Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άμυνα του Αρχιπελάγους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άμυνα του Αρχιπελάγους. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η ακατανόητη πολιτική αυτοκτονίας στο Ανατολικό Αιγαίο

Τρίτη 14 Ιουλίου 2009



Η πολιτική της Άγκυρας για αναθεώρηση του καθεστώτος του Αιγαίου και αμφισβήτησης του status quo, πολιτική που εφαρμόζεται με συνέχεια και συνέπεια από το 1973, πέρασε από το χειμώνα του 2008-2009 σε νέα φάση. Όπως έχει γίνει κατά καιρούς στο παρελθόν, μεταβάλλεται η τρέχουσα πρακτική και ο άμεσος στόχος, ενώ η στρατηγική επιδίωξη παραμένει η ίδια.
Αυτή τη φορά η Άγκυρα δεν αφήνει καμία απολύτως αμφιβολία ως προς τον άμεσο στόχο και την εφαρμοζόμενη τακτική. Σε μία οργανική συνέχεια της πολιτικής της για αμφισβήτηση του Αιγαίου, πέρασε για πρώτη φορά στη ρητή κι έμπρακτη αμφισβήτηση του καθεστώτος κατοικημένων νησίδων του Αιγαίου. Ήταν μια λογική κίνηση, δεδομένου ότι η Άγκυρα είχε ήδη επιτύχει την καταγραφή των ελληνικών βραχονησίδων ως γκρίζων ζωνών, και δεδομένου ότι προχωρά πάντα με μικρά αλλά συστηματικά βήματα στη διεύρυνση της επιθετικότητάς της. Η αμφισβήτηση της κυριαρχίας σε δύο μικρά κατοικημένα ελληνικά νησιά υπήρξε λογική επόμενη κίνηση.

Αυτό που προκαλεί σοκ είναι η αντίδραση της ελληνικής πλευράς. Ή, για την ακρίβεια, η έλλειψη αντιδράσεως, και η συνέχιση της … επίθεσης φιλίας προς την Τουρκία, ενώ αυτή κλιμακώνει τις ευθείες επιθετικές της ενέργειες προς την ελληνική πλευρά.Η κίνηση της Τουρκίας να κλιμακώσει τις διεκδικήσεις της έναντι της Ελλάδος, και μάλιστα με την απειλή εναντίον κατοικημένων, πλέον, περιοχών, θα μπορούσε να είναι η χρυσή ευκαιρία για την Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα είχε, κατά την τελευταία περίοδο, εγκλωβιστεί σε ένα δίλημμα που της δημιούργησε η Τουρκία:

οι προκλήσεις της ήταν πάντοτε κλιμακούμενες με μικρά βήματα, γεγονός που δυσκόλευε την Ελληνικές κυβερνήσεις (ή τους έδινε μία καλή πρόφαση να αποφύγουν) να ορίσουν την κόκκινη γραμμή πέραν της οποίας δεν θα ανεχτούν περαιτέρω αμφισβήτηση των κυριαρχικών τους δικαιωμάτων, και η πολιτική τους έναντι της Τουρκίας θα αλλάξει δραστικά. Από το χειμώνα του 2008-2009 η Τουρκία προέβη σε μία ρητή, σαφή και ιταμή κλιμάκωση των προκλήσεών της. Διακήρυξε ότι το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι είναι «αγνώστου πατρός», πρέπει η Ελλάς και η Τουρκία να συναποφασίσουν για το καθεστώς τους, οι (καθεστωτικές) τουρκικές εφημερίδες διαπίστωσαν ότι… οι κάτοικοί τους μεταφέρθηκαν εκεί νύχτα ως έποικοι για να δικαιολογήσουν τις ελληνικές αξιώσεις επί του νησιού, παραβιάζει συστηματικά και ολοένα και πιο προκλητικά τον εναέριο χώρο τον νησίδων, προβαίνοντας συνεχώς σε χαμηλές υπερπτήσεις, και καλώντας το… ελικόπτερο του Έλληνα προέδρου της Δημοκρατίας που επισκέπτονταν το νησί την άνοιξη να απομακρυνθεί επειδή παραβιάζει τον τουρκικό εναέριο χώρο.

Αν η τρέχουσα ελληνική κυβέρνηση είχε εγκλωβιστεί από την τακτική των προηγουμένων κυβερνήσεων σε μία παγιωμένη κατάσταση αποδοχής των προκλήσεων την οποία δεν μπορούσε (ευλόγως) να αλλάξει εύκολα εν ψυχρώ, η νέα κατάσταση της έδινε τη χρυσή ευκαιρία: ήταν η κατάλληλη στιγμή να δηλωθεί (προς πάσα κατεύθυνση) ότι η Τουρκία εδώ ξεπερνά τα εσκαμμένα, ότι η απειλή εναντίον ελλήνων πολιτών δε θα γίνει ανεκτή, κι ότι τουρκικές στρατιωτικές ενέργειες που θα θέτουν σε κίνδυνο έλληνες πολίτες θα αντιμετωπίζονται δυναμικά. Ή, πιο απλά, ότι οτιδήποτε επιχειρεί να πετάξει πάνω από κατοικημένες ελληνικές νησίδες θα αποτελεί στόχο προς εξουδετέρωση.
Αλλά πέραν του ότι η κλιμάκωση αυτή της Άγκυρας ήταν μία ευκαιρία για «ανοικτή στροφή» στην ελληνική πολιτική στο Αιγαίο, η στροφή αυτή καθίστατο πλέον επιτακτική για λόγους αυτοπροστασίας της ελληνικής πλευράς.

Η νέα πολιτική της Άγκυρας με σαφήνεια επιδιώκει να δημιουργήσει τετελεσμένο στο χώρο του Αιγαίου. Το τετελεσμένο αυτό θα αφορά την παγίωση νέου status quo, κατά το οποίο το Αγαθονήσι και το Φαρμακονήσι (ως αντιπροσωπευτικά ενός πολύ μεγαλύτερου πλήθους νησιών) θα είναι ασαφούς και αμφισβητούμενης κυριαρχίας, θα είναι “disputed islands” όπως θα αναφέρονται πλέον σε αυτά ο διεθνής τύπος και οι ξένες κυβερνήσεις (όπως ακριβώς αναφέρονται και στην Ίμια). Το καθεστώς αυτό είναι πιθανόν να αποτελεί στόχο καθ’εαυτό, είναι όμως πολύ πιο πιθανόν να αποτελεί την προετοιμασία για την λογικά επόμενη κίνηση της Άγκυρας. Και η κίνηση αυτή είναι η αιφνιδιαστική κατάληψη μίας κατοικημένης νησίδας – του Φαρμακονησίου, του Αγαθονησίου ή και άλλης κατοικημένης νησίδας.
Καλώς ή κακώς, δεν είναι επιχειρησιακά δύσκολη, σε μία κατάλληλη ευκαιρία, η αιφνιδιαστική και σχετικά αναίμακτη κατάληψη μίας τέτοιας νησίδας. Η τουρκική κυβέρνηση θα μπορεί, έτσι, ένα πρωί, να εμφανιστεί στην Ελλάδα με μία τέτοια νησίδα υπό την κατοχή της, με τους κατοίκους σαν ομήρους, και με την πρόσκληση σε διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό του συνολικού καθεστώτος του Αιγαίου. Η Ελλάδα θα τεθεί τότε προ του διλήμματος είτε να ξεκινήσει έναν πλήρη πόλεμο κατά της Τουρκίας (γιατί επιχειρησιακά αυτή είναι η αναπόφευκτη απάντηση σε αυτή την ενέργεια) είτε να προσέλθει ταπεινωμένη σε διαπραγματεύσεις. Βεβαίως υπάρχει και δύο ενδιάμεσες στρουθοκαμηλικές λύσεις, από αυτές που πολύ αρέσουν στο ελληνικό πολιτικό κατεστημένο:

  • Η ελληνική κυβέρνηση θα διακηρύξει ότι δεν αναγνωρίζει το νέο status quo, και το καταληφθέν νησάκι παραμένει (de jure) στην ελληνική κυριαρχία. Και φυσικά μία αναπόφευκτη αλλαγή κυβερνήσεως θα δώσει λύση και στο εσωτερικό πρόβλημα που θα δημιουργηθεί, καθώς η καινούργια κυβέρνηση θα μπορεί να αδρανήσει επικαλούμενη ότι για το πρόβλημα φταίει η απερχόμενη κυβέρνηση, και φυσικά δε μπορεί κανείς να της ζητήσει να κηρύξει … πόλεμο στην Τουρκία για να διορθώσει τα λάθη της αντιπολίτευσης…
  • Εναλλακτικά, και σε εφαρμογή του θλιβερού δόγματος του ισοδυνάμου τετελεσμένου, η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να επιχειρήσει σχετικά γρήγορα να καταλάβει κι αυτή μία μικρή αντίστοιχη τουρκική κατοικημένη νησίδα. Αλλά η λύση αυτή είναι μάλλον δύσκολη και πάντως ατελέσφορη.
Είναι δύσκολη γιατί:
Οι αντίστοιχες τουρκικές βραχονησίδες είναι πολύ λιγότερες από τις ελληνικές, και είναι δυνατόν να φυλαχθούν πολύ καλύτερα από κάποιον ο οποίος και την πρωτοβουλία έχει (άρα δε θα αιφνιδιαστεί) και πολύ περισσότερο ανθρώπινο δυναμικό διαθέτει ώστε να μπορεί να επανδρώσει επαρκέστατες φρουρές στους λίγους στόχους που διαθέτει.
Και είναι ατελέσφορη γιατί:
α) Η απλή ανταλλαγή βραχονησίδων είναι ολέθρια λύση για την Ελλάδα. Γιατί είναι η Ελλάδα που έχει τις πολλές νησίδες και νησάκια στο Αιγαίο. Η Τουρκία θα είναι παραπάνω από ευτυχείς να βάλει τις βραχονησίδες της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μαζί με τις ελληνικές, για τον απλούστατο λόγο ότι μόνον να κερδίσει μπορεί από τέτοιες διαπραγματεύσεις.
β) Το μήνυμα που μεταδίδει στην άλλη πλευρά το δόγμα του «ισοδύναμου τετελεσμένου» είναι ότι οποιοδήποτε εγχείρημα από τουρκικής πλευράς είναι, σε κάθε περίπτωση ασφαλές, γιατί η Ελλάδα δεν πρόκειται να κλιμακώσει η ίδια την κατάσταση, ό,τι κι αν συμβεί, αλλά θα προσπαθεί να κρατήσει την κρίση στο κατώτατο χαμηλό επίπεδο. Η διαβεβαίωση αυτή για ασφαλές παίγνιο είναι ανοικτή πρόσκληση στην Άγκυρα για τυχοδιωκτισμούς και κλιμάκωση των ενεργειών της. Δεν είναι αποτροπή, είναι προτροπή.

Σε οποιοδήποτε κράτος του κόσμου που σέβεται τον εαυτό του, διέπεται από κοινό νου και δεν έχει καταστεί, εμφανώς ή όχι, κράτος-δορυφόρος, θα ήταν να διακηρύξει urbi et orbi, και προς πάσα κατεύθυνση, ότι οι νέες αυτές ενέργειες ξεπερνούν τα εσκαμμένα, κι ότι σε νέα περίπτωση παραβιάσεως των θεμελιωδών κυριαρχικών της δικαιωμάτων θα τα προασπίσει με κάθε μέσον. Και ότι, όπως είπε «κάποιος» σε παλαιότερη εποχή, αν η Τουρκία ανοίξει την πόρτα του φρενοκομείου, η Ελλάς θα την ακολουθήσει. Αυτό όχι μόνον είναι η καλύτερη προάσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, αλλά και ο καλύτερος τρόπος προάσπισης της ειρήνης.

Διαβάστε περισσότερα...

Αιέν Υψικρατείν: Δύο παρατηρήσεις

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009

Στην προηγούμενη ανάρτηση για τη σημασία της αεροπορικής υπεροχής στο Αιγαίο σημειώθηκαν αρκετές (για τα σταθμά του blog) παρατηρήσεις.

Οι αντιρρήσεις εστιάστηκαν, γενικά, σε δύο κεντρικά σημεία:



1. Ότι είναι λανθασμένη η προετοιμασία για θερμό επεισόδιο.


2. Ότι είναι λανθασμένη η προτεραιότητα στο πρωτείο της ΠΑ

Νομίζω ότι οφείλω μερικές διευκρινίσεις.

Κατ΄αρχάς, σε ότι αφορά το θέμα του θερμού επεισοδίου:

Είχε προηγηθεί η ανάρτηση για τον σύνθετο πολιτικοστρατιωτικό χαρακτήρα του θεάτρου επιχειρήσεων του Αιγαίου, σε αντιδιαστολή, πχ, με τη φύση του θεάτρου επιχειρήσεων στη Θράκη. Η ανάρτηση εκείνη αποτελεί οργανική ενότητα με την επόμενη που αφορά την αεροπορία (σημ: Μπορείτε να τις βρείτε στην κατηγορία Επιλεγμένα Άρθρα στα δεξία της κύριας σελίδας) Εκεί εξηγήσαμε ότι στο Αιγαίο η πολιτική της Άγκυρας είναι σύνθετη και βασίζεται στην χρήση στρατιωτικών μέσων και κινήσεων για την προώθηση πολιτικών στόχων, χωρίς να υπάρχει (σε συνεχή βάση) πρόθεση για πόλεμο. Με άλλα λόγια, όταν η Τουρκία στέλνει αεροσκάφη να πετάξουν πάνω από το Φαρμακονήσι δεν είναι προετοιμασμένη για πόλεμο μετά από τρείς ώρες. Παρομοίως, δεν είναι προετοιμασμένη για πόλεμο σε ένα ευρύ φάσμα ενεργειών, όχι μόνον γιατί γνωρίζει ότι η ελληνική πλευρά δε θα αντιδράσει, αλλά γιατί γνωρίζει ότι και να υπάρξει αντίδραση, υπάρχει ένα σημαντικό περιθώριο στο οποίο η αντιπαράθεση (με πολιτική σημασία και στρατιωτικές ενέργειες) εντείνεται και κλιμακώνεται, χωρίς να φτάνει σε επιχειρήσεις πλήρους κλίμακας. Αυτή, άλλωστε, είναι ακριβώς και η πολιτική της στο Αιγαίο.

Αν τα πράγματα ήταν απλά, η Τουρκία θα είχε από χρόνια κάνει μία απλή κίνηση: θα είχε εισβάλει σε ένα νησί για να το καταλάβει και να αλλάξει συνολικά το status quo. Αντί αυτού, η Τουρκία, που φυσικά δεν είναι απλοϊκή χώρα, έχει ακολουθήσει μία σύνθετη πολιτική στρατιωτικής πίεσης, de facto ανατροπής του status quo, ανιχνεύοντας προσεκτικά τα όρια ανοχής της ελληνικής πλευράς και παραβιάζοντάς τα οριακά κάθε φορά, και κατοχυρώνοντάς κάθε νέο κεκτημένο της.

Το πρόβλημα της ελληνικής πλευράς έγκειται ακριβώς στην αδυναμία της να απαντήσει σε μία τέτοια πολιτική, αδυναμία που συνίσταται σε δύο σημεία:

Α) στην φοβία που υπάρχει για τον ενδεχόμενο κλιμακώσεως σε πλήρη πόλεμο (οπότε αφήνεται ελεύθερο πεδίο δράσης, λες και η Τουρκία είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμη για γενικευμένο πόλεμο, και ως εάν να είναι πιθανή η νίκη της Τουρκίας σε τέτοιο ενδεχόμενο). Η φοβία αυτή, είναι πολιτικό φαινόμενο και δεν αντιμετωπίζεται με στρατιωτικά μέσα. (Φυσικά, σε ορισμένες περιπτώσεις εγείρεται το ερώτημα αν είναι απλώς φοβία ή κάτι άλλο, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης…)

Β) την αδυναμία της Ελλάδος να απαντήσει στην τουρκική πολιτική με ένα αντίστοιχο μείγμα πολιτικοστρατιωτικής πολιτικής, ακριβώς λόγω της φοβίας αυτής. Έτσι, η Ελλάδα αυτοεγκλωβίζεται στο αδιέξοδο: αν απαντήσω σε μία τέτοια ενέργεια με κάποια αντίστοιχη, τότε θα έχουμε πόλεμο. Αξίζει να πάω σε πόλεμο για την υπερπτήση του Αγαθονησίου; Όχι. Οπότε, ας μην κάνουμε τίποτα. Αυτή, όμως, είναι πολιτική αυτοκτονίας, γιατί καμία μεμονωμένη ενέργεια της Τουρκίας δεν αποτελεί καθ’ εαυτή ικανή αιτία πολέμου. Αυτό που δε γίνεται κατανοητό είναι ότι ούτε για την Τουρκία αποτελεί οποιαδήποτε μεμονωμένη ενέργειά της στο Αιγαίο ικανή αιτία για πόλεμο για την ίδια. Έτσι, όταν αποφασίζεται η πολιτική υπερπτήσεων του Αγαθονησίου, η τουρκική ηγεσία δεν έχει αποφασίσει ότι αν υπάρξει αντίδραση σε αυτή την κλιμάκωση θα κηρύξει πόλεμο. Αντιθέτως, προχωρεί προσεκτικά σε ανιχνευτικές κινήσεις, ελέγχει την ελληνική αντίδραση, και προχωρά ανάλογα με τα περιθώρια που διαπιστώνει.

Το περιστατικό των Ιμίων, το οποίο αναφέρθηκε, ήταν εξόχως χαρακτηριστική για την ελληνική πλευρά η αδυναμία να εμπλακεί και να παρακολουθήσει τέτοιου είδους καταστάσεις.

1. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η Τουρκία δεν είχε ξεκινήσει πολεμική κινητοποίηση, χαρακτηριστική απόδειξη ότι αντιλαμβάνονταν την κρίση σαν μία ευκαιρία για να προωθήσουν καινούργιες απαιτήσεις έναντι της Ελλάδος, αλλά όχι και λόγο να μπουν σε πόλεμο. Θα κλιμάκωναν μέχρι εκεί που ήταν ασφαλές, κι ό,τι κέρδιζαν.

2. Αν η όλη εξέλιξη ειδωθεί από την τουρκική σκοπιά είναι χαρακτηριστικό ότι οι τούρκοι ποτέ δεν εγκλωβίζονταν στη φοβία ότι η περαιτέρω εκ μέρους τους κλιμάκωση θα σημάνει πόλεμο, πχ ακόμη κι όταν κατέλαβαν ελληνικό έδαφος. Αν αντιμετώπιζαν την κατάσταση με την ελληνική αναλυτική ή ψυχολογική στάση, θα είχαν σταματήσει σε πολύ προγενέστερο στάδιο την κρίση, κι όχι γιατί αισθάνονταν ασφαλέστεροι για το ενδεχόμενο ή την κατάληξη ενός γενικευμένου πολέμου

3. Όταν η Ελλάδα αιφνιδιάστηκε από μία τουρκική αντίδραση, ήταν εμφανές ότι είχε εξαντλήσει το εννοιολογικό πλαίσιο της αντίληψης της καταστάσεως.

Η πολιτική ηγεσία ζήτησε… αναίμακτη! ανακατάληψη της βραχονησίδας, σκέψη αυτόχρημα γελοία
Καμία πρόταση δεν έγινε για στρατιωτική ενέργεια η οποία να μην είναι προσβολή του τουρκικού τμήματος στην Ίμια
Καμία πρόταση δεν έγινε που να αποτελεί πολιτικοστρατιωτικό βήμα σε συνέχιση της κρίσεως. Δεν ήταν (μόνον) θέμα έλλειψης ευφυΐας, αλλά και κλειστού και δεδομένου τρόπου αντίληψης του προβλήματος.
Η μοναδική πρόταση που έγινε για προσβολή απαιτούσε την κλιμάκωση εκεί ακριβώς που θα υπαγόρευαν οι Τούρκοι : προσβολή του τμήματος που είχε αποβιβαστεί στην Ίμια.
Μπροστά στο ενδεχόμενο προσβολής εχθρικού στόχου η πολιτική ηγεσία παρέλυσε. Όχι μόνο το απέρριψε πανικόβλητη, αλλά δεν ετέθη προς στιγμήν ούτε καν θέμα διαχειρίσεως της απειλής χρήσης βίας (ρητή έκφραση της απειλή, οριοθέτησή της, εναλλακτική επιλογή στόχου κλπ).
Το συμπέρασμα που βγήκε από την ανάλυση της κρίσεως ήταν απογοητευτικό: συγκρότηση νέας, επίλεκτης μονάδας ειδικών δυνάμεων, με αποστολή… την (αναίμακτη;) ανακατάληψη βραχονησίδων….


Φυσικά, όταν κανείς εμπλέκεται σε ένα τέτοιο παίγνιο εντάσεων (στην Ελλάδα υιοθετήθηκε κάποια στιγμή ο όρος «πόλεμος χαμηλής εντάσεως», ο οποίος είναι λανθασμένος) υπάρχει πάντοτε το ενδεχόμενο κλιμακώσεως μέχρι πολέμου. Όμως το ενδεχόμενο αυτό είναι εξ ίσου επικίνδυνο και για τους δύο, και από το 1974 μέχρι σήμερα, το συνολικό ισοζύγιο στρατιωτικής ισχύος δεν υπήρξε ποτέ τέτοιο που να επιτρέπει στην Τουρκία ελευθερία κινήσεων. Ποτέ οι Τούρκοι δεν είχαν, για αντικειμενικούς λόγους, μεγαλύτερη άνεση από εμάς να κλιμακώσουν.

Με απλά λόγια: όσο είμαστε εγκλωβισμένοι στο δίλημμα ότι σε οποιαδήποτε πρόκληση στο Αιγαίο, οι μοναδικές μας επιλογές είναι είτε να διαταχθεί πλήρης αεροπορική επίθεση στα τουρκικά αεροδρόμια και διαταγή προελάσεως στη Θράκη, είτε πλήρης αδράνεια, θα συνεχίζουμε να χάνουμε το Αιγαίο «ανεπαισθήτως» όπως έλεγε ο Αλεξανδρινός. Κι αν καταστήσουμε απολύτως σαφές στους Τούρκους ότι δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πατήσουμε τη σκανδάλη στο Αιγαίο, ό,τι και να κάνουν (γιατί δεν είμαστε «θερμοκέφαλοι»), πάλι θα συνεχίζουμε «ανεπαισθήτως» να αποχαιρετούμε το Αιγαίο…

Δυστυχώς, τζάμπα και στα σίγουρα δε λύνεται το πρόβλημά μας.


Σε ότι αφορά, τώρα, το πρωτείο της ΠΑ στην αντιμετώπιση της απειλής στο Αιγαίο.

Κατ’ αρχάς, δεν αναφέρθηκε πουθενά ότι οι άλλοι κλάδοι δεν έχουν ρόλο να παίξουν στο Αιγαίο ή πρέπει να καταργηθούν. Αυτό που γράφτηκε είναι ότι το πρωτείο στον αεροπορικό τομέα είναι τόσο κρίσιμο που πρέπει να επιδιώκεται ακόμη και εις βάρος της ισορροπίας σε άλλους τομείς. Κι αυτό που κατ’ εξοχήν πρέπει να γίνει είναι να σταματήσει η πολιτική διαθέσεως κονδυλίων από τον προϋπολογισμό βάση ισορροπιών μεταξύ των κλάδων αλλά να γίνεται βάση ενιαίας και διακλαδικής στρατηγικής ανάλυσης της απειλής. Γιατί διακλαδικότητα, πριν από οποιαδήποτε διαδικαστική (κι απαραίτητη) διοικητική διευθέτηση είναι πάνω από όλα κοινή αντίληψη για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η απαίτηση αυτή δεν είναι καθόλου τετριμμένη, η ιστορία δείχνει ότι δεν υπήρξε καθόλου εύκολη σε κανένα αμυντικό μηχανισμό διεθνώς, αλλά σε μία χώρα τόσο μικρή όσο η Ελλάς, και με τόσο σύνθετο στρατιωτικό πρόβλημα όσο το δικό μας, είναι επιτακτική ανάγκη.

Για να συνοψίσω το σκεπτικό της προτεραιότητας, αυτό αφορά το ότι στον αεροπορικό τομέα η μάχη εξελίσσεται και αποφασίζεται πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι στο χερσαίο και στο ναυτικό, και στο ότι, με την εξασφάλιση κάποιας υπεροχής σε αυτό τον τομέα, το αεροπορικό όπλο μπορεί να υποβοηθήσει και να επηρεάσει την εξέλιξη της συγκρούσεως στα άλλα πεδία πιο γρήγορα και πιο αποφασιστικά απ’ ότι αντιστρόφως.

Επιπλέον αυτού, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα η Τουρκία κατ’ εξοχήν με το αεροπορικό όπλο προωθεί την πολιτική της στο Αιγαίο, είναι αυτονόητο σε αυτό το πεδίο πρέπει κατ΄εξοχήν να αντιμετωπιστεί.

Κι επειδή ετέθη το θέμα της Ίμιας, και του ρόλου της αεροπορίας στην κρίση αυτή:

1) Σε αντίθεση με τη βασική θέση του σημειώματος, κατά την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε καμία έντονη αίσθηση πλεονεκτήματος της ελληνικής πλευράς στον αεροπορικό τομέα, ώστε ελεγχθεί η θέση του άρθρου. Η ΠΑ δεν ήταν, ίσως, σε κατάσταση που δικαιολογεί πανικό εκ μέρους μας, αλλά δε μας εξασφάλιζε και καμία αίσθηση υπεροχής και αντίστοιχης άνεσης κινήσεων.

2) Σε καμία περίπτωση δεν συζητήθηκε τρόπος εμπλοκής της αεροπορίας και μετάθεσης της αντιπαράθεσης στον αεροπορικό τομέα, πχ - και τελείως ενδεικτικά - με ρηματική διακοίνωση ή ρητή προειδοποίηση μέσω τρίτων για την απαγόρευση προσεγγίσεως τουρκικών αεροσκαφών στην περιοχή της κρίσης.

3) Κανενός είδους αντίδραση – με Ειδικές Δυνάμεις, Ναυτικό, Λιμενικό, Πυροσβεστική, ΜΑΤ ή Εφορία – δε θα μπορούσε να είναι απολύτως ασφαλής στο σημείο εκείνο της σύγκρουσης. Αυτό είναι απολύτως κεντρικό σημείο, και πρέπει να το ξεπεράσουμε, αν θέλουμε να έχουμε τύχη σε οποιαδήποτε μελλοντική κρίση που – αργά ή γρήγορα – θα επανεμφανιστεί στο Αιγαίο. Αν κάποιος θεωρεί ότι πχ κατάρριψη αεροσκάφους ήταν έμπνευση «θερμοκέφαλων» αλλά, για κάποιο λόγο, δυνάμεις ειδικών επιχειρήσεων θα ήταν καταλληλότερες, οφείλει να εξηγήσει τι θα έκαναν, και μάλιστα λιγότερο «επιθετικό», «θερμοκέφαλο» και περισσότερο «σώφρον» και «φιλειρηνικό» οι Καταδρομείς στην περίσταση αυτή, και θα διαφύλατταν και την ειρήνη και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα. Εκτός αν τους στέλναμε να συλλάβουν «αναίμακτα», κατά την αμίμητη εισήγηση του Πρωθυπουργού, του τούρκους που είχαν καταλάβει τη βραχονησίδα.

(στην φωτογραφία F-4E SRA της 337 ,τα οποία σήκωσαν κυρίως το βάρος των περιπολιών στο Αιγαίο το τραγικό βράδυ των Ιμίων)

Διαβάστε περισσότερα...

Η Άμυνα του Αρχιπελάγους : Αίεν Υψικρατείν

Τρίτη 23 Ιουνίου 2009

[το δεύτερο μέρους του αφιερώματος μας στην Άμυνα του Αρχιπελάγους]

Γράφει ο Βελισσάριος

Η πρώτη βασική προϋπόθεση για την άσκηση επιτυχούς και αξιόπιστης πολιτικής ασφαλείας στο Αιγαίο είναι η συνεχής διατήρηση αεροπορικού πλεονεκτήματος έναντι της άλλης πλευράς. Ο αεροπορικός παράγων είναι ο πρώτος και σημαντικότερος στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση στο Αιγαίο, και είναι τόσο κρίσιμος που πρέπει να επιδιώκεται ακόμη και εις βάρος της ισορροπίας σε άλλους τομείς.

Διευκρινίζεται ότι ο γενικός όρος "αεροπορικό πλεονέκτημα" χρησιμοποιείται σκόπιμα αντί για πιο συγκεκριμένους - και συνεπώς περιορισμένους - όρους. Κι εννοείται με αυτό τον όρο ότι ο συνολικός συσχετισμός ΟΛΩΝ των παραγόντων που επηρεάζουν την αεροπορική μάχη πρέπει να είναι ευνοϊκός για την ελληνική πλευρά. Με άλλα λόγια, όποια επιχειρησιακή τροπή κι αν λάβει μία ελληνοτουρκική αεροπορική σύγκρουση (και υπάρχουν ευδιάκριτες πιθανές εναλλακτικές εξελίξεις) θα πρέπει οι Τούρκοι αλλά και οι τρίτοι εμπλεκόμενοι παρατηρητές, να θεωρούν ως πιθανότερο αποτέλεσμα την δυνατότητα της Πολεμικής Αεροπορίας, μετά από την πρώτη ημέρα, να έχει επιφέρει σημαντικά βαρύτερες απώλειες μαχητικών στον εχθρό απ' ότι έχει υποστεί και να μπορεί, με την ακόλουθη προτεραιότητα:

1)να απαγορεύσει, λίγο ή πολύ, τη δράση των αντιπάλων αεροπορικών μέσων πάνω από το Αιγαίο

2)διενεργεί αποστολές εγγύς αεροπορικής υποστηρίξεως στο χώρο του Αιγαίου

3)διενεργεί αεροπορική υποστήριξη ναυτικών επιχειρήσεων στο χώρο του Αιγαίου

4)προσβάλλει τακτικούς στόχους (συγκεντρώσεις στρατευμάτων, πυροβολικού, σκάφη κλπ) στη Μικρασιατική ακτή

5)απαγορεύει την κίνηση μονάδων στην Μικρασιατική ακτή

Γιατί είναι αυτός ο στόχος τόσο σημαντικός που έχει απόλυτη προτεραιότητα έναντι των υπολοίπων;

Κατ' αρχάς, γιατί η Τουρκία είναι ο επιτιθέμενος (και σε πολιτικό και σε στρατιωτικό επίπεδο), και ο επιτιθέμενος - σε αντιδιαστολή με τον αμυνόμενο - είναι αυτός που έχει απόλυτη ανάγκη από αεροπορική υπεροχή στην περιοχή ενδιαφέροντος για να προβεί σε επιθετικές ενέργειες. Ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση μπορεί να παραμείνει στα πλαίσια ενός "θερμού επεισοδίου" ή να κλιμακωθεί μέχρι πλήρους πολέμου. Σε όλες τις πιθανές αυτές εκδοχές για τις προθέσεις της Άγκυρας, η ελληνική αεροπορική υπεροχή αποτρέπει τους τουρκικούς σχεδιασμούς, κι αν αυτοί, παρ’ ελπίδαν, τεθούν σε εφαρμογή, εξασφαλιζει την αποτυχία τους.

Εάν μία ελληνοτουρκική πολιτική ένταση φτάσει στα όρια "θερμού επεισοδίου" η πρώτη στρατιωτική κλιμάκωσή της θα είναι σε ένα αεροπορικό επεισόδιο - περιορισμένο ή εκτεταμένο. Είναι εξαιρετικά πιο πιθανόν να λάβει χώρα αεροπορικό επεισόδιο, επειδή οι αεροπορικές δυνάμεις κινητοποιούνται δραματικά ταχύτερα από τις χερσαίες ή τις ναυτικές. Εκεί θα κριθούν οι πρώτες εντυπώσεις, και η διάθεση και δυνατότητα του καθενός να κλιμακώσει περαιτέρω. Καμία τουρκική ηγεσία δεν θα κλιμακώσει τις επιθετικές της ενέργειες αν η πρώτη αεροπορική σύγκρουση έχει εξελιχθεί δυσμενώς για αυτήν.

Το δεύτερο στάδιο στρατιωτικής κλιμάκωσης στο Αιγαίο είναι μία μικρής κλιμακας ενέργεια για την κατάληψη ελληνικής βραχονησίδας ή μικρού νησιού. Υπό τις παρούσες συνθήκες οργάνωσης των φρουρών του Αιγαίου μία τέτοια ενέργεια είναι δυνατόν να επιτύχει, αφού μπορεί να επιτευχθεί αιφνιδιασμός. Αλλά αν, εν τω μεταξύ, η ελληνική πλευρά επιτύχει αεροπορική υπεροχή, τα όποια τουρκικά τμήματα τη διενεργήσουν θα παραμείνουν αποκομμένα και στο έλεος της ΠΑ, ενώ θα είναι απολύτως εφικτή μικρής κλίμακας ελληνική αντεπιθετική ενέργεια, με αεροπορική κάλυψη και υποστήριξη. Για το λόγο αυτό, οι τούρκοι θα διστάσουν πάρα πολύ να προβούν σε τέτοια ενέργεια αν αισθάνονται φόβο στον αέρα. Το βασικό στοιχείο εδώ είναι ότι, λόγω της φύσεως του αεροπορικού όπλου, η επικράτηση στον αέρα μπορεί να επηρεάσει την αντιπαράθεση στο χερσαίο και το ναυτικό πεδίο πολύ πιο άμεσα και αποφασιστικά απ΄ότι το αντίστροφο.

Εάν οι Τούρκοι έχουν διάθεση να κλιμακώσουν μέχρι πλήρους κλίμακας εχθροπραξιών, προφανώς επιθετικών, τότε και πάλι το κρισιμότερο προαπαιτούμενο για αυτούς είναι η αεροπορική κυριαρχία στην περιοχή των επιχειρήσεων. Καμία σημαντική αμφίβια επιχείρηση δεν είναι νοητή για αυτούς χωρίς την κάλυψη της ΤΗΚ. Συνεπώς, με επικράτηση της ΠΑ ακυρώνεται αυτή την επιλογή της Τουρκίας.

Ας σημειωθεί και το εξής: είναι ευρύτατα διαδεδομένη η εκδοχή ότι μία ελληνοτουρκική σύγκρουση θα είναι μικρής χρονικής διάρκειας διότι οι ΗΠΑ θα επέμβουν πολύ γρήγορα για να τη σταματήσουν. Συνεπώς, κατά την άποψη αυτή, οι Τούρκοι είναι και πάλι σε πλεονεκτική θέση γιατί μπορούν γρήγορα να πετύχουν ένα τετελεσμένο το οποίο η Ελλάς δε θα μπορεί - έστω και λόγω χρονικού περιορισμού - να ανατρέψει. Η υπεροχή στον αέρα είναι κι εδώ καταλυτική. Η αεροπορική σύγκρουση μπορεί να κλιμακωθεί (με διάφορες μορφές, ανάλογα με την πολιτική εξέλιξη) πάρα πολύ γρήγορα, και το αποτέλεσμά της να είναι εμφανές, ή έστω ευδιάκριτο, εντός ωρών.

Για να συγκεφαλαιώσουμε:

Ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση στο Αιγαίο, μπορεί να παραμείνει περιορισμένη στα πλαίσια θερμού επεισοδίου ή να εξελιχθεί σε πλήρους κλίμακας πόλεμο.

Εάν παραμείνει στα πλαίσια περιορισμένης κλίμακας "θερμού επεισοδίου" τότε είναι βέβαιον ότι μία από τις πρώτες εμπλοκές θα είναι αεροπορική. Η έκβαση της αεροπορικής συγκρούσεως θα είναι καταλυτική για την εξέλιξη του θερμού επεισοδίου. Αν διαφαίνεται ελληνική υπεροχή, τότε θα υπάρχει εξαιρετικά μεγάλος δισταγμός από απέναντι για κλιμάκωση. Επιπλέον, οποιοδήποτε άλλο πλεονέκτημα έχει κερδηθεί από απέναντι (κατάληψη νησίδας - βραχονησίδας) θα είναι επισφαλές και αναστρέψιμο εφ' όσον κυριαρχεί η ΠΑ στον αέρα.

Η κυριαρχία της ΠΑ στον αέρα αποτρέπει, επίσης, την κλιμάκωση των επιχειρήσεων σε πλήρους κλίμακας, γιατί σε μεγάλης κλίμακας επιθετικές επιχειρήσεις, ιδίως σε αρχιπελαγικό περιβάλλον, είναι απολύτως απαραίτητη η αεροπορική υπεροχή.

Είναι, συνεπώς, το καλύτερο αποτρεπτικό για ενδεχόμενο "ελληνοτουρκικού πολέμου".

Το πως επιτυγχάνεται, και σε τι συνίασταται το αεροπορικό πλεονέκτημα, και κατά πόσον είναι εφικτό, είναι αντικείμενο ενός άλλου σημειώματος.

Διαβάστε περισσότερα...

Η Άμυνα του Αρχιπελάγους : ένα σύνθετο πολιτικοστρατιωτικό πρόβλημα

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009


Με αφορμή τόσο το άρθρο του Σάββα Βλάσση, όσο και το άρθρο του κ. Καντερέ που αναδημοσιεύτηκε εδώ, και με τον τόνο και το πνεύμα του οποίου διαφωνούμε κατηγορηματικά, παραθέτουμε τις δικές μας σκέψεις για το θέμα της άμυνας του Αιγαίου.

Ξεκινάμε, δίνοντας εδώ, προκαταρκτικά, δύο βασικές παραμέτρους του προβλήματος:

Είναι κρίσιμο να γίνει κατανοητό ότι το τρέχον πρόβλημα ασφαλείας στο Αιγαίο είναι σύνθετο πολιτικοστρατιωτικό πρόβλημα. Σε αντίθεση, πχ, με τη Θράκη, δεν αφορά την απλώς μία τυπική αποστολή επιτυχούς άμυνας του αρχιπελάγους από μία οριοθετημένη εχθρική επίθεση - έστω κι αιφνιδιαστική. Για λόγους που έχουν σχέση με το συνολικό πολιτικό και γεωστρατηγικό περιβάλλον της περιοχής και τους σχετικούς περιορισμούς, η Τουρκία δεν σχεδιάζει και δεν υλοποιεί την επεκτατική της πρόθεση ως μία ευθεία απειλή εισβολής και καταλήψεως αλλά ένα σύνθετο παίγνιο πολιτικοστρατιωτικών κινήσεων.

Στο σχέδιο αυτό είναι σαφής η γενική πρόθεση - αυτή της αλλαγής του καθεστώτος του Αιγαίου - αλλά κατά διαστήματα η συγκεκριμένη στόχευση και οι ακολουθούμενες τακτικές μεταβάλλονται. Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα θα μπορούσε κανείς να αναφέρει την μετατόπιση του ενδιοαφέροντος της Άγκυρας από το Βόρειο Αιγαίο και τη Λήμνο, κατά τη δεκαετία του 80, προς το Νοτιανατολικό Αιγαίο κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '90 και μέχρι σήμερα.


Ο παραπάνω σύνθετος χαρακτήρας του προβλήματος ασφαλείας στο Αιγαίο θέτει εξ αρχής κάποιες κρίσιμες παραμέτρους. Η πρώτη και βασικότερη είναι σε ένα τόσο σύνθετο πολιτικοστρατιωτικό πρόβλημα, η απάντηση δε μπορεί να είναι αμιγώς στρατιωτική. Πιο απλά, εκεί που τα στρατιωτικά μέσα χρησιμοποιούνται ως εργαλεία και μέσα πιέσεως για την επίδειξη ισχύος, την δήλωση πολιτικών προθέσεων, την δημιουργία τετελεσμένων, τη δημιουργία εντυπώσεων και την κατοχύρωση status quo ΧΩΡΙΣ πρόθεση συγκρούσεως σε πλήρη κλίμακα, η απάντηση δεν μπορεί να είναι αμιγώς στρατιωτική αλλά και πάλι ένας συνδυασμός πολιτικοστρατιωτικών κινήσεων.



Η παραπάνω αναφορά ενδεχομένως να φαίνεται κοινότυπη ή και αυτονόητη, αλλά δεν είναι. Για να αναφέρουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ιστορικό (και χωρίς καμία πρόθεση, σε αυτό το σημείο, για απόδοση ευθυνών και εκφορά κρίσεων): Κατά την κορύφωση της κρίσεως των Ιμίων, ο τότε πρωθυπουργός ζητούσε από τον αρμόδιο στρατιωτικό (τον Α/ΓΕΕΘΑ) να επιλύσει αυτοτελώς το στρατιωτικό πρόβλημα (την φύλαξη των νησίδων), αρνούμενος να εμπλακεί στο πρόβλημα, κι επιφυλλάσοντας για τον εαυτό του αμιγώς πολιτικό ρόλο και ενέργειες, απολύτως ανεξάρτητα από στρατιωτικό θέμα. Σε αντίθεση, οι τούρκοι για να βγουν από τη δύσκολη θέση στην οποία είχαν περιέλθει χρησιμοποίησαν μία στρατιωτική ενέργεια (στερούμενη στρατιωτικού νοήματος καθ' εαυτή) για να επιδιώξουν ένα πολιτικό αποτέλεσμα.

Σε ότι αφορά, λοιπόν, την πρώτη παράμετρο, αυτή του πολιτικοστρατιωτικού χαρακτήρα του προβλήματος, το χρήσιμο είναι ότι υπάρχουν στρατιωτικά μέτρα που μπορούν και πρέπει να υποβοηθούν ή να υλοποιούν μία πολιτική στρατηγική στο Αιγαίο, αλλά δεν υπάρχουν ρεαλστικά στρατιωτικά μέτρα που θα μπορούσαν από μόνα τους να αντιμετωπίσουν το είδος της πολιτικής που ασκεί η Άγκυρα.



Η δεύτερη κρίσιμη παράμετρος του προβλήματος ασφαλείας στο Αιγαίο είναι ότι το συνολικό πλαίσιο, ή, ακριβέστερα, το απώτατο όριο των τακτικών χειρισμών της κάθε πλευράς το θέτει η τελική αίσθηση της κάθε πλευράς για την έκβαση μίας σύγκρουσης πλήρους κλίμακας. Με πιο απλά λόγια: όταν ο ένας από τους δύο φοβάται ότι αν η σύγκρουση κλιμακωθεί τότε αυτός θα ηττηθεί, είναι αναπόφευκτο ότι θα χάνει και σε κινήσεις τακτικής. Γιατί όσο ευφυείς κινήσεις και να κάνει, και όσο πλεονεκτική θέση και να αποκτήσει, ο αντίπαλός του θα έχει πάντα την ευχέρεια να κλιμακώνει μέχρι να τον αναγκάσει να υποχωρήσει.



Εδώ βρίσκεται μία δεύτερη, κρίσιμη αδυναμία της ελληνικής πλευράς. Για λόγους που δεν έχουν σχέση με αντικειμενικά δεδομένα, η ελληνική πολιτική ηγεσία (με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου) έχει καταστήσει σαφές στην πράξη, αλλά ακόμη και ρητώς, ότι φοβάται το αποτέλεσμα μίας τέτοιας συγκρούσεως και είναι αποφασισμένη να την αποφύγει - ΣΕ ΚΑΘΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ. Το δεδομένο αυτό παρέχει απόλυτη ελευθερία κινήσεων στην Άγκυρα γιατί γνωρίζει ότι σε όσο δύσκολη κατάσταση και να περιέλθει, μπορεί πάντα να βγει από τη δύσκολη θέση κλιμακώνοντας. Και αυτό, όχι εξ αιτίας αντικειμενικών δεδομένων αλλά του ψυχολογικού φόβου της ελληνικής πλευράς.

Ταυτόχρονα, η δεύτερη αυτή παράμετρος θέτει κι ένα επιπλέον, κρίσιμο θέμα. Έχει ουσιώδη σημασία η συνολική ισορροπία του ελληνοτουρκικού ισοζυγίου στρατιωτικής ισχύος. Το λεπτό σημείο, εν προκειμένω, είναι ότι η ρεαλιστική αποτίμηση της στρατιωτικής ισορροπίας είναι και εξαιρετικά δύσκολη και εξαιρετικά επισφαλής λόγω των μυριάδων παραγόντων που υπεισέρχονται, πολλοί εκ των οποίων είναι ποιοτικοί. Αυτό σημαίνει ότι στο απλό (και πολιτικά εύλογο) ερώτημα: ποιός θα νικήσει σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου υπάρχει ένα μεγάλο εύρος συσχετισμών στα οποία η (σοβαρή, επαγγελματική) απάντηση είναι "δεν ξέρει ΚΑΝΕΙΣ μέχρι να γίνει ένας τέτοιος πόλεμος". ΚΑΝΕΙΣ, των τούρκων συμπεριλαμβανομένων, οι οποίοι φοβούνται το ενδεχόμενο στρατιωτικής αποτυχίας εξ ίσου ή περισσότερο από εμάς.



Συμπερασματικά: Επειδή στο πρόβλημα ασφαλείας του Αιγαίου, όσο κι αν είναι σύνθετο και πολτικοστρατιωτικό, υπάρχει ΠΑΝΤΑ ο φόβος κλιμάκωσης, έχει ΠΑΝΤΑ σημασία η συνολική ισορροπία στρατιωτικής ισχύος. Εκεί, πολιτικά, δεν έχει σημασία να έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα επικράτησης, αλλά να είμαστε στην - ευρεία εκείνη - περιοχή όπου το αποτέλεσμα είναι άδηλο και αμφίρροπο. Ο έλληνας πρωθυπουργός, όταν σε περίοδο κρίσεως ρωτάει τον Α/ΓΕΕΘΑ "ποιός θα κερδίσει σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου;", ώστε να διαπιστώσει τα περιθώρια κινήσεών του, δε θα πρέπει να αναμένει την κατηγορηματική απάντηση "ΕΜΕΙΣ" για να αισθανθεί ασφάλεια, αλλά την ρεαλιστική απάντηση "ΑΔΗΛΟΝ" ενθυμούμενος ότι εξ ίσου "ΑΔΗΛΟΝ" είναι για τους Τούρκους.

Διαβάστε περισσότερα...
“Κι αν είναι κ’ έρθουνε χρόνια δίσεχτα, πέσουν καιροί οργισμένοι, κι όσα πουλιά μισέψουνε σκιασμένα, κι όσα δέντρα, για τίποτ’ άλλο δε φελάν παρά για μετερίζια, μη φοβηθείς το χαλασμό.

Φωτιά! Τσεκούρι! Τράβα!, ξεσπέρμεψέ το, χέρσωσε το περιβόλι, κόφτο, και χτίσε κάστρο απάνω του και ταμπουρώσου μέσα, για πάλεμα, για μάτωμα, για την καινούργια γέννα, π’ όλο την περιμένουμε κι όλο κινάει για νάρθει, κι’ όλο συντρίμμι χάνεται στο γύρισμα των κύκλων!..

Φτάνει μια ιδέα να στο πει, μια ιδέα να στο προστάξει,κορώνα ιδέα , ιδέα σπαθί, που θα είναι απάνου απ’ όλα!"

Κωστής Παλαμάς
«Όσοι το χάλκεον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται,ζυγόν δουλείας ας έχωσι·

θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία»


Α.Κάλβος
«Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει από τον φόβο τον Τούρκο, που είναι σκλάβος του φόβου του, που θέλει να ζήσει όπως και να είναι. Που κάνει τον ψόφιο κοριό για να μην τον πατήσει κάποιος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα».

Ίωνας Δραγούμης

  © Free Blogger Templates Columnus by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP