χωριό μας παίρνανε άλλοι. Μας περάσανε από ένα ποτάμι που είχε λιγοστό νερό αλλά είχε πολλά αγριοσέληνα. Οταν τα είδε ο κόσμος πέσανε με τα μούτρα σαν τα πρόβατα. Δεν έμεινε ούτε φύλο. Εκεί σε κείνο το λίγο νερό πλυθήκαμε, λουστήκαμε, χωρίς σαπούνι βέβαια....

Αρχίσαμε πάλι τα βουνά. Το χωριό ήτανε κοντά. Μόλις μας είδανε, πλάκωσε η Τουρκιά. Αρχίσανε όλοι νύκτα να πέρνουνε τα κορίτσια. Ψάχνανε με τους φακούς η δε τσανταρμάδες φεύγανε και οι χωριάτες βρίσκανε ευκαιρία. Φωνάζανε τούρκικα «άλλην, άλλην», θα πει στα ελληνικά «πάρτε, πάρτε» και κείνο το βράδυ τραβήξανε την μανούλα μου και έτσι που πήγε να σηκωθεί είδαν εμένα που με είχε από κάτω από το φουστάνι της.

Ημουν παιδάκι

Αρπάξανε εμένα. Από τον πολύ σπαραγμό πού έκανα θυμάμαι που έβγαλε το φέσι του και μού έκλεισε το στόμα με πήγε πιο πέρα και άρχισε να με ψάχνει αφού με έριξε κάτω. Σκεφτείτε εκείνη την ώρα τον σπαραγμό μου και τις φωνές μου και αφού είδε που ήμουν παιδάκι μου δίνει μια κλωτσιά και με αφήνει.

Εγώ μες την νύκτα δεν ήξερα που πάω. Ετρεχα με κομμένα τα πόδια. Από την μια φώναζα εγώ και από την άλλη ερχότανε η μανούλα μου ξεμαλλιασμένη να φωνάζει «Αγγελική, αίμα μου, παιδί μου, που είσαι;». Εγώ με τα κλάματα και αυτή με τις φωνές βρεθήκαμε. Δεν ξέρω να την περιγράψω αυτήν την περιπέτεια. Εσείς που θα την διαβάσετε μπορείτε να καταλάβετε.

Φύγαμε πάλι από 'κεί. Μας πήγανε σε ένα άλλο χωριό. Εκεί μείναμε κάτω από μια γέφυρα. Εκεί βρήκαμε σαλιγκάρια και τα ψήναμε και τρώγαμε....

Την άλλη μέρα χιόνιζε. Μας είπανε θα πάμε στο Ουσάκ. Βαδίζοντας μέσα στο χιόνι αρχίσανε τα πόδια μας και σουβλίζανε. Τότε η μανούλα μου βγάζει έναν μπούστο πού φορούσε τον κομμάτιασε και δέσαμε τα πόδια μας. Μα πόσο να βαστάξει το πανί;

Βαδίζαμε μια νύκτα. Φθάσαμε μέρα. Μας βάλανε σε κάτι μεγάλους σταύλους που βάζανε οι στρατιώτες τα άλογα. Η κοπριά ήτανε ένα μέτρο. Εμείς χωθήκαμε να ζεσταθούμε. Σε λίγο μας βγάλανε έξω και μας δώσανε γαλέτα σκουλικιασμένη. Εμείς τη φάγαμε και μας έπιασε μια διάρροια που δεν προλαβαίναμε. Εκεί πέθαναν πολλά παιδιά. *

Πηγή: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=17/09/2011&id=310439

Διαβάστε περισσότερα...

1922-2012: 90 χρόνια από την καταστροφή της Σμύρνης

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Να ξαναθυμηθούμε πάλι. Να μην πάψουμε να θυμόμαστε. Να μάθουμε στα παιδιά μας να θυμούνται

Ηλίας Βενέζης

Ενενήντα χρόνια πέρασαν από τότε... Κι όμως οι ψυχές των ανθρώπων εξακολουθούν να θυμούνται, σε έναν ατελείωτο και οδυνηρό αγώνα της μνήμης ενάντια στη λήθη. Ο Δήμος Νέας Σμύρνης και ο Πολιτιστικός Οργανισμός του Δήμου Νέας Σμύρνης επιχειρούν φέτος, με ιστορική αυτογνωσία, μία διαδρομή-αναδρομή πολιτισμού και θύμησης για όσα αφήσαμε εκεί, στις στάχτες του αφανισμού μας, και για όσα από αυτά αναστήσαμε εδώ και ζούμε μαζί τους, αξιοποιώντας τα ως στοιχεία κληρονομιάς και  ταυτότητας της πόλης.
Στους τρεις κύκλους από τους οποίους θα απαρτίζεται το ετήσιο αφιέρωμα, θα παρουσιαστούν είδη και μορφές πνευματικής, καλλιτεχνικής και πολιτιστικής έκφρασης μέσα από μουσικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, λογοτεχνικές βραδιές και βιβλιοπαρουσιάσεις, προβολές ταινιών και ντοκιμαντέρ, παρουσιάσεις ιστορικών αλλά και εικαστικών εκθέσεων καλλιτεχνών από τη Σμύρνη, διαλέξεις και βέβαια αφιερωματικών εκδηλώσεων υψηλών ποιοτικών προδιαγραφών, που θα αναφέρονται στη Σμύρνη και που μεταλαμπαδεύτηκαν στην πόλη της Νέας Σμύρνης.

Ο πρώτος κύκλος εκδηλώσεων έχει ήδη ξεκινήσει στον Δημοτικό Πολυχώρο Πολιτισμού «Γαλαξίας» που έχει προστεθεί εδώ και έναν χρόνο περίπου στις πολιτιστικές υποδομές του δήμου Νέας Σμύρνης και έχει διαμορφωθεί για να φιλοξενήσει κάθε μορφή και είδος καλλιτεχνικής και κοινωνικής έκφρασης.

Οι υπολοιπόμενες εκδηλώσεις του πρώτου κύκλου είναι οι εξης:


02.05.12 Χρόνης Αϊδονίδης – Συναυλία

Μια σημαντική προσωπικότητα που έχει συμβάλει τα μέγιστα για τη καταγραφή, διάσωση και διάδοση της παραδοσιακής Ελληνικής μουσικής. Φιλική συμμετοχή ο Πασχάλης Τόνιος.

Με εισιτήριο

07.05.12 «Σαν ταξιμάκι» – Συναυλία

Μια μουσική περιπλάνηση στα μουσικά ακούσματα της Σμύρνης και της Μικράς Ασίας με τη φωνή της Αρετής Κετιμέ και του Πασχάλη Τόνιου.

Με αριθμημένες θέσεις

14.05.12 «Από την Ελευθερίου Βενιζέλου στην Κεμάλ Ατατούρκ» - Ντοκιμαντέρ

Ομιλητές: Σάββας Καλεντερίδης (πολιτικός επιστήμονας), Ελένη Πετώνη (διευθύντρια ΙΔΥΣΜΕ), Ειρήνη Σαρίογλου (γενική γραμματέας ΙΔΥΣΜΕ)

Με αριθμημένες θέσεις

25.05.12

Χρήστος Τζιτζιμίκας – Συναυλία

Ο καταξιωμένος παραδοσιακός τραγουδιστής Χρήστος Τζιτζιμίκας στήνει ένα γνήσιο, παραδοσιακό γλέντι, αναδεικνύοντας τον πλούτο της ελληνικής παράδοσης.

Με αριθμημένες θέσεις

Πληροφορίες:

Γαλαξίας: Κεντρική πλατεία Νέας Σμύρνη
Ώρες έναρξης: Από 1/3 εως 8/4: 19.30 Από 16/4 εως 9/6: 20.30
Τηλέφωνα επικοινωνίας: Δημοτικός Πολυχώρος Πολιτισμού Γαλαξίας: 210 9334064
Πολιτιστικός οργανισμός: 210 9310408
http://www.neasmyrni.gr/

Τιμή εισιτηρίου για όσους δεν έχουν ελεύθερη είσοδο: 5 ευρώ.
Τα εισιτήρια και οι δωρεάν κάρτες αριθμημένης θέσης θα διατίθενται μία ημέρα πριν από κάθε εκδήλωση καθώς και την ίδια ημέρα της εκδήλωσης. (Ώρες λειτουργίας: 18.00-22.00)

Τα έσοδα από τα εισιτήρια θα διατεθούν στις κοινωνικά ευπαθείς ομάδες του δήμου της Νέας Σμύρνης.

Διαβάστε περισσότερα...

Κράτος και πρόσφυγες του ’22

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Του Βλάσση Αγτζίδη

Κομβικό σημείο για τη σχέση των προσφύγων με το ελλαδικό πολιτικό σύστημα θα είναι η υπογραφή της “Ελληνοτουρκικής συνθήκης φιλίας, ουδετερότητος και διαιτησίας” από τους Βενιζέλο και Κεμάλ. Ο μεσολαβητής γι’ αυτή την εξέλιξη ήταν ο Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι. Ο Ελ. Βενιζέλος θα υπογράψει το 1930 την “Συνθήκη” παρά την έντονη αντίδραση των προσφύγων, τους οποίους απείλησε με διώξεις, με το γνωστό Ιδιώνυμο. Δηλαδή, με την κατηγορία του εχθρού του κράτους. Το Ιδιώνυμο είχε ψηφιστεί για να κατασταλεί η ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Η ελληνική πλευρά οδηγήθηκε στην υπογραφή της Συνθήκης επειδή είχε γίνει αποδεκτή η πρόθεση της φασιστικής Ιταλίας να δημιουργηθεί ένας άξονας Ρώμης-Αθήνας-Άγκυρας και ένα σύστημα τριμερούς συνεργασίας και θα είχε ως βάση ένα σύνολο διμερών συμφωνιών.

Αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου πολιτικού οράματος υπήρξε η ελληνοτουρκική Συνθήκη της Άγκυρας του 1930, με την οποία αντιμετωπίζονταν όλες οι εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών και παραχωρούνταν οριστικά οι περιουσίες των προσφύγων στο νέο τουρκικό κράτος, αφού πρώτα εξισώνονταν με τις μουσουλμανικές περιουσίες που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι Ανταλλάξιμοι στην Ελλάδα. Μέχρι τότε -όσον αφορά το διεθνές δίκαιο- οι περιουσίες των «ανταλλαχθέντων» παρέμεναν υπό την ιδιοκτησία των κατόχων τους, μόνο που τα δύο κράτη είχαν αποφασίσει να είναι διαχειριστές των περιουσιών αυτών.

Η συμφωνία του ‘30, μαζί με την υποβολή πρότασης του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλου προς την Επιτροπή του Νόμπελ για την βράβευση του Μουσταφά Κεμάλ Πασά -που είχε ήδη λάβει το προσωνύμιο Ατατούρκ (Πατέρας των Τούρκων)- με το Νόμπελ Ειρήνης, εγκαινίασαν μια νέα εποχή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο που στάλθηκε στην Επιτροπή, στο οποίο ο Κεμάλ χαρακτηριζόταν ως: “πραγματικός στυλοβάτης της ειρήνης”. Εφεξής, ο φιλοκεμαλισμός θα ήταν το κοινό συναίσθημα που θα μοιράζονταν οι άνθρωποι της συμπολίτευσης και της εκάστοτε αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον ακραίας εκδοχής της. Από το σημείο εκείνο και πέρα, οι πρόσφυγες, φιλοβενιζελικοί στην πλειονότητά τους, θα πορεύονται μόνοι τους σ’ έναν άξενο τόπο. Η ελληνο-τουρκική συνθήκη του ’30 θα είναι η πρώτη σημαντική σύγκρουση των προσφύγων με τον βενιζελισμό. Αυτή είναι η ιστορική στιγμή που θα αρχίσει η μεταστροφή προς τα αριστερά σημαντικού τμήματος του προσφυγικού πληθυσμού.



Η πολιτική του ελληνικού κράτους θα αποσκοπεί πλέον στην πλήρη ιδεολογική αφομοίωση των προσφύγων. Η ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής θα είναι μια απαγορευμένη ιστορία μέχρι τη δεκαετία του ’80. Θα απαγορευτεί ακόμα και η αναφορά στον όρο «πρόσφυγες». Οι πρόσφυγες για το ελληνικό κράτος θα χαρακτηρίζονται «μετανάστες» με κύρια πηγή του αντιπροσφυγικού συναισθήματος το Παλάτι. Χαρακτηριστική ήταν η αρνητική αντίδραση του Βασιλιά Γεωργίου του Β’, όταν το Νοέμβριο του 1923 του πρότεινε ο πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων Χ. Μοργκεντάου, να επισκεφτεί έναν καταυλισμό προσφύγων. Το επιχείρημα για να δικαιολογηθεί η άρνησή του ήταν ότι αυτό θα έκανε πολύ κακή εντύπωση και θα ενοχλούσε τους φιλομοναρχικούς πολίτες.

H καταστολή από το μοναρχικό κράτος ή “Ο Λαός ασθενεί” (Γ. Βλάχος)

Μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κινημα του ’35, οι πρόσφυγες, που θα συνταχθούν με τους πραξικοπηματίες ως βενιζελικοί, θα βρεθούν κι αυτοί στο στόχαστρο της μοναρχικής, και αργότερα μεταξικής, τρομοκρατίας. Στα εγκλητήρια με τα οποία οι βενιζελικοί παραπέφθηκαν για εσχάτη προδοσία αναγραφόταν ως κατηγορία ότι «εξόπλισαν Έλληνες πολίτες και πρόσφυγες…». Ήταν χαρακτηριστική η άρνηση αποδοχής των προσφύγων ως «Ελλήνων πολιτών» δεκατρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Στη συνέχεια, σκληρή θα είναι η αντιπροσφυγική υστερία που θα καταλάβει τον κυβερνητικό Τύπο. Κηρύγματα φανατισμού και ρατσισμού προς τους «αυτόχθονες» κατά των προσφύγων γεμίζουν τις σελίδες των φιλομοναρχικών εφημερίδων. Οι πρόσφυγες αποκαλούνται «λεφούσι» και «Τούρκοι»: «Οι γηγενείς καλούνται να συνασπιστούν σε συλλόγους ‘αμύνης’ κατά των προσφύγων», έγραφε η «Ακρόπολις» στις 6 Φεβρουαρίου του 1936. Οι επιθέσεις κατά των προσφύγων ήταν συνεχείς. Την ίδια χρονιά συνέβησαν επιθέσεις και εμπρησμοί κατά των προσφυγικών παραπηγμάτων στο Βόλο.

Η αντιπροσφυγική στάση του Μεταξά θα αποτυπωθεί και συμβολικά το 1938, όταν θα δωρίσει στο τουρκικό κράτος το σπίτι όπου υποτίθετο ότι γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ πασά και στην καρδιά της «πρωτεύουσας των προσφύγων», δηλαδή των θυμάτων του τουρκικού εθνικισμού, θα μετονομάσει την Οδό Αποστόλου Παύλου σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ. Τα αντιπροσφυγικά συναισθήματα του Ι. Μεταξά θα είναι τόσο έντονα ώστε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του θα απαγορεύσει το ρεμπέτικο και τις μελωδίες της Ανατολής, έχοντας τη συναίνεση του τότε πνευματικού κόσμου, ανεξαρτήτως ιδεολογίας ή πολιτικής τοποθέτησης. Τα μεγάλα θύματα της λογοκρισίας του Μεταξά, ήταν η Σμυρνέϊκη (του Πειραιά) Κομπανία που έδρευε στον Πειραιά, καθώς και οι βυζαντινοί μουσικοί τρόποι, τους οποίους οι «γηγενείς» Αθηναίοι ονόμαζαν Τουρκομερίτικους.

Η δεκαετία του ’40 θα είναι μια δεκαετία πλήρους ανατροπής των ισορροπιών. Η κύρια αντίθεση μεταξύ προσφύγων και γηγενών θα αντικαταστασταθεί από τη σύγκρουση δεξιάς–αριστεράς. Οι κοινότητες των προσφύγων, που μέχρι τότε ήταν κατά κύριο λόγο βενιζελικές με κάποιες εντάξεις στην Αριστερά, θα διχαστούν. Στα νέα πολιτικά σχήματα θα συναντήσουν τους παλαιούς τους γηγενείς αντιπάλους και θα δομήσουν νέες ταυτότητες που θα συμπληρώνουν τις παλιές.

Στην επίσημη κρατική ελληνική ιδεολογία, τα ιστορικά γεγονότα της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποσιωπούνται. Επιδιώκεται συστηματικά η εξαφάνιση του παράγοντα «ελληνισμός της Ανατολής» και η εξάλειψη της ιστορικής του μνήμης. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του ’19-’22 θα αντιμετώπιζεται αποκλειστικά ως «αγώνας για την απελευθέρωση του τουρκικού εδάφους από τη συμμαχική κατάληψη». Η πλέον ξεκάθαρη τοποθέτηση της συντηρητικής παράταξης για εκείνα τα ιστορικά γεγονότα, ακριβώς όμοια μ’ αυτή του ΚΚΕ, θα γίνει από τον Ευ. Αβέρωφ το 1957 από το επίσημο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ όπου δήλωσε ότι ο μικρασιατικός πόλεμος ήταν «κατακτητικός πόλεμος… αλλά βεβαίως δεν ήτο ελληνικός πόλεμος» και ότι «η Τουρκία απάντησε με μίαν υπερηφάνειαν και μίαν γενναιότητα, η οποία της έδωσε την εθνικήν της ανεξαρτησίαν».

Οι προσπάθειες για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, όπως και η έρευνα επί των ιστορικών γεγονότων, θα αφορούν τις κλειστές ομάδες των προσφύγων. Ο πρώτος ιστορικός που προσπάθησε να μελετήσει τα αρχεία για εκείνα τα πολιτικά γεγονότα, που αφορούσαν τις γενοκτονίες των ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία, ήταν ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βιέννης. Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπισή του από τις ελληνικές αρχές, όταν προσπάθησε να μελετήσει τα γερμανοαυστριακά αρχεία που αφορούσαν την περίοδο 1908-1918. Ο ίδιος περιγράφει ως εξής την εμπειρία του: «Όταν το 1958-59 καθώς πραγματοποιούσα την έρευνα στα επίσημα αυστριακά αρχεία που μόλις είχαν παραδοθεί στους ερευνητές και είχα συναντήσει πλήθος εγγράφων που αφορούσαν τις βιαιοπραγίες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας Κουρτ Βαλτχάιμ και αργότερα γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και πρόεδρος της Αυστρίας με ενημέρωσε ότι δύο επιφανείς Ελληνες πολιτικοί, με παρέμβασή τους, ζητούσαν την απαγόρευση της έρευνας. Αυτοί, το αποκαλύπτω τώρα, ήταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Παναγιώτης Πιπινέλης. Το σκεπτικό ήταν ότι η δημοσίευση αυτών των στοιχείων στην Ελλάδα θα μπορούσε να προκαλέσει εμπλοκή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.»

Το αποκαλυπτικότερο γεγονός που αναδεικνύει τον τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων που αφορούσαν την ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής από την πλευρά του κράτους είναι η μεταχείριση της ταινίας «1922» του Νίκου Κούνδουρου. Βασισμένη σε αυθεντικές μαρτυρίες και κυρίως στο βιβλίο Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη, γυρίστηκε το 1977-1978 με τη χρηματοδότηση του κρατικού Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ). Από την εποχή των γυρισμάτων (τρία μόλις χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) η εφημερίδα Hurriyet είχε καταγγείλει την ταινία, υποστηρίζοντας ότι έτσι «υπονομεύονται» οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες. Φυσικά το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών γνώριζε καλύτερους και αποτελεσματικότερους τρόπους διαμαρτυρίας. Οι τουρκικές αντιδράσεις απέδωσαν! Το ελληνικό υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να δώσει άδεια προβολής στην ταινία, κάτι που ήταν απαραίτητο για να βγει στις αίθουσες. Επί πλέον, το ΕΚΚ, το οποίο ήταν ιδιοκτήτης της ταινίας και είχε ως προϊστάμενη αρχή το υπουργείο Βιομηχανίας, δέσμευσε την ταινία στο εργαστήριο. Μια κόπια που παρανόμως κατάφερε να εξασφαλίσει ο Κούνδουρος προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας 9 βραβεία. Το υπουργείο Προεδρίας φοβούμενο την κατακραυγή δεν τόλμησε να απαγορεύσει την προβολή της ταινίας, η οποία παρέμενε δεσμευμένη στα συρτάρια του ΕΚΚ. Η λαθραία κόπια στάλθηκε το 1982 (οκτώ χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) στο Διεθνές Φεστιβάλ Βουδαπέστης. Μισή ώρα πριν από την προβολή της, κατέφθασε από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών εντολή προς τον Έλληνα πρέσβη να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Ο Έλληνας πρέσβης ζήτησε με τη σειρά του από το ουγγρικό υπουργείο Εξωτερικών να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Πράγμα που έγινε! Λίγο αργότερα, με παρέμβαση του Μικρασιάτη, τότε υπουργού, Γιάννη Καψή έλαβε τέλος η ομηρία της ταινίας και το ΕΚΚ την παρέδωσε στον Νίκο Κούνδουρο.

Βλάσσης Αγτζίδης



Όσοι δεν έχουν δει την συγκλονιστική πραγματικά ταινία "1922" του Ν.Κούνδουρου, μπορούν να κάνουν κλίκ εδώ.

Διαβάστε περισσότερα...
“Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια, μη φοβηθείς το χαλασμό.

Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα, π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει, κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων!..

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!"

Κωστής Παλαμάς
«Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται,ζυγόν δουλείας ας έχωσι·

θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία»


Α.Κάλβος
«Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει από τον φόβο τον Τούρκο, που είναι σκλάβος του φόβου του, που θέλει να ζήσει όπως και να είναι. Που κάνει τον ψόφιο κοριό για να μην τον πατήσει κάποιος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα».

Ίωνας Δραγούμης

  © Free Blogger Templates Columnus by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP